Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

The Wolf of Wall Street [4/5]

Βλέποντας τον «Λύκο της Wall Street» ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια, βασισμένη σε αληθινή ιστορία, ταινία που εξιστορεί τη ζωή του χρηματιστή Jordan Belfort, ενός ανθρώπου που ενώ είχε όλα τα μέσα να ζήσει μια αριστοκρατική ζωή, κατέληξε στο έγκλημα, τη διαφθορά και τη σύλληψη. Απεικονίζοντας την άνοδο και την πτώση αυτού του ανθρώπου με τέτοιο ηδονιστικό τρόπο που δεν θα μπορείτε να τραβήξετε τα ματιά σας από την οθόνη, αυτή η ιστορία ενός αντι-ήρωα (γνώριμος χαρακτήρας των ταινιών του Scorsese) αποτελεί την πέμπτη συνεργασία του μαγικού δίδυμου Martin Scorsese και Leonardo DiCaprio και όπως και τις προηγούμενες φορές («Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης», «Ιπτάμενος Κροίσος», «Ο Πληροφοριοδότης» και «Το Νησί των Καταραμένων») οι δυο τους τα καταφέρνουν περίφημα παραδίδοντας μια τρίωρης διάρκειας καθηλωτική εξτραβαγκάντσα.

Ο Leonardo DiCaprio πρωταγωνιστεί ως Belfor. Ο χαρακτήρας του ζει μια πολυτελή ζωή και χάρη στην ερμηνεία του DiCaprio θα νιώσετε τον εαυτό σας σαν ένα κομμάτι του κόσμου του, καθώς η ταινία εξελίσσεται. Όπως Belfort, έτσι και εμείς παρασυρόμαστε από τις πλούσιες υπερβολές στην οθόνη και απορροφιόμαστε από έναν κόσμο που μοιάζει να ζει με ευαγγέλιο το μότο του Gordon Gekko («Γουώλ Στρητ»), «Greed is Good». Ξεπερνώντας για άλλη μια φορά τον εαυτό του (μετά το περσινό «Django, ο Τιμωρός»). ο DiCaprio παραδίδει μια επικών διαστάσεων ερμηνεία από εκείνες που απαιτούν την προσοχή σου από την αρχή έως το τέλος. Με ομιλίες κατευθείαν μέσα στην κάμερα, αλλά και με πιο συναισθηματικά προσωπικές στιγμές, ο Belfort γίνεται στα χέρια του DiCaprio ταυτόχρονα ένα κατηγορητήριο και μια γιορτή του αμερικανικού ονείρου και όσων το απολαμβάνουν.

Η ερμηνεία του DiCaprio οφείλεται φυσικά στον Scorsese. Συνδυάζοντας το σκοτεινό κωμικό στοιχειό του «Βασιλιά για μια Νύχτα» με το στιλιστικό, κινηματογραφικό παθός του «Τα Καλά Παιδιά», ο θρυλικός σκηνοθέτης επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα με ίσως την πιο τολμηρή και προκλητική ταινία του. Το μόνο σίγουρο είναι ότι σε αυτή την ταινία ο Scorsese το διασκεδάζει, απελευθερώνεται και φτιάχνει ένα φιλμ που καταπλήσσει και παρόλο που διαρκεί τρεις ώρες, δεν αφήνει την πλήξη να κυριαρχήσει ούτε δευτερόλεπτο, παρέχοντας μας λεπτό προς λεπτό συγκινήσεις, αλλά και στιγμές καθαρής αδρεναλίνης. Με σύμμαχο του ένα, άξιο για Όσκαρ, μοντάζ από τη Thelma Schoonmaker και μια εξαιρετική φωτογραφία από τον Rodrigo Prieto, ο Scorsese με αυτό το αδυσώπητα κυνικό roller-coaster εδραιώνει τη θέση του ως, αναμφισβήτητα, ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες εν ζωή.

Εν ολίγοις, θα έλεγα ότι το «Ο Λύκος της Wall Street» είναι μια πραγματικά καταπληκτική ταινία. Αναδεικνύει το απίστευτο ταλέντο όλων όσων εμπλέκονται στην παραγωγή του, είτε αυτό είναι οι ηθοποιοί, ο σκηνοθέτης, οι τεχνικοί και ούτω καθεξής. Ένα εξαιρετικό χριστουγεννιάτικο δώρο για όλους τους κινηματογραφόφιλους και μια ταινία που πραγματικά, ούτως ή άλλως, αξίζει να δεις.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Lee Daniels' The Butler [3.5/5]

Είναι ελάχιστες οι ταινίες για τις οποίες, αφού τελειώσουν, συνειδητοποιείς ότι οι προσδοκίες που είχες για αυτές έχουν ικανοποιηθεί. Δεν τις ξεπέρασε, ούτε απογοήτευσε, απλά είναι ακριβώς αυτό που περίμενες να δεις. Μια τέτοια ταινία είναι και ο «Μπάτλερ» του Lee Daniels, μια ως επί το πλείστον ενδιαφέρουσα, ελευθέρα βασισμένη σε αληθινή γεγονότα ιστορία για την τριακονταετή σταδιοδρομία ενός μπάτλερ στον Λευκό Οίκο. Επικεντρωνόμενο κυρίως στις φυλετικές αλλαγές που γνώρισε η Αμερική όλα αυτά τα χρόνια, η ταινία του Lee Daniels διαθέτει μια ιστορία που κατά κύριο λόγο θα πρέπει να ακούσετε.

Αν και η πλοκή μοιάζει να επικεντρώνεται κυρίως στον μπάτλερ Cecil Gaines, ο ίδιος δεν είναι παρά ένα κομμάτι της πολύ μεγαλύτερης ιστορίας που ο Daniels θέλει να διηγηθεί. Εκτελώντας χρέη σεναριογράφου, ο Danny Strong («Η Καταμέτρηση», «Game Change») κάνει μια αξιόλογη προσπάθεια στο να απεικονίσει πολλά ιστορικά γεγονότα, αλλά και πολλούς χαρακτήρες κάτω από τα στενά πλαίσια μιας δίωρης διάρκειας, αποφεύγοντας επιτυχημένα το λάθος τού να κάνει κάθε ένα άτομο το φερέφωνο για οποιαδήποτε πτυχή του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων. Ισχυρότερο όταν ασχολείται με τη δυναμική της οικογενείας, αλλά παράξενα αδύναμο όταν μοιάζει υποχρεωμένο να μιλήσει για ορισμένες ιστορικές περιόδους, το σενάριο του Strong, παρά τις εποχές που περνά και τις συμπτώσεις στις οποίες υποπίπτει, δεν παύει ποτέ να είναι ένα αξέχαστο ταξίδι αυτοπροσδιορισμού και φυλετικής ισότητας.

Σκηνοθετικά, αναλαμβάνοντας ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα, ο Daniels δεν χάνει το προκλητικό του ύφος (μιλάμε ούτος ή άλλως για έναν άνθρωπο που δεν έχει δείξει σημάδια λεπτότητας) και καταφέρνει να εμφυσήσει στο φιλμ την ένταση της «Μονάκριβης», αλλά και λίγο από τον προκλητικό χαρακτήρα του «Paperboy». Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός άκρως απολαυστικού αλλά και συγκινητικού έργου με σωστό ρυθμό κι αποφυγή κηρυγμάτων, αφήνοντας τις εικόνες αλλά και τους ηθοποιούς να πουν την ιστορία τους. Και μιας κι ανέφερα τους ηθοποιούς, όπως πάντα ο Daniels τα καταφέρνει περίφημα στην καθοδήγηση τους. Παρόλο που κουμαντάρει πολλούς και διάσημους ηθοποιούς, φτιάχνει μια ταινία γεμάτη υπέροχες ερμηνείες από όλους μαζί, αλλά κι από τον καθένα χωριστά.

Οι David Oyelowo, Yaya Alafia και Cuba Gooding Jr. ξεχωρίζουν από το πολυπληθές καστ, είναι όμως το πρωταγωνιστικό δίδυμο που κλέβει την παράσταση. Στον ρόλο του κεντρικού χαρακτήρα, ο Forest Whitaker, θυμίζοντας μας γιατί είναι βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία επιδεικνύοντας ένα ευρύ φάσμα δεξιοτήτων. Ακόμα καλύτερη του, δε, είναι η Oprah Winfrey στον ρόλο της γυναικάς του, Gloria Gaines. Η διάσημη τηλεοπτική περσόνα επιστρέφει δυναμικά στα κινηματογραφικά δρώμενα. Κάνοντας δίκες της τις σκηνές στις οποίες συμμετέχει, ανάβοντας την οθόνη οπότε εμφανίζεται και διατηρώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μας ακόμα και τις στιγμές που η ταινία μοιάζει να χάνει τον προορισμό της, η ήδη υποψηφία για Όσκαρ Oprah μας θυμίζει ότι είναι πρωτίστως ηθοποιός.

Όπως είπα και στην αρχή, το «Ο Μπάτλερ» είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις. Η προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που έζησε μια ζωή γεμάτη ακεραιότητα κάτω από τις απειλητικές και ταπεινωτικές συνθήκες του ρατσισμού, παρουσιασμένη μέσω μιας άρτιας παραγωγής και ερμηνευμένη υπέροχα από όλους. Τίποτε περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Χρυσές Σφαίρες 2014


Καλύτερη Δραματική Ταινία
12 Years a Slave
Captain Phillips
Gravity
Philomena
Rush

Καλύτερη Ταινία - Κωμωδία ή Μιούζικαλ
American Hustle
Her
Llewyn Davis
Nebraska
Wolf of Wall Street 

Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία
Chewitel Ejiofor, 12 Years a Slave
Idris Elba, Mandela: Long Walk to Freedom
Tom Hanks, Captain Phillips
Matthew McConaughey, Dallas Buyers Club
Robert Redford, All is Lost 

Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία 
Cate Blanchett, Blue Jasmine
Sandra Bullock, Gravity
Judi Dench, Philomena
Emma Thompson, Saving Mr Banks
Kate Winslet, Labor Day  

Καλύτερη Ανδρική Ερμηνεία σε Κωμωδία ή Μιούζικαλ
Christian Bale, American Hustle
Bruce Dern, Nebraska
Leonardo DiCaprio, The Wolf of Wall Street
Oscar Isaac, Inside Llewyn Davis
Joaquin Phoenix, Her 

Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Κωμωδία ή Μιούζικαλ
Amy Adams, American Hustle
Julie Delpy, Before Midnight
Greta Gerwig, Frances Ha
Julia Louis Dreyfus, Enough Said
Meryl Streep, August: Osage County 

Καλύτερη Ερμηνεία Β`Ανδρικού Ρόλου
Barkhad Abdi, Captain Phillips
Daniel Bruhl, Rush
Bradley Cooper, American Hustle
Michael Fassbender, 12 Years a Slave
Jared Leto, Dallas Buyers Club

Καλύτερη Ερμηνεία Β`Γυναικείου Ρόλου
Sally Hawkins, Blue Jasmine
Jennifer Lawence, American Hustle
Lupita Nyong'o, 12 Years a Slave
Julia Roberts, August: Osage County
June Squibb, Nebraska

Καλύτερη Σκηνοθεσία
Alfonso Cuaron, Gravity
Paul Greengrass, Captain Phillips
Steve McQueen, 12 Years a Slave
Alexander Payne, Nebraska
David O. Russell, American Hustle 

Καλύτερο Σενάριο
Spike Jonze, Her
Bob Nelson, Nebraska
Steve Coogan and Jeff Pope, Philomena
John Ridley, 12 Years a Slave
Eric Singer and David O. Russel, American Hustle 

Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία
Blue is the Warmest Color
The Great Beauty
The Hunt
The Past
The Wind Rises 

Καλύτερη Ταινία Κινουμένων Σχεδίων
The Croods
Despicable Me 2
Frozen 

Καλύτερο Τραγούδι
"Atlas", The Hunger Games: Catching Fire 
"Let It Go", Frozen
"Ordinary Love", Mandela: Long Walk to Freedom
"Please Mr Kennedy", Inside Llewyn Davis
"Sweeter than Fiction", One Chance 

Καλύτερη Μουσική
Alex Ebert, All is Lost
Alex Heffes, Mandela: Long Walk to Freedom
Steven Price, Gravity
John Williams, The Book Thief
Hans Zimmer, 12 Years a Slave 

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

Tracks [2/5]

Το «Tracks» είναι μια μάλλον όμορφη, πανέμορφα κινηματογραφημένη ταινία που περιγράφει την αληθινή ιστορία της αυστραλής Robyn Davidson που έκανε μια πορεία 1.700 μιλίων διασχίζοντας την αχανή χώρα της, από τις κεντρικές ερήμους μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό, παρέα μόνο με τέσσερις καμήλες και τον πιστό της σκύλο.

Ξεκινώντας με τα θετικά… Τα στοιχειά εκείνα που ξεχωρίζουν στο φιλμ είναι δύο. Η Mia Wasikowska, που κουβαλήσει όλη την ταινία πάνω της και δίνει μια άρτια ερμηνεία σε έναν σωματικά δύσκολο ρόλο, και η φωτογραφία της Mandy Walker, μια άξια οσκαρικής βράβευσης κινηματογράφηση που απεικονίζει στο έπακρο το άγονο περιβάλλον και τις δυσκολίες που αυτό διαθέτει. Από εκεί και πέρα, το κύριο πρόβλημα της είναι ότι δεν υπάρχει και πολύ ιστορία να αφηγηθείς. Είναι άκρως ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης John Curran δεν αισθάνεται την ανάγκη να κάνει τα πάντα προφανή κι εύκολα, επιτρέποντας μας να ανακαλύψουμε το μυστήριο της πρωταγωνίστριας, από την άλλη όμως το οδοιπορικό ενός ατόμου μέσα στις έρημους δεν προσφέρει και πολλά από την άποψη της ψυχαγωγίας. Το έργο στερείται κινηματογραφικής «σπίθας». Υπάρχουν ελάχιστες στιγμές έντασης και αυτές όχι αρκετά ισχυρές προκειμένου να εξάψουν και κυρίως να συντηρήσουν το ενδιαφέρον μας στα 110 λεπτά διάρκειας της.

Χωρίς να προσφέρει τίποτα καινούργιο στο είδος των ταινιών περί ανακάλυψης του εαυτού σου στη φύση, το φιλμ, αν και βασισμένο σε μια απίστευτη ιστορία (ένα τολμηρό κατόρθωμα που θα ήταν αδιανόητο σήμερα), δυστυχώς δεν καταφέρνει ούτε στιγμή να ξεφύγει από τη μετριότητα.

12 Years a Slave [3/5]

Για ένα φιλμ που μαζεύει τόσα βραβεία κι επαίνους ως μια ασυμβίβαστη ματιά στην κουλτούρα των σκλάβων στον βαθύ νότο, έχω να πω ότι βρήκα το «12 Χρόνια Σκλάβος» κάπως λειψό. Με κάθε ειλικρίνεια, δεν υπήρχε κάτι που μου έδωσε μια βαθύτερη κατανόηση του «πραγματικού» κόσμου της δουλείας, όπως τόσοι πολλοί έχουν ισχυριστεί. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα πάντα σε αυτή την ταινία είναι εντελώς ρεαλιστικά, ενώ είμαι βέβαιος ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φρόντισαν τη διατήρηση της αυθεντικότητας του όλου εγχειρήματος, αλλά στο τέλος, τίποτα δεν βοήθησε στην παροχή μιας οποιαδήποτε σκληρότερης απεικόνισης της δουλείας από οτιδήποτε είχα δει παλιότερα.

Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει τα επιτεύγματα που διαθέτει η ταινία. Πρώτα απ` όλα, το σενάριο είναι διαφορετικό από τις άλλες ιστορίες σκλάβων που ξέρουμε. Έχουμε δει ανθρώπους να οδηγούνται από την Αφρική στη σκλαβιά (Amistad), να πωλούνται και να αγοράζονται (Django, ο Τιμωρός), να συλλαμβάνονται και ούτω καθεξής, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε έναν ελεύθερο άνθρωπο να απαγάγεται με σαφή σκοπό τη δουλεία.

Ο Solomon Northrup είναι ένας επιτυχημένος μουσικός και οικογενειάρχης. Όταν η σύζυγος και τα παιδιά του φεύγουν, προσεγγίζεται από δύο άνδρες που του προσφέρουν δουλειά. Επειδή γνωρίζουμε την ιστορία (και τον τίτλο), γνωρίζουμε ότι αυτό είναι απλά ένα τέχνασμα σχεδιασμένο για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του προκειμένου να οδηγήσει στην εύκολη σύλληψή του. Σενάριο τραβηγμένο σε πρώτη φάση, αφού αναρωτιέσαι γιατί να μπει κάποιος σε τόσο κόπο για να συλλάβει έναν άνδρα, όλα όμως εξηγούνται μέσα από την ιστορία. Έτσι, λοιπόν, ξεκινά το ταξίδι του Solomon στη σκλαβιά.

Με τον σκηνοθέτη να μην παρακάμπτει ούτε στιγμή από την πορεία της αφήγησης του, το «12 Χρόνια Σκλάβος» μας παρέχει μια, χωρίς λογοκρισία, ματιά στο πώς λειτουργεί το δουλεμπόριο. Και όπως πάντα το πιο ενοχλητικό μέρος δεν είναι η βιαιότητα των δουλεμπόρων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι δουλέμποροι φαίνονται εντελώς συμφιλιωμένοι με τη διαδικασία.

Η ταινία εστιάζει στην πλειοψηφία της στο κομμάτι εκείνο σχετικά με τη σκληρή πραγματικότητα της βιαιότητας των δουλεμπόρων. Τιμωρία, μαστιγώσεις, ταπείνωση και τα λοιπά. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν είναι νέο, τίποτα δεν είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί σε άλλες ταινίες. Εκείνο που κάνει την ταινία να ξεχωρίζει είναι ο τρόπος που οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους δημιουργώντας το δράμα, όχι απλά αυτό που κάνουν ο ένας στον άλλο. Η συνειδητοποίηση ότι δεν είναι απλά αρχέτυπα, αλλά πλήρως σκιαγραφημένοι άνθρωποι με πεποιθήσεις και κίνητρα. Οι περισσότερες ιστορίες σκλάβων είναι συγκρούσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο σκλάβος εναντίον του κακού ιδιοκτήτη σκλάβων. Εδώ, δεν ανταγωνίζονται τον άνθρωπο, αλλά και τις κοινωνικές δομές.

Η έκβαση της μπορεί να σας αφήσει να θέλετε περισσότερα. Ίσως γνωρίζοντας ότι πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, να αποζητάτε την ανάγκη για εκδίκηση. Η αποκάλυψη στον επίλογο θα κάνει σίγουρο το τέλος πιο γλυκόπικρο. Από εκεί και πέρα, όμως, όσο καλή κι αν ήταν η ταινία υποκριτικά (η Lupita NyongΑo στην πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση θα διεκδικήσει επάξια το Όσκαρ Β` γυναικείου ρόλου), όσο σωστή ήταν η σκηνοθεσία κι όσο σαγηνευτική γινόταν η ιστορία καθώς προχωρούσε, στο τέλος δεν μπορείς παρά να αισθάνεσαι ότι κάτι λείπει.

Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτό που διαχωρίζει τις απλώς καλές ταινίες από τις σπουδαίες ταινίες είναι ο τρόπος που αισθάνεται κάποιος όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Σου παρείχε μια συναισθηματική αντίδραση; Σκέφτεσαι την ταινία καθώς γυρνάς σπίτι; Τη σκέφτεσαι μήπως τις επόμενες μέρες; Η απάντηση είναι όχι. Ίσως είμαι πολύ απευαισθητοποιημένος με τη βία, ίσως έχω δει τόσα πολλά σε τόσο πολλές ταινίες που δεν με επηρεάζουν όλα όσο πρέπει. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι η ταινία δεν θα καταφέρει να επηρεάσει το ευρύ κοινό όπως θα έπρεπε. Και λόγω αυτού, δεν είναι τίποτα περισσότερο από απλά καλή.

20th Screen Actors Guild Awards Nominations



Ανακοινώθηκαν σήμερα οι υποψηφιότητες του αμερικάνικου σωματείου ηθοποιών (SAG) για τον κινηματογράφο. Αναλυτικά, η λίστα των υποψηφιοτήτων έχει ως εξής:


Καλύτερος Β' Αντρικός Ρόλος
Barkhad Abdi, Captain Phillips
Daniel Brühl, Rush
Michael Fassbender, 12 Years a Slave
James Gandolfini, Enough Said
Jared Leto, Dallas Buyers Club


Καλύτερος Β' Γυναικείος Ρόλος
Jennifer Lawrence, American Hustle
Lupita Nyong'o, 12 Years a Slave
Julia Roberts, August: Osage County
June Squibb, Nebraska
Oprah Winfrey, Lee Daniels' The Butler 

Καλύτερος Α' Αντρικός Ρόλος
Bruce Dern, Nebraska
Chiwetel Ejiofor, 12 Years a Slave
Tom Hanks, Captain Phillips
Matthew McConaughey, Dallas Buyers Club
Forest Whitaker, Lee Daniels' The Butler 


Καλύτερος Α' Γυναικείος Ρόλος
Cate Blanchett, Blue Jasmine
Sandra Bullock, Gravity
Judi Dench, Philomena
Meryl Streep, August: Osage County
Emma Thompson, Saving Mr Banks


Καλύτερη Ερμηνεία Από Όλο το Καστ
12 Years a Slave
American Hustle
August: Osage County
Dallas Buyers Club
Lee Daniels' The Butler

The Hobbit: The Desolation of Smaug [4/5]

Σχεδόν τα πάντα στο «Χόμπιτ: Η Ερημιά του Νοσφιστή» είναι βελτιωμένα σε σχέση με το πρώτο μέρος της τριλογίας του Peter Jackson. Και αυτή η γνώμη προέρχεται από κάποιον που απόλαυσε το «Χόμπιτ: Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι» πολύ περισσότερο από τον μέσο θεατή. Επίσης, οποιεσδήποτε ανησυχίες είχα (και πιστεύω και πολλοί άλλοι μαζί με μένα) σχετικά με το αν και πώς ο Jackson θα μπορούσε να κάνει τρεις ταινίες, με δεδομένη την πρώτη ύλη στην οποία βασίστηκε, έχουν παραμεριστεί.

Η ταινία ξεκινάει εκεί ακριβώς εκεί όπου μας είχε αφήσει η προηγούμενη. Ο Bilbo Baggins (Martin Freeman) μαζί με τους νάνους συνεχίζουν την πορεία τους στη Μέση Γη με τελικό προορισμό το Όρος Erebor και τη διεκδίκηση του από τον δράκο Smaug (Benedict Cumberbatch). Χωρίς να χρειάζεται να συστήσει τους χαρακτήρες όπως έκανε την πρώτη φορά, ο Jackson είναι σε θέση να παρουσιάσει συναρπαστικές σκηνές δράσης, τη μια μετά την άλλη. Από το συναρπαστικό ταξίδι μέσα από το σκοτεινό δάσος μέχρι την τολμηρή απόδραση από τα ξωτικά, όλες οι σκηνές θυμίζουν έντονα «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» και σε κρατούν συνεχώς σε εγρήγορση, ανά στιγμές σου κόβουν την ανάσα και φυσικά σου προσφέρουν τον ενθουσιασμό που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε από αυτές τις ταινίες. Ενώ χάρη σε αυτή την ευδιάκριτη έλλειψη ανάγκης ανάπτυξης χαρακτήρων, η «Ερημιά του Νοσφιστή» μπορεί είναι και πιο σκοτεινή, και πιο σοβαρή και πιο έντονη σαν εμπειρία σε αντίθεση με την ελαφρότητα της πρώτης.

Πέρα όμως από όλα τα φανταστικά στοιχεία, τα υπερφυσικά περιβάλλοντα και τις απίθανες σκηνές δράσης που, ούτως ή άλλως, σε μια ταινία τέτοιου είδους κλέβουν την παράσταση, υπάρχουν δύο στοιχειά τα όποια ανεβάζουν την ταινία σε άλλο επίπεδο. Πρώτον, το γεγονός ότι η ταινία μπορεί να ειδωθεί κι από μια ανθρώπινη προοπτική, αφού το κυρίαρχο θέμα τη, καθόλη τη διάρκεια της, είναι εκείνο της απληστίας και του εθισμού. Και δεύτερον, το ποσό σαφές γίνεται πως το δεύτερο κεφάλαιο του Χόμπιτ είναι εξίσου σημαντικό κι άμεσα συνδεδεμένο τόσο με το «Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι» όσο και με την αρχική αριστουργηματική τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Ο Peter Jackson παίζει έξυπνα με τα στοιχειά εκείνα που έχουν δημιουργήσει αυτή την εκπληκτική μυθολογία και πραγματικά όσοι είστε φαν δεν θα απογοητευτείτε καθόλου.

Επίσης, είναι σημαντικό να μιλήσουμε για το τεχνικό επίτευγμα το οποίο ο Jackson και οι συνεργάτες του έχουν κατορθώσει. Φωτογραφία, σκηνικά, κοστούμια, όλα, όπως είναι αναμενόμενο, αγγίζουν την τελειότητα. Ενώ δεν υπάρχουν αρκετοί έπαινοι που μπορούν να δοθούν στον Benedict Cumberbatch και την ομάδα των ειδικών εφέ για τη δημιουργία του δράκου Smaug. Πραγματικά, μιλάμε για ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα του κινηματογράφου, που αποδεικνύει τις εξαιρετικές δυνατότητες των σύγχρονων εφέ.

Κλείνοντας, θέλω να πω ότι όπως κάθε μεσαία ταινία μοιάζει να ξεκίνα όταν φτάνει στο αποκορύφωμά της, έτσι και το «Χόμπιτ: Η Ερημιά του Νοσφιστή» δεν είναι εξαίρεση στον κανόνα. Διαθέτοντας, όμως, ένα ανεπανάληπτο «cliffhanger», αυτό το συναρπαστικό κι ενδιαφέρον ταξίδι αποδεικνύει ότι υπάρχουν πολλά ακόμη να ανακαλύψουμε στη Μέση Γη.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

The Secret Life of Walter Mitty [4/5]

Το «Η Κρυφή Ζωή του Γουόλτερ Μίτι» είναι βασισμένο στο διήγημα του Adam Thurber και αφορά έναν άνδρα που ονομάζεται, ναι σωστά μαντέψατε, Walter Mitty (Ben Stiller). Στην ταινία, ο Walter εργάζεται ως διευθυντής στο τμήμα αρνητικών του περιοδικού Life. Ο Walter είναι ένας απλός καθημερινός τύπος με μια αχαλίνωτη φαντασία. Το μονό ενδιαφέρον που φαίνεται να έχει είναι το πώς θα μιλήσει στην Cheryl (Kristen Wiig), την έξυπνη κι όμορφη συνάδελφο του. Μη θέλοντας να αποκαλύψω τα πάντα, θα πω μονό ότι τα πράγματα παίρνουν τέτοια τροπή που οδηγούν τον Walter σε καταστάσεις εξωπραγματικές.

Πριν από όλα πρέπει να πούμε ότι το έργο, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο, είναι εκθαμβωτικό. Ο Stiller κι ο κινηματογραφιστής του, Stuart Dryburgh, παίρνουν την αισθητική των εικονικών φωτογραφιών του περιοδικού Life και την εμφυσούν στο πώς ο Walter αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του. Εντελώς αβίαστα, ο Stiller κι ο Dryburgh επιτρέπουν στην πραγματικότητα να αποτραβηχτεί κάθε φορά που ο Walter ονειροπολεί. Επηρεασμένος από τις ιδιορρυθμίες του Wes Anderson και την απεριόριστη δημιουργικότητά του Michel Gondry, ο Stiller καταφέρνει και βάζει τη δίκη του πινελιά σε αυτό που λέγεται μαγεία του κινηματογράφου. Πέρα όμως από τα όνειρα του πρωταγωνιστή, κάθε «αληθινή» στιγμή της ταινίας είναι ένα κομψοτέχνημα. Η απίστευτα φωτογραφημένη Νέα Υόρκη αλλά και όλα τα πανέμορφα φυσικά θαύματα που ο Walter εξερευνά, σου προκαλούν δέος. Γιγαντιαία βουνά, καταγάλανοι ωκεανοί, καταπράσινοι λόφοι σε κάνουν να μη θέλεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου.

Ανεξάρτητα όμως από το οπτικό κομμάτι της ταινίας, το «Η Κρυφή Ζωή του Γουόλτερ Μίτι» έχει και αλλά χαρίσματα. Πέρα από το γεγονός ότι ίσως να είναι η πιο γλυκιά ταινία της χρονιάς, αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι το κινηματογραφικό ταξίδι στο οποίο μας πάει. Ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτεια, γέλιο και μερικές δραματικές στιγμές. Ένα ταξίδι που, ενισχυμένο από άριστες μουσικές επιλογές, καταφέρνει και δημιουργεί μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία για τον θεατή. Τα εύσημα αυτής της επιτυχίας αποδίδονται κατά κύριο λόγο στο σενάριο και ιδιαίτερα στο γράψιμο του ρολού του Walter. Χωρίς πότε να είναι ένας χαρακτήρας χωρίς ελαττώματα, το μεγαλύτερο προτέρημα της ταινίας είναι το ότι δεν μας τον παρουσιάζει πότε ως μια χαμένη υπόθεση. Εκεί όπου πιο δραματικές ταινίες θα χρησιμοποιούσαν την κατάθλιψη και τη μελαγχολία του χαρακτήρα ως μια αλληγορία, το σενάριο του Steve Conrad καταφέρνει και κρατά την αισιοδοξία και το παιχνιδιάρικα ύφος. Το κεντρικό μήνυμα του σεναρίου του Conrad είναι επίμονα θετικό διαθέτοντας και μια αντί-μεγάλο-εταιρική χροιά. Ανεξάρτητα από τα όποια στραβοπατήματα θα βρείτε, η δομημένη πλοκή του Conrad επιτρέπει στην ταινία να χτίσει ένα συναισθηματικό κρεσέντο που κάνει το κάθε βήμα της περιπέτειας του Walter να αξίζει τον κόπο.

Ερμηνευτικά, ο Stiller, ενδίδοντας στην κωμική πλευρά του μόνο κατά τη διάρκεια των ονείρων, δίνει μια λεπτή αλλά αποτελεσματική ερμηνεία. Η Wiig καταφέρνει και δημιουργεί έναν χαρακτήρα κάτι περισσότερο από το αντικείμενο πόθου του Walter, που όμως διαθέτοντας μια υπέροχη αυθεντικότητα, σε κάνει να πιστέψεις γιατί την ειδωλοποιεί. Ο Scott στον ρολού του κακού είναι απολαυστικός. Ο Penn είναι ο Penn. Ενώ, τέλος, η Shirley MacLaine σε έναν μικρό ρόλο δίνει το απαραίτητο κύρος παραδίδοντας μια όμορφη ερμηνεία.

Συνολικά, πρόκειται για μια ταινία που χωρίς αμφιβολία θα αφήσει μια γλυκιά κι ελπιδοφόρα αίσθηση στο κοινό. Κυκλοφορώντας την πιο σωστή περίοδο, είναι ωραίο να βλέπεις μια οικογενειακή ταινία που δεν φοβάται να αλλάξει την πεπατημένη και να εξάψει τη φαντασία του κοινού της. Αυτό από μόνο του είναι μια σπάνια κινηματογραφική απόλαυση. Παραμερίστε κάθε απαισιοδοξία που τυχών έχετε και απλά απολαύστε την.

The Fifth Estate [0.5/5]

Παρά τις πραγματικά αξιέπαινες ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών και κυρίως του Benedict Cumberbatch, τίποτα δεν μπορεί να σώσει τον «Άνθρωπο που Πούλησε τον Κόσμο» από τη μοίρα του.

Ένοχο από την ιδία γρήγορη κρίση που σαφέστατα δεν υποστηρίζει, το έργο είναι ένα άξιο περιφρόνησης, ηθικολογικό κι άστοχο φιλμ με μοναδικό σκοπό την αμαύρωση του ονόματος του Assange, παρουσιάζοντας τον ως έναν εγωιστικό παλιάνθρωπο. Παλεύοντας να αναδημιουργήσει τη δυναμική που κινούσε δεξιοτεχνικά το «The Social Network» του Fincher, η ταινία του Condon δυστυχώς δεν καταφέρνει ούτε μία στιγμή να προβεί σε μια συνθέτη μελέτη χαρακτήρων.

Διαθέτοντας ένα αδύναμα γραμμένο σενάριο με άσχετες δευτερεύουσες πλοκές να ξεχειλώνουν τη διάρκεια, αλλά κι ένα απίστευτα περίεργο σύνολο επιλογών από άποψη σκηνοθεσίας, μετατρέπουν το «Ο Άνθρωπος που Πούλησε τον Κόσμο» σε μια πραγματικά κακή ταινία.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

The Hunger Games: Catching Fire [4/5]

Η ολοκληρωμένη γνώμη μου για το «The Hunger Games: Φωτιά» συνοψίζεται στην έξης μία πρόταση: μια εξαιρετική ταινία σχεδόν υπό από όλες τις απόψεις. Επιτρέψτε μου, τώρα, να διευκρινίσω για ποιο λόγο το πιστεύω αυτό…

Δομικά, το «Φωτιά» δεν διαφέρει πολύ από το «Αγώνες Πείνας». Οι πρωταγωνιστές πάνε από την Περιοχή 12 στο Καπιτώλιο για την εκπαίδευση και, στη συνέχεια, στους Αγώνες. Το «been there, done that» vibe είναι αναπόφευκτο, η ταινία όμως βελτιώνεται αισθητά από άποψη ανάπτυξης χαρακτήρων, μετατρέποντας τη δομή της ήδη υπάρχουσας ιστορίας αγάπης, πίστης και δύναμης ενάντια στο σύστημα σε μια σφιχτοδεμένη και συναρπαστική αφήγηση. Παίρνοντας τον απαραίτητο χρόνο, το φιλμ οικοδομεί τον κόσμο του, έναν κόσμο σε διαρκή σύρραξη. Θίγοντας τη δυσκολία τού να είσαι ζωντανό σύμβολο, η Katniss βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της σύρραξης, αβέβαιη σχετικά με το τι ακριβώς να κάνει με αυτή την εξουσία που της έχει δοθεί. Και δεν είναι μονό εκείνη, όλοι, πρωταγωνιστικοί και μη, χαρακτήρες έχουν μεγαλύτερο βάθος. Και μπορεί η κατάληξη της ταινίας να λειτούργει μονό ως ισχυροποίηση των επόμενων ταινιών, δραματουργικά αυτό που παρακολουθείς τα 146 λεπτά της διάρκειας της, είναι περισσότερο από ικανοποιητικό.

Όσον αφορά την πολιτική πλευρά της, η ταινία, την αλήθεια, στερείται λεπτότητας. Στιγμές ανάδειξης της Katniss ως σύμβολο μιας επανάστασης, δημόσιες εκτελέσεις επαναστατών, ερωτήματα του τι διακυβεύεται αψηφώντας την κυβέρνηση, ελευθερίες που χαθήκαν και αλλά πολλά είναι συνεχώς παρόντα. Με αυτό τον τρόπο, αν και δεν σου επιβάλλει πότε εκατό τις εκατό κάποιο είδος μηνύματος, δεν επιτυγχάνει μια πλήρη κι ολοκληρωμένη εικόνα του πολιτικού συστήματος, αφού δεν ερευνάται πότε πραγματικά ο κόσμος, πέρα από το πώς επηρεάζει την Katniss. Μια χαμένη ευκαιρία, χωρίς αμφιβολία, αλλά τίποτα καταφανώς επιβλαβές για το φιλμ. Από την άλλη, το ειδύλλιο μεταξύ του Peeta και της Katniss, που εδώ δεν παραμένει υποανάπτυκτο, διαθέτει και μια υπονοουμένη πολιτική πινελιά. Ο έλεγχος προσωπικοτήτων με επιρροή κρύβει μια διπλή έννοια. Το ίδιο και οι αγαπητικοί της Katniss. Εμφανέστατες ή μη αλληγορίες δεν παύουν να υπάρχουν και να διαθέτουν σημασία και ουσία. Και όπως είχα πει και για το πρώτο μέρος, να μετατρέπουν το έργο σε «σκεπτόμενο μπλοκ-μπάστερ», ένα είδος που το έχουμε ανάγκη.

Και αφού αναφερθήκαμε στο ιδεολογικό και σημειολογικό κομμάτι της ταινίας, ας περάσουμε σε αυτά που κρίνονται πιο εύκολα. Για αρχή, η σκηνοθεσία του Francis Lawrence, αν και λειτούργει λίγο με τη σκέψη «αν δεν έχει χαλάσει, μην το φτιάχνεις», δεν παύει να είναι υψηλού επιπέδου. Αντί να αναδημιουργήσει τα πάντα, ο Lawrence επεκτείνει απλώς όλες τις ιδέες και τις καθιστά σαφέστερες και πιο περιεκτικές. Καταφέρνει να διατηρήσει μια συνέχεια στον τόνο και το ύφος που λειτούργει σωστά και δεν αποξενώνει το νούμερο δύο από το νούμερο ένα. Ερμηνευτικά, τώρα, τα πάντα βασίζονται στη βραβευμένη πλέον με Όσκαρ Jennifer Lawrence. Στα χεριά της, το πνεύμα της Katniss υπάρχει σε κάθε αναπνοή και σφυγμό της ταινίας. Αν δεν ήταν μια τόσο ικανή ηθοποιός όσο αυτή στο επίκεντρο, η ταινία δεν θα λειτούργησε καθόλου. Ο Josh Hutcherson, από την άλλη, εξισορροπεί την ευαισθησία της αγάπης με τη συναισθηματική σύγκρουση μιας ερημωμένης καρδιάς αβίαστα. Ο Woody Harrelson και η Elizabeth Banks παραμένουν διασκεδαστικοί στους ρόλους τους, ο Tucci κι ο Sutherland είναι πάντα καλοί, ενώ από τα νέα μέλη του καστ ξεχωρίζει η Jena Malone στον ρόλο της Johanna Mason.

Το «The Hunger Games: Φωτιά» είναι σίγουρα καλύτερο από τον προκάτοχο του, ακόμα κι αν παραμένει ίδιο στη δομή του. Υποστηριζόμενη από ένα ισχυρό σενάριο, μια γεμάτη αυτοπεποίθηση σκηνοθεσία και δυνατές ερμηνείες, συνοψίζεται ως μια τολμηρή, έξυπνη και διασκεδαστική ταινία.

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

Thor: The Dark World [2.5/5]

Φτάσαμε στη χειμερινή σεζόν και όπως και η καλοκαιρινή είχε την Avenger ταινία της (Iron Man 3), έτσι κι από αυτήν δεν θα μπορούσε να λείπει ακόμα μια Disney/Marvel ταινία, προκειμένου η διάσημη εταιρία να βγάλει μερικά ακόμη εκατομμύρια.

Όσο κι αν πιστεύω λοιπόν ότι οι συγκεκριμένες ταινίες από ένα σημείο και μετά γυρίζονται στον αυτόματο πιλότο, κρίνοντας αντικειμενικά πρέπει να ομολογήσω ότι το «Thor 2: Σκοτεινός Κόσμος»» παραμένει αρκετά διασκεδαστικό καθ` όλη τη διάρκεια του. Πρέπει επίσης να παραδεχτώ ότι, από οπτική και τεχνολογική πλευρά, είναι σαφέστατα βελτιωμένο σε σχέση με το πρώτο. Η δράση είναι πολύ καλύτερη, είναι αισθητικά πιο ευχάριστο στο μάτι, διαθέτει ανώτερο CGI και μια Άσγκαρντ που μοιάζει σαν μια πραγματική διαστημική πόλη. Ωστόσο, αυτός ο Thor, από άποψη πλοκής, αιμορραγεί, όχι θανάσιμα, αλλά αιμορραγεί. Και τι εννοώ;

Ακολουθώντας πιστά την ίδια φόρμουλα αυτών των ταινιών, το σενάριο της ταινίας πότε τα καταφέρνει και πότε όχι. Από τη μια διαθέτει ένα πρώτο μισό μέρος οδυνηρά βαρετό, με τους χαρακτήρες να ενεργούν χωρίς κανένα κίνητρο, από την άλλη όμως καταφέρνει κι ανεβάζει παλμούς και στο δεύτερο μισό σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Επίσης, ενώ οι καλύτερες στιγμές της ταινίας είναι μακράν (και για ακόμη μια φορά) όταν ο Loki του Hiddleston εμφανίζεται στην οθόνη, είναι απορίας άξιο γιατί η ταινία αφιερώνει τόσο πολύ χρόνο στον χαρακτήρα της Jane Foster (Natalie Portman) χωρίς πότε να της δίνει ουσιαστική άξια. Ύστερα, γιατί ο κακός είναι τόσο εγκληματικά μη ανεπτυγμένος; Γιατί η ταινία δεν είναι τόσο έξυπνα γραμμένη όσο η τελική μισή ώρα που, εντελώς απροσδόκητα κι ευχάριστα, το φιλμ μεταμορφώνεται σε κάτι από γαλλική φάρσα; Και άλλα πολλά ερωτήματα που δεν θα βρουν πότε απάντηση, αφού οι δημιουργοί της ταινίας δεν έχουν τη διάθεση να ασχοληθούν περισσότερο.

Μην με παρεξηγείτε, όμως, όπως είπα και πρωτύτερα ότι η ταινία είναι διασκεδαστική και ιδανική για σινεμά, και αυτό είναι ως έναν βαθμό αυτό που μετράει, αφού όλα τα άλλα μόλις και μετά βίας φαίνεται να έχουν σημασία. Και στην τελική, το «Thor 2: Σκοτεινός Κόσμος» καταφέρνει να το παίξει εκ του ασφαλούς, επιτυγχάνοντας πλήρως αυτό που οι οπαδοί της Marvel αναμένουν. Για όλους τους άλλους, ναι μεν τους το συστήνω, απλά να ξέρετε ότι υπάρχει περίπου 60 με 80 τις εκατό πιθανότητα να έχετε ξαναδεί κάτι παρόμοιο.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

The Wind Rises [2.5/5]

Η μυθιστορηματική βιογραφία του Jiro Horikoshi, ενός ανθρώπου παθιασμένου με τα αεροπλάνα που γίνεται μια σημαντική μορφή στην επιστήμη της αεροναυπηγικής χάρη στο σχεδιασμό τόσο του Mitsubishi A5M όσο και του διάσημου διάδοχου του, Mitsubishi A6M Zero, αποτελεί τον πυρήνα του κύκνειου άσματος του εξαιρετικού δημιουργού Hayao Miyazaki, πέντε χρόνια μετά την τελευταία σκηνοθετική του δουλειά («Ponyo»).

Πρώτα πρώτα, μια συμβουλή: μην πατέ να δείτε την ταινία περιμένοντας ένα ακόμα «Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων» ή «Το Κάστρο στον Ουρανό», γιατί δεν θα δείτε κάτι τέτοιο. Το νέο πόνημα του Miyazaki είναι, πρώτον, κάτι διαφορετικό που όμως την ιδία στιγμή καταφέρνει και διαθέτει την ιδία αισθητική των παλιότερων ταινιών και, δεύτερον, ένα χωρίς καμία αμφιβολία δυνατό φιλμ από έναν μάστερ του κινουμένου σχεδίου. Οι δυο αυτοί παράγοντες, όμως, πέρα από το θετικό τους στοιχείο, αποτελούν και το ίδιο το πρόβλημα της ταινίας. Οι φαν του Miyazaki (με εμένα να είμαι ένας από αυτούς) έχουν κάποιες προσδοκίες μεγαλείου στις δουλειές του και οτιδήποτε κατώτερο αυτών των προσδοκιών απογοητεύει.

Το «The Wind Rises» δεν είναι ακριβώς αυτή η ταινία, αλλά πλησιάζει επικίνδυνα στο να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμα βιογραφία. Σίγουρα, εκτιμάς το όμορφο animation του και τα πολλά πανέμορφα αξιοθέατα, αλλά παράλληλα νιώθεις και μια δυσαρέσκεια με την απλή, γεμάτη με νοσταλγικό ρομαντισμό, παλιομοδίτικη ιστορία του. Για να μην παρεξηγηθώ, οι στιγμές μεγαλείου υπάρχουν και είναι εξαιρετικές, δυστυχώς όμως υπάρχει ένας αγώνας στην αφήγηση μεταξύ της κυριαρχίας των ρομαντικών και των επαγγελματικών στιγμών της ζωής του Jiro, ο οποίος μακροπρόθεσμα βλάπτει την ταινία. Ακόμα και το σκοτάδι του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένο με τη ζωή του ήρωα, μοιάζει σαν μια ασήμαντη υποσημείωση προσαρτημένη στην ιστορία.

Μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, θα βρει το κοινό στην έλλειψη μαγείας. Με τις παραδοσιακές προσδοκίες των ταινιών του στούντιο Ghibli να απουσιάζουν, το έργο μοιάζει βεβιασμένο στο να θυμίζει Miyazaki, αφού το σενάριο, χάρη στην προθυμότητα του να ακολουθήσει κατά γράμμα την αληθινή ιστορία του Jiro, αναγκάζεται να εμφυσήσει την ταινία με ασυνάρτητες φανταστικές σεκάνς που από ένα σημείο και μετά σε κάνουν να, αδιανόητο σε ταινία του Miyazaki, ελέγξεις το ρολόι σου στη μέση της προβολής. Τα ποσοστά της πλήξης ανεβαίνουν και οι χαρακτήρες του φιλμ είναι σαφέστατα λιγότερο ενδιαφέροντες σε σχέση με τους αξέχαστα πολύχρωμους ή πολύπλοκους χαρακτήρες που συναντάμε σε άλλα έργα του.

Σαν σύνολο, λοιπόν, το «The Wind Rises» δεν είναι μια κακή ταινία κινουμένων σχεδίων (και δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι). Η γεύση όμως που σου αφήνει, είναι αυτή ενός ανεπαίσθητου εντυπωσιασμού και πολύς απογοήτευσης, ειδικά αν είστε, σαν και εμένα, θαυμαστής των ταινιών κινουμένων σχεδίων του Miyazaki.

La Grande Bellezza [3/5]

Είμαι αρκετά διχασμένος όσον άφορα τη συγκεκριμένη ταινία. Από τη μία πλευρά, η πλοκή και οι χαρακτήρες του έργου είναι στοιχειά κάπως επιτηδευμένα (ακόμα και βαρετά σε ορισμένα σημεία), ενώ από την άλλη τα αιώνια θέματα με τα όποια καταπιάνεται και η αισθητική του καθιστούν την ταινία άξια παρακολούθησης. Ας τα πιάσουμε όμως τα πράγματα ένα-ένα, αρχίζοντας από τα θετικά.

Το «Η Τέλεια Ομορφιά» δεν είναι μια συμβατική ταινία με μια συγκεκριμένη αρχή, μέση και τέλος. Είναι περισσότερο σαν μια σειρά από εικαστικά και ποιητικά χρονογραφημένες εικόνες για την αγάπη, τη ζωή και τη λαχτάρα, μέσα από τα μάτια ενός κουρασμένου συγγραφέα, του Jep Gambardella, που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του. Δοσμένα μέσα από το επιφανειακό μπλα-μπλα της καθημερινής φλυαρίας, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία είναι απλά: ζούμε, αγαπάμε, παύουμε να υπάρχουμε· θέλουμε, χρειαζόμαστε, σπάνια αποκτάμε. Το φόντο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι η Ρώμη. Και η Ρώμη είναι η μεταφορά για τη ζωή. Και παρόλο που ικανοποιεί και διαποτίζει τις αισθήσεις των πρωταγωνιστών αρχιτεκτονικά, ιστορικά, πολιτιστικά, μαγειρικά, αισθητικά, σεξουαλικά, συχνά τους αφήνει με ένα αίσθημα κενού, έχοντας ανάγκη από κάτι άλλο, κάτι ουσιαστικό, κάτι περισσότερο. Και τι είναι αυτό το κάτι; Με μια λέξη: αγάπη. Με λίγα λόγια ακόμη: αίσθηση του ανήκειν.

Μέσα στην διάρκεια 142 λεπτών, τα μάτια μας καλούνται να απορροφήσουν κάποιες φαινομενικά αφηρημένες αλλά εντυπωσιακά όμορφες κινούμενες εικόνες. Ένα κλαμπ ανθρώπων που χορεύουν μέχρι το ξημέρωμα, μια καμηλοπάρδαλη να στέκεται ανάμεσα στους πετρώδεις τοίχους ενός κάστρου, ένα σμήνος από φλαμίνγκο που αναζητούν ανάπαυλα σε ένα έρημο μπαλκόνι πριν ξεκινήσουν το μεταναστευτικό τους ταξίδι και την πιο ισχυρή εικόνα από όλες: ενός τοίχου καλυμμένου από χιλιάδες φωτογραφίες που σκιαγραφούν τις αλλαγές στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη από μωρό σε παιδί κι από έφηβο σε άνδρα. Παρά την έλλειψη αφήγησης αυτό που σώζει αυτό το όλο εγχείρημα είναι τα περίπλοκα στρώματα οξύνοιας, βάθους και χιούμορ που υπάρχουν στην ταινία. Και χάρη σε όλα αυτά, το έργο του Sorrentino καταφέρνει να συλλάβει τη διαχρονική ομορφιά της αιώνιας πόλης, αλλά παράλληλα και την παρακμή, τη διαφθορά και τον ηδονισμό, αφήνοντας μας να αναρωτιόμαστε αν είναι ποτέ πραγματικά δυνατό να τα έχουμε όλα.

Όσες ωραίες εικόνες υπάρχουν στην ταινία, άλλες τόσες είναι και οι υπερβολές που διαθέτει. Ορισμένοι χαρακτήρισαν τον Sorrentino ως «τον νέο Fellini», αλλά το «ιταλός Luhrmann» νομίζω ότι του πάει περισσότερο, αφού κι αυτός, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και παραγεμίζει την οθόνη με τεχνάσματα. Οι οπτικές μεταφορές που χρησιμοποιεί είναι σε σημεία τραγικές, η επιμονή του στις χαμηλές γωνίες και το ανόητο μοντάζ θυμίζει Michael Bay, ενώ τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το θέμα της ταινίας, είναι ειρωνικό ότι το εντυπωσιακό έργο του κινηματογραφιστή του, Luca Bigazzi, κόβεται σε κάθε πλάνο χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως τη δουλειά του.

Κάπου εδώ θα ήθελα κάνω μια έκκληση αναστολής δημιουργίας ταινιών των οποίων οι αφηγήσεις βασίζονται σε χαρακτήρες που ψάχνουν για κάτι που στην πραγματικότητα συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους. Και τι εννοώ; Ανοίγοντας την ταινία με έναν ιάπωνα τουρίστα καθώς αυτός πέφτει νεκρός από μια μάλλον σοβαρή περίπτωση συνδρόμου Stendahl (μια ψυχοσωματική ασθένεια που προκαλεί γρήγορους χτύπους της καρδιάς, ίλιγγο, σύγχυση, ακόμη και παραισθήσεις, όταν εκτίθεται ένα άτομο στην τέχνη, συνήθως όταν η τέχνη είναι ιδιαίτερα όμορφη ή υπάρχει μεγάλος αριθμός έργων συγκεντρωμένα σε ένα χώρο) που προήλθε ατενίζοντας την ομορφιά του ρωμαϊκού τοπίου, είναι απορίας άξιο, σε ολόκληρη τη διάρκεια του έργου, γιατί ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί να εκτιμήσει τα αισθητικά θαύματα της πόλης του και δεν κάνει κάτι άλλο με τα εκατομμύρια που έχει, παρά μονό ασχολείται με ατελείωτα πάρτι κι ανούσιο σεξ με όμορφες νεαρές γυναίκες. Που κι αυτό δύσκολη ζωή δεν το λες.

Χειρότερη, δε, είναι η γκρίνια των προνομιούχων ανθρώπων (συνήθως καλλιτεχνών) για τον φθόνο τους απέναντι στους «απλούς ανθρώπους». Και η ταινία του Sorrentino βρίθει από τέτοια συμπεριφορά με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου ένα ζευγάρι λέει στον πρωταγωνιστή ότι τα σχέδιά τους για το βράδυ περιλαμβάνει έναν συνδυασμό σιδερώματος και παρακολούθησης τηλεόρασης. Ο πρωταγωνιστής απαντάει το βαρύγδουπο «Τι όμορφοι άνθρωποι που είστε» ενημερώνοντας τους παράλληλα για την πρόθεσή του να διασκεδάζει όλη τη νύχτα πηγαίνοντας για ύπνο την ώρα που εκείνοι θα σηκώνονται. Εκ μέρους των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, καλώ των Sorrentino να ζήσει λίγο στον κόσμο μας για μερικές εβδομάδες, πριν αποφασίσει να μας ξαναπεί ποσό πολύ μας ζηλεύει.

Όπως λοιπόν είπα και στην αρχή αυτής της κριτικής, η συγκεκριμένη ταινία διχάζει. Πρόκειται για μια όμορφη και πολύτιμη ταινία με τέλειες λήψεις, ειρωνεία και την αίσθηση του ονείρου ή για μια ταινία της όποιας η ρηχότητα του σεναρίου της αντισταθμίζεται από τις υποδειγματικές εικόνες της αιώνιας ομορφιάς της Ρώμης. Τα συμπεράσματα δικά σας…

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

How I Live Now [2/5]

Βασισμένη στο ομώνυμο βραβευμένο μυθιστόρημα της Meg Rosoff, η ταινία μας παρουσιάζει έναν διάκοσμο που θα μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει πραγματικότητα. Με φόντο το σκηνικό μιας συνεχούς επιδεινωμένης παγκόσμιας πολιτικής κατάστασης, η Daisy (Saoirse Ronan), μια νεαρή νεοϋορκέζα, επισκέπτεται τα ξαδέλφια της στη βρετανική ύπαιθρο, έναν κόσμο που απέχει πολύ από αυτό που έχει συνηθίσει. Έχοντας η ίδια δώσει υπόσχεση ότι θα ξεπεράσει τα όρια της, δεν γνωρίζει ότι το ταξίδι που την περιμένει απαιτεί πολλά περισσότερα από εκείνη.

Κλασσική ταινία ενηλικίωσης, λοιπόν, που όμως, παρά το είδος της, είναι πραγματικά εντυπωσιακά καλλιτεχνική. Όχι μόνο στην απεικόνιση της πανέμορφης εξοχής και την τραγική καταστροφή της χάρη στο ξέσπασμα μιας τεράστιας παγκόσμιας σύγκρουσης, αλλά και στην απεικόνιση της ιδίας της φύσης του πολέμου. Παρόλο όμως που η αγγλική ύπαιθρος προσφέρει το απαραίτητο οπτικό υπόβαθρο και δίνει τη δυνατότητα στην ταινία να καταφέρει με επιτυχία να περάσει τους παραλληλισμούς με το περιβάλλον, το έργο μοιάζει να μην πετυχαίνει πλήρως τον σκοπό του. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό εντοπίζεται κυρίως στο σενάριο. Ατεκμηρίωτο, αφήνοντας παρά πολλά ερωτήματα και παραλείποντας ή αγνοώντας πλήρως τα ηθικά ή δεοντολογικά διλήμματα που διαθέτει, το έργο φαίνεται να σπαταλάει τις δυνατότητες του για χάρη μιας πιο mainstream ιστορίας αγάπης χωρίς ουσία και χωρίς αληθοφάνεια. Λόγω του ότι είναι δύσκολο η ταινία να επενδύσει πάνω στην ιδία της την υπόθεση, βασίζεται εξολοκλήρου στη Saoirse Ronan, η οποία, με τη βοήθεια των υπολοίπων δευτεραγωνιστών, δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία αποδίδοντας τέλεια την αλλαγή από ένα απόμακρο ψυχρό πρόσωπο σε κάποια που όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή γίνεται απίστευτα αποφασισμένη να αντεπεξέλθει στα πάντα.

Εν κατακλείδι, μια ταινία που επιζητά απελπισμένα τον οπτικό εντυπωσιασμό έναντι της ουσίας, δεν μου είναι εύκολο να τη συστήσω. Θα πω μόνο ότι αν το αρχικό υλικό σάς είναι οικείο, τότε μάλλον θα πάρετε πολλά περισσότερα από την προσαρμογή του MacDonald από ότι ο απλός θεατής.

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

Battle of the Year [0/5]

Έχετε δει το «Step Up 3D»; To «StreetDance 3D»; Τα άλλα χίλια έργα με χορό που υπάρχουν εκεί έξω; Ε τότε, έχετε δει και το «Στη Μάχη του Χορού»…

Αφαιρώντας την παρουσία των δυο high-profile ονομάτων, του πρωταγωνιστή της τηλεοπτικής σειράς «Lost» Josh Holloway και του τραγουδιστή Chris Brown, η ταινία δεν διαθέτει τίποτα καινούργιο και καμία πρωτοτυπία. Ναι, τα χορευτικά είναι εντυπωσιακά. Αλλά αν θες να δεις χορό μπορείς άνετα να ανοίξεις το YouTube, παρά να σπαταλήσεις μία ώρα και σαράντα λεπτά από τη ζωή σου. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες 3D χορευτικές ταινίες, στα μισά περίπου του έργου συνειδητοποιείς ότι προσπαθούν να έχουν πλοκή και χαρακτήρες. Μα αν είναι δυνατόν!

Με μια πλοκή που το μεγαλύτερο κομμάτι της αποτελείται από βαρύγδουπους ενθαρρυντικούς λογούς (τους σιχαίνομαι), τίποτα δεν είναι τυχαίο. Αν και δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό, εδώ δεν θα μπορούσα να κάνω διαφορετικά αφού μιλάμε για αμερικανιά χειρίστου είδους. Οι ομάδες, ο τρόπος που χορεύουν, αυτά που λέγονται, αυτά που γίνονται είναι όλα μελετημένα και προσχεδιασμένα σε τέτοιο βαθμό και τόσο εμφανέστατα, που το όλο εγχείρημα καταντάει απίστευτα ενοχλητικό και κουραστικό για τον θεατή.

Με τρεις χαρακτηρισμούς, το «Στη Μάχη του Χορού» είναι προβλέψιμο, χαζό και βλαβερό για τα μάτια σας. Αποφύγετε το!

Free Birds [1/5]

Δεν γίνεται όλες οι ταινίες κινουμένων σχεδίων είναι τόσο καλές όσο της Disney και της Dreamworks. Υπάρχουν κι εκείνες που δεν πρόκειται να μείνουν «κλασσικές» στον χρόνο, που δεν θα παίζονται ξανά και ξανά τις γιορτές, που υπάρχουν μόνο και μόνο γιατί πρέπει να κυκλοφορήσουν από το στούντιο μια συγκεκριμένη περίοδο του έτους.

Το «Free Birds» είναι μια από αυτές τις ταινίες και παρόλο που είναι ευχάριστη και θα μπορέσετε άνετα να παρακολουθήσετε, με το που τελειώσει, αυτό ήταν. Η θύμηση της θα κρατήσει μέχρις ότου βγείτε από την αίθουσα. Και αυτό, από τη μια, είναι εντάξει, αφού με την λογική τού θα περάσει η ώρα μου, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί αξιοπρεπέστατο, τόσο οπτικά όσο και κωμικά. Από την άλλη, όμως, είναι τόσο φανερά τα μειονεκτήματα που διαθέτει, που ακόμα και αν σου αρκούσε το απλά αξιοπρεπές του πράγματος, εδώ δεν θα σου ήταν αρκετό.

Με το πρώτο μισό της ταινίας να χαίρει σωστής αντιμετώπισης από τους δημιουργούς της, οι πρώτες εντυπώσεις που δημιουργείς είναι θετικότατες. Ενδιαφέρουσα πλοκή, δυνατοί χαρακτήρες, έξυπνο χιούμορ, οπτική αισθητική, όλα δίνουν το παρόν δημιουργώντας μια σωστή βάση που για ακόμα μια φορά στον βωμό της γρηγοράδας και της επιτυχίας μένει ανεκμετάλλευτη. Δυστυχώς, από ένα σημείο και μετά, τα στερεότυπα και τα κλισέ καταλαμβάνουν πρώτη θέση, η αίσθηση του γνώριμου εμφανίζεται, τα αστεία μοιάζουν κοπιαρισμένα από παλιότερες (και καλύτερες) ταινίες κινούμενων σχεδίων, οι ανατροπές είναι γελοίες και η ηθική που διαποτίζει το όλο εγχείρημα ταιριάζει σε παιδιά νηπιαγωγείου.

Είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί οι συντελεστές του έργου το τράβηξαν τόσο πολύ και οδήγησαν την ταινία σε έναν αχταρμά καταστάσεων που και κουράζει και δεν βγάζει και νόημα. Ίσως γιατί επιδίωκαν τη δημιουργία μιας αθώας ανοησίας. Αν ναι, τότε τα κατάφεραν, γιατί η ταινία είναι κυριολεκτικά αυτό, μια ανοησία για παιδιά μέχρι δέκα χρόνων. Όλοι οι άλλοι, με τηλεσκόπιο.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Ain't Them Bodies Saints [2/5]

Το «Μείνε Δίπλα μου» είναι η ιστορία ενός ερωτικού τρίγωνου στο Τέξας, κινηματογραφημένη με ποιητικό τρόπο έτσι ώστε να τονίζονται περισσότερο τα συναισθήματα παρά η δράση.

Σαφέστατα επηρεασμένο από τον κόσμο του Terrence Malick, δυστυχώς το έργο δεν λέει πολλά. Αποτυγχάνοντας να μας παρέχει το απαραίτητο υπόβαθρο προκειμένου να ενδιαφερθούμε πλήρως για το τι βλέπουμε, το «Μείνε Δίπλα μου» είναι μια νωχελική ταινία που χρησιμοποιεί σκοτεινό φωτισμό και διάσπαρτο διάλογο προκειμένου να συλλάβει ένα συναίσθημα διαπεραστικού πόθου.

Υπό την καθοδήγηση του κινηματογραφιστή Bradford Young και την υποστήριξη του μελαγχολικού σκορ του Daniel Hart, είναι μια ταινία που, ως έναν βαθμό, δεσμεύει τις αισθήσεις και μας ελκύει με στιγμές συγκινητικής ομορφιάς. Τελικά, όμως, η προχειρότητα του όλου εγχειρήματος επικρατεί, κάνοντας μας να πούμε ότι η ταινία είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιοι θα θαυμάσουν, κανένας όμως δεν θα αγαπήσει.

Cloudy with a Chance of Meatballs 2 [0.5/5]

Με την πρόβλεψη ότι στο μέλλον θα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι συμβαίνει στις ταινίες όταν το Χόλιγουντ θέλει να βγάλει λεφτά, το «Βρέχει Κεφτέδες 2» απλά δεν βλέπεται. Είναι απορίας άξιο το πώς το στούντιο παραγωγής διάβασε, έγκρινε, είδε και κυκλοφόρησε αυτή την ταινία.

Η ταινία του 2009 μπορεί να μην αποτελεί και κάποιο φωτεινό παράδειγμα στον θαυμαστό κόσμο των κινούμενων σχεδίων, ήταν, αν μη τι άλλο, δημιουργική κι αξιοπρεπέστατη. Εδώ, όμως, τα πράγματα γράφουν μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Η ιστορία του σίκουελ ξεκινά ακριβώς εκεί που τέλειωσε το πρώτο. Η μηχανή που παράγει φαγητό με κάποιον τρόπο συγχωνεύτηκε με το περιβάλλον και τα ζώα και τώρα πια παράγει «foodimals». Ναι, σωστά διαβάσατε, παράγει «foodimals» υπό τη μορφή καρπουζοελέφαντων, αραχνομπέργκερ και ούτω καθεξής. Όπως αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τέτοια παιδαριώδη λογοπαίγνια θέτουν τον τόνο για ηθελημένες νεανικές γελοιότητες σε αυτό το απωθητικό δεύτερο μέρος.

Μπορεί το νέο σκηνοθετικό δίδυμο, Cody Cameron και Kris Pearn, να καταβάλει μέγιστη προσπάθεια προκειμένου να κρατήσει το πολύχρωμο, καρτουνίστικο ύφος που έκανε την πρώτη ταινία τόσο δημοφιλή, δυστυχώς όμως το «Βρέχει Κεφτέδες 2» δεν σώζεται με τίποτα. Το έξυπνο κωμικό στοιχείο παύει να υπάρχει, οι χαρακτήρες καταντούν εξαιρετικά ενοχλητικοί, το ελληνικό voice-over είναι για κλάματα, η ποιότητα του κινούμενου σχεδίου δεν αγγίζει τα σημερινά δεδομένα και το κυριότερο, η ταινία είναι εξαντλητικά βαρετή. Υπάρχουν βαθιά χωμένα μηνύματα για τους κινδύνους των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων και για το να είμαστε πιστοί στους φίλους μας, ο αντίκτυπος τους όμως είναι μηδαμινός.

Για να μην μακρηγορώ, το κοινό που εκτίμησε τη πρώτη ταινία ίσως την απολαύσει, όλοι οι υπόλοιποι πιθανότατα να αντιληφτούν ότι η δεύτερη μερίδα από Κεφτέδες δεν καταπίνεται με τίποτα.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Captain Phillips [3/5]

Με βάση την πρώτη πειρατεία που έγινε σε φορτηγό πλοίο των ΗΠΑ εδώ και διακόσια χρόνια, το «Captain Phillips» είναι μια τεταμένη κινηματογραφική εμπειρία. Ο Paul Greengrass, καθόλου ξένος στη δημιουργία ταινιών με πολύ σασπένς («Πτήση 93», η τριλογία «Bourne»), σκηνοθετεί αυτή την αληθινή ιστορία με το χαρακτηριστικό ντοκιμαντερίστικο στυλ του, παρέχοντας μας ένα τεχνικά άρτιο αλλά άνισα δομημένο έργο.

Ο Tom Hanks πρωταγωνιστεί ως καπετάν Phillips, ένας αυστηρός τύπος που ξεκίνα από το Ομάν για να παραδώσει τα τρόφιμα και τις προμήθειες του στη Μομπάσα. Ωστόσο, σομαλοί πειρατές καταλαμβάνουν στα μέσα της διαδρομής το πλοίο ζητώντας λεφτά. Με τους πολιτισμούς των ΗΠΑ και της Σομαλίας να παρουσιάζονται από μια χούφτα σύντομων σκηνών αναμεμιγμένων μεταξύ τους, ένας αρκετά έξυπνος τρόπος επίδειξης των έντονων αντιθέσεων στις πολιτιστικές συμπεριφορές κι ανάγκες επιβίωσης, αυτή η πρώτη πράξη, η οποία καταλαμβάνει περίπου το ήμισυ της συνολικής διάρκειας της ταινίας, είναι αρκετά συγκλονιστική και σε έχει κυριολεκτικά στην τσίτα. Η δομή της θυμίζει μια ταινία δράσης χωρίς όμως τους στερεότυπους καλούς και κακούς. Ρίχνοντας φως και στις δύο πλευρές της σύγκρουσης, χωρίς ποτέ να διαλέγει πλευρά, η ταινία του Greengrass συλλαμβάνει άψογα την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης δράσης κάτω από ακραίες συνθήκες και επιλέγει να δημιουργήσει μια ιστορία όπου οι άνθρωποι δρουν σαν πραγματικοί άνθρωποι. Κάθε εξέλιξη γίνεται όλο και πιο ανησυχητική, ανεβάζοντας την ένταση κατακόρυφα, κρατώντας την προσοχή σου μέχρι το τέλος.

Δυστυχώς όμως το φιλμ χάνει, εν μέρει, τη δυναμική του στο δεύτερο μισό. Η μεγαλύτερη παγίδα στην όποια πέφτει είναι το γεγονός ότι όσο ο Greengrass προσπαθεί, και σαφέστατα πετυχαίνει, να κρατήσει την αδρεναλίνη σε ψηλά επίπεδα, τόσο χάνει από την ιστορία του, αποδεικνύοντας ότι η απόφαση του να κινηματογραφήσει εξ ολοκλήρου την ιστορία ως ένα θρίλερ δράσης κι όχι ως ένα δράμα ήταν λανθασμένη. Με τον φόβο να μην κάνω spoiler σε αυτούς που δεν ξέρουν την πραγματική ιστορία και το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ταινία από ένα σημείο και μετά μοιάζει να επαναλαμβάνεται και στις δύο περίπου ώρες που διαρκεί σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί δεν κόπηκαν κάποια σημεία στο μοντάζ. Αυτό συμβαίνει γιατί παρά την εξαιρετική ατμόσφαιρα της, ορισμένες σκηνές και σεναριακές ευκολίες αφαιρούν την ανησυχία που διαθέτουμε ως κοινό, ενώ δεν βοηθάει και το γεγονός ότι ορισμένες εξελίξεις πραγματοποιούνται ακριβώς όπως τις περιμένουμε χωρίς κάποιο «τουίστ».

Είναι βέβαια σχεδόν αυτονόητο να πούμε ότι πέρα από το ελαττωματικό σενάριο του, το φιλμ αριστεύει τεχνικά κι ερμηνευτικά. Από τη μια έχουμε τον Greengrass που ενώ στα προηγούμενα έργα του είχε την τάση να βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην «κάμερα χεριού» και άλλα, για λογούς εντυπωσιασμού, κόλπα, εδώ φαίνεται να ωριμάζει. Η ταινία μεταφέρει τη δράση και την ένταση με έναν οργανικό τρόπο επιτυγχάνοντας έναν έντονο ρεαλισμό, όπου αυτά που διακυβεύονται δεν είναι ποτέ υπό αμφισβήτηση και η ιστορία δεν χάνεται. Και από την άλλη έχουμε τον Tom Hanks, ο οποίος δίνει μια από τις πιο καλύτερες ερμηνείες του εδώ και χρόνια. Χρησιμοποιώντας πλήρως τα ερμηνευτικά του ταλέντα, σκάβει βαθιά σε έναν χαρακτήρα ωμό και συναισθηματικά πολύπλοκο και αριστεύει αποτελώντας εύκολα την καρδιά της ταινίας.

Δίνοντας μια νέα προοπτική στο τι είναι πολύτιμο και τι όχι, το «Captain Phillips» είναι, πέρα από τα ελαττώματα της, μια καθηλωτική βιογραφία που θα σας κρατήσει σε εγρήγορση όπως οφείλει να κάνει κάθε μεγάλη ιστορία.

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Philomena [4.5/5]

Με βάση μια αξιοσημείωτη αληθινή ιστορία και σκηνοθετημένη με ένα περίεργο μείγμα κινηματογραφικών ειδών που συνήθως δεν βλέπουμε να συνυπάρχουν στην ίδια ταινία, η νέα ταινία του Stephen Frears είναι ένα συγκινητικό, γλυκόπικρο φιλμ για τα μυστικά, καθώς και μια εξερεύνηση της θνησιμότητας και της λύτρωσης.

Το πρωτεύον στοιχείο που κάνει την ταινία τόσο επιτυχημένη είναι το σενάριο της. Με επιτακτική την ανάγκη να δείτε την ταινία μην έχοντας καμία γνώση για αυτήν, τα μόνα που μπορώ να αναφέρω είναι ότι η ταινία βασίζεται στο βιβλίο «The Lost Child of Philomena Lee» του Martin Sixsmith και πως αξίζει όλα τα βραβεία που θα πάρει. Οι Steve Coogan και Jeff Pope έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ιστορία γεμάτη από ολοκληρωμένους χαρακτήρες, διάλογους ρεαλιστικούς και μερικές φόρες τολμηρούς και αρκετές δόσεις χιούμορ και γοητείας χωρίς ποτέ να ξεχνούν την πραγματική σημασία της υπόθεσης.

Από εκεί και πέρα, οι υπόλοιποι παράγοντες που συμβάλουν στην επιτυχία της ταινία είναι πολλοί. Πρωτίστως, το όνομα Stephen Frears. Μετά την άκρως επιτυχημένη «Βασίλισσα» του, ο σκηνοθέτης φάνηκε να παλεύει για μερικά χρόνια («Κόρωνα Γράμματα», «Η Επεισοδιακή Επιστροφή της Ταμάρα Ντρου», «Cheri») να βρει τη φόρμα του. Με το «Philomena» επανέρχεται δυναμικά σκηνοθετώντας ένα δράμα που είναι συναρπαστικό, ξεκαρδιστικό και ψυχαγωγικό: όλα την ίδια στιγμή. Ξετυλίγοντας την ιστορία του με ομαλό κι ομοιόμορφο τρόπο, ο Frears ξέρει ακριβώς πότε να είναι σοβαρός, πότε να ελαφρύνει την ιστορία και πάνω από όλα να την κρατά πάντα ενδιαφέρουσα.

Αλλά ακόμα περισσότερο από όλα τα πλεονεκτήματα που αναφέραμε, υπάρχουν οι Judi Dench και Steve Coogan σε δύο από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας τους. Δίνοντας μια στωική και γενναία ερμηνεία μιας γυναίκας που έζησε μια ζωή γεμάτη τύψεις και μυστικά, η Dench φέρνει μια αίσθηση αισιοδοξίας και πραγματικής λαχτάρας στον ρόλο, δημιουργώντας έναν χαρακτήρα πάντα πιστευτό χωρίς πότε να γίνεται καρικατούρα. Απέναντι της ο Steve Coogan, αφήνοντας πίσω του τη συνήθως κωμική περσόνα του, δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του ως Martin Sixsmith. Αστείος, επίμονος, προστατευτικός και κυνικός, ο Coogan πρέπει να είχε ένα πραγματικό πάθος για αυτό το έργο και αυτό φαίνεται.

Δεν υπάρχουν πολλές ταινίες που έχουν τη δυνατότητα να σου προκαλέσουν γέλιο και κλάμα ταυτόχρονα. Το «Philomena», νικητής του βραβείου καλύτερου σεναρίου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας, επιτυγχάνει αυτό τον άθλο αριστοτεχνικά. Ήπια αστεία και ταυτόχρονα καταστροφικά τραγική, είναι μια θαυμάσια ταινία που καταφέρνει να βγάλει πραγματικά συναισθήματα από το κοινό της. Ένα πραγματικά εξαιρετικό φιλμ που σας συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε.

Miss Violence [3.5/5]

Υπάρχουν ταινίες που αποφασίζουν να πάρουν την ευθύνη και να ασχοληθούν με δύσκολα θέματα. Όσο δύσκολο κι αν είναι να τις παρακολουθήσεις, αποτελούν έναν αποτελεσματικό τρόπο για να «ριχτεί φως» και σε τούτη την πλευρά της ζωής.

Έχοντας στον πυρήνα του ένα τέτοιο δύσκολο θέμα, το «Miss Violence» ανοίγει εντυπωσιακά. Ένα μινιμαλιστικό διαμέρισμα διακοσμημένο με παστέλ κι απαλά χρώματα αποτελεί τον τόπο διεξαγωγής του πάρτι γενεθλίων ενός κοριτσιού. Λίγο μετά το κόψιμο της τούρτας και καθώς η μουσική παίζει για τη μικρή εορτάζουσα, η εντεκάχρονη Αγγελική πηδάει απροσδόκητα από το μπαλκόνι του διαμερίσματος. Με ένα πέπλο μυστήριου να καλύπτει τους λογούς αυτή της η πράξης, το υπόλοιπο της ταινίας ακολουθεί την οικογένεια καθώς προσπαθεί να κρύψει τα, άξια θανάτου, μυστικά που κρύβει.

Θυμίζοντας την αισθητική του «Κυνόδοντα», η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά αφήνει την ιστορία της να εξελιχτεί σίγα-σίγα, αναπτύσσοντας και παρουσιάζοντας τις σχέσεις των χαρακτήρων μεταξύ τους, αλλά και με βάση τους κανόνες του κόσμου που ζούμε. Χάρη στην επιδέξια σκηνοθεσία του Αβρανά (ο οποίος έχει και χρέη συν-σεναριογράφου), καθώς οι ανομολόγητες πράξεις της οικογενείας αποκαλύπτονται, τόσο αυξάνεται και η ένταση. Κι όσο αυτά ξεσκεπάζονται, τόσο πιο πολύ έρχεται στο φως η τρομακτική πραγματικότητα. Σχεδόν κάθε σκηνή αποκαλύπτει κάποιο παράξενο νέο κομμάτι του παζλ και μέχρι να φτάσεις στον λόγο που έκανε την Αγγελική να αυτοκτονήσει, είσαι εξολοκλήρου απορροφημένος από την αφήγηση.

Αν και το κοινό θα μπει στον πειρασμό να τοποθετήσει την ιστορία στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το «Miss Violence» είναι μια ταινία για την εξουσία, την ενδοοικογενειακή βία, τη σάπια και διεφθαρμένη καρδιά της οικογενειακής μονάδας, καθώς και τον τρόπο που η κοινωνία και τα άτομα παραμένουν αδιάφοροι σε ό,τι γίνεται γύρω τους.

Σκληρό και σοκαριστικό, διαθέτοντας ρυθμό και υποκριτική δύναμη από όλο το καστ, το «Miss Violence» είναι μια ακόμα (μετά το φετινό «Το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού») εξαιρετική προσθήκη σε αυτό που αποκαλούμε νέο ελληνικό σινεμά.

Fruitvale Station [4/5]

Το «Μια Στάση Πριν το Τέλος», η πρώτη μεγάλου μήκους του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ryan Coogler, κέρδισε το βραβείο κοινού και της Κριτικής Επιτροπής στο φεστιβάλ Sundance του τρέχοντος έτους, καθώς κι ένα βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Κανών, και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς το γιατί. Αυτό το συναισθηματικά έξυπνο δράμα κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, καθώς μπροστά σου ξεδιπλώνεται η ζωή του Oscar Grant (Michael B. Jordan). Αν δεν γνωρίζετε πράγματα για την ταινία, θα ήθελα να σας προτείνω να πατέ να τη δείτε διαβάζοντας όσο το δυνατόν λιγότερα. Παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, η ταινία είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ ότι οι άξιες λόγου λεπτομέρειές του.

Διαθέτοντας μια πολύ ξεκάθαρη ιστορία, είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόσα καταφέρνει και επιτυγχάνει σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Ryan Coogler. Σε μόλις 85 λεπτά, σκηνοθετεί ένα έργο γεμάτο αυτοπεποίθηση, ένταση και ρυθμό συλλαμβάνοντας τα γεγονότα, αλλά και την ουσία του ιδίου του ανθρώπου του οποίου την ιστορία διηγείται, αφήνοντας απ’ έξω οποιοδήποτε ίχνος συναισθηματισμού και κενών πολιτικών τοποθετήσεων. Είναι σπάνιο να βλέπεις ότι μια ταινία σαν αυτή μπορεί, ακόμα και σήμερα, να λάβει μια τέτοια προσέγγιση, να κρατηθεί και απλώς να πει την ιστορία όσο πιο λιτά μπορεί χωρίς προσηλυτισμό, αφήνοντας μας να γνωρίσουμε τους κατοίκους του κόσμου της, χωρίς ποτέ να μα τους προσφέρει ως μάρτυρες. Ο Coogler δείχνει να ξέρει πώς να χειριστεί μια σκηνή και να την κάνει αυθεντική. Οι στιγμές ελαφρότητας, όπως η αντίστροφη μέτρηση για τη νέα χρονιά, έρχονται σε αντίστιξη με τεταμένες αντιπαραθέσεις του παρελθόντος. Ενώ ο διάλογος είναι τόσο ρεαλιστικός, που αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς ένα κομμάτι της πραγματικής ζωής.

Ακόμα πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτήν την ταινία, πέρα από το σενάριο και τη σκηνοθεσία, είναι οι ερμηνείες. Αρχικώς, αν δεν έχετε ακούσει το όνομα Michael B. Jordan, είμαι βέβαιος ότι θα το ακούσετε στο μέλλον. Η ερμηνεία του ως Oscar Grant σε αυτή την ταινία είναι εξαιρετική. Ούτε μία φορά δεν πίστεψα ότι έβλεπα έναν ηθοποιό να προσπαθεί να δώσει τον καλύτερο εαυτό του προκειμένου να απεικονίσει ένα πραγματικό πρόσωπο. Πίστευα ότι ήταν αυτός ο τύπος και ότι έβλεπα τη ζωή του. Πραγματικά, μια λαμπρή ερμηνεία. Διπλά του, δίνοντας εξίσου σημαντικές ερμηνείες, ξεχωρίζουν δύο γυναίκες. Η βραβευμένη με Όσκαρ Octavia Spencer και η άγνωστη (για μένα) Melonie Diaz. Η πρώτη κάνει οδυνηρά αισθητή την παρουσία της και μένει χαραγμένη στη μνήμη μας ακόμα και μετά τους τίτλους τέλους, ενώ η δεύτερη δίνοντας μια πολυεπίπεδη ερμηνεία είναι πραγματικά μια αποκάλυψη. Από εκεί και πέρα, όλοι οι υπόλοιποι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους έτσι ώστε, με σεβασμό στους πραγματικούς ανθρώπους που υποδύονται, κάθε στιγμή αυτής της ταινίας να μοιάζει ρεαλιστική.

Με γνώμονα ένα κλιπ από το YouTube, η ταινία αποκαλύπτει τον άνθρωπο που συλλαμβάνεται από την κάμερα ενός iPhone και γίνεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς να μεταφέρεις ένα πραγματικό γεγονός στο κινηματογράφο με τον σωστό τρόπο, αλλά κι ένα εκπληκτικό σχόλιο πάνω στη φυλετική αντίληψη. Ποτέ υπερβολικά συναισθηματικό, σε σενάριο και σκηνοθεσία από έναν άνθρωπο που μοιάζει να έχει ένα φυσικό χάρισμα για τον κινηματογράφο, και περιλαμβάνοντας μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες του 2013, το «Μια Στάση Πριν το Τέλος» είναι ένα καθηλωτικό, συναρπαστικό κι εκπληκτικό πορτρέτο μιας πρόσφατης τραγωδίας.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Prisoners [3.5/5]

Αν και με την πρώτη εντύπωση το Prisoners μοιάζει σαν μια στοιχειώδης ταινία γύρω από την απαγωγή, κάθε άλλο παρά τέτοια είναι. Χάρη στον αντισυμβατικό τρόπο αφήγησης, το περίπλοκο σενάριο και το γεγονός ότι προκαλεί συνεχώς την ηθική του θεατή, το Prisoners καταφέρνει και ξεχωρίσει υπενθυμίζοντας μας ότι οποιοδήποτε είδος πλοκής μπορεί να εξελιχτεί σε μια πολύ καλή ταινία, ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει ειπωθεί.

Αν και κατά κύριο λόγο ένα θρίλερ αγωνίας, το είδος εκείνο στο οποίο καλούμαστε να «λύσουμε» την υπόθεση, το Prisoners διαφέρει γιατί μας προκαλεί συνεχώς σε μια επανεξέταση της ένοχης. Χωρίς να χάνει χρόνο και θέλοντας να βάλει το κοινό στο «παιχνίδι», το σενάριο του Aaron Guzikowski, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, καταφέρνει να σκιαγραφήσει ρεαλιστικές προσωπικότητες με κίνητρα, ηθικές και αρχές, αφήνοντας όμως έξυπνα τον θεατή να αντιληφθεί τους χαρακτήρες όπως εκείνος θέλει και να πάρει το μέρος οποιουδήποτε επιθυμεί. Κάνοντας μας μάρτυρες των συγκλονιστικών πράξεων που διαπράττονται επί της οθόνης, μας αναγκάζει συνεχώς να εξετάσουμε αυτούς τους ελαττωματικούς χαρακτήρες από διαφορετικές οπτικές γωνίες, ενώ εισάγοντας ευφυέστατες ενδείξεις καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, αποπροσανατολίζοντας την αντίληψη των πραγμάτων, καταφέρνει να κρατήσει ακόμα πιο αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

Για έναν μη-αμερικανό σκηνοθέτη, η οπτική του Villeneuve για την αγροτική Αμερική είναι αρίστη κι οξυδερκής. Συλλαμβάνοντας πολύ όμορφα την τραυματισμένη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που ζουν εκεί και σε συνεργασία με την απίστευτη φωτογραφία του Deakins, ο Villeneuve μετατρέπει το Prisoners σε μια ταινία όπου κάθε πλάνο και κάθε λέξη γίνεται σημαντική, ακόμη κι αν η ίδια η ταινία είναι 15 με 20 λεπτά μεγαλύτερη απ’ ό,τι πρέπει. Μια ταινία που δεν φοβάται να εμβαθύνει στο σκοτάδι με το οποίο ασχολείται και σε αντίθεση με το τυπικό πρότυπο απαγωγή-εκδίκηση, δεν αναλώνεται σε ανόητες κι εύκολες απαντήσεις.

Μεγάλο ποσοστό στην επιτυχία της διεκδικούν οι ερμηνείες όλου του καστ. Στον πιο δυνατό ρόλο της ταινίας, ο Jackman καταπλήσσει ως πατέρας, του οποίου η απόγνωση γίνεται το καύσιμο που απαιτείται για την όλο και πιο αμείλικτη συμπεριφορά του. Εξίσου εξαιρετικός, αν και πολύ πιο πειθαρχημένος και λιγότερο επιδεικτικός, κι ο Jake Gyllenhaal στον ρόλο του ντετέκτιβ που προσπαθεί να λύσει την υπόθεση. Τέλος, οι Bello, Howard, και Davis είναι πειστικοί στους μικρούς αλλά ουσιώδης ρόλους τους.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα βαθιά ανησυχητικό και λεπτό παιχνίδι ηθικής και μετατρέπουν το Prisoners σε ένα πρώτης τάξεως θρίλερ μυστήριου και μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

All Is Lost [4/5]

Ο αμερικανός σκηνοθέτης J.C. Chandor εμφανίστηκε πρώτη φορά στα κινηματογραφικά δρώμενα με την υποψηφία για Όσκαρ ταινία του, «Ο Δρόμος του Χρήματος», η οποία, με τη χρήση διαλογών κι ομιλιών προσπάθησε να παρουσιάσει και να μας εξηγήσει την οικονομική κρίση σαν να ήμασταν «ένα μικρό παιδί». Η νέα του ταινία «Όλα Χάθηκαν» δεν έχει σχεδόν καθόλου ομιλία. Υπάρχει ένας σύντομος μονόλογος (που χρησιμεύει ως πρόλογος) και κάνα δύο φωνές, αλλά μέχρι εκεί.

Η υπόθεση θέλει τον Robert Redford να παίζει έναν ανώνυμο και μοναχικό ιστιοπλόο που ξυπνά ένα πρωί για να βρει το σκάφος του να έχει πέσει πάνω σε ένα κοντέινερ, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαρροή νερού στην καμπίνα του. Διαθέτοντας μια εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια, η ταινία επικεντρώνεται στην προσπάθεια επιβίωσης του πρωταγωνιστή, καθώς ήρεμα αλλά με προσοχή κάνει τα σωστά πράγματα, ξεπερνώντας μια σειρά από καταστροφικά και δραματικά γεγονότα, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι δεν θα πεθαίνει στη μέση του ωκεανού. Κι εδώ κρύβεται η δύναμη της. Στο εντελώς μη δραματοποιημένο τρόπο με τον οποίο ο χαρακτήρας τα βγάζει πέρα με κάθε πρόβλημα. Δεν υπάρχουν δάκρυα ή κατηγόριες, δεν υπάρχουν εκλύσεις στον Θεό ή στροφή προς την προσευχή. Δεν κολλάει στην κατάσταση του, αλλά προσπαθεί να βγει από αυτήν. Μπορεί να μην είναι γρήγορος, αλλά η ηλικία του είναι ένα πλεονέκτημα. Είναι ένας άνθρωπος από μια γενιά που ξέρει πώς να κάνει πράγματα και ο Redford το αποδίδει αυτό υπέροχα.

Και μπορεί η πρώτη εντύπωση να είναι πως μιλάμε για μια απλή ιστορία ενός άνδρα που χάνεται στην θάλασσα, όμως το «Όλα Χάθηκαν» είναι πολλά παραπάνω. Φέρνοντας στο μυαλό το μυθιστόρημα «Ο Γέρος και η Θάλασσα» του Έρνεστ Χέμινγουεϊ όσον αφορά την απεικόνιση του ανθρώπου ενάντια στα στοιχειά της φύσης, το φιλμ του Chandor είναι ένα πρωτότυπο και συγκλονιστικό πορτρέτο ενός ανθρώπου που μάχεται για τη ζωή του. Οι μεταφορές και οι οπτικές λεπτομέρειες που βρίσκονται κρυμμένες μέσα στην απλοϊκότητα του θέματος, είναι σε τέτοιο βάθος που είναι πραγματικά εντυπωσιακό και καθηλωτικό όταν κάτσεις να το σκεφτείς. Η ρεαλιστικότητα, τώρα, με την οποία είναι όλα αποτυπωμένα, μετατρέπει το έργο σε μια συναρπαστική και γεμάτη σασπένς περιπέτεια.

Ως ο μοναχικός χαρακτήρας, ο Robert Redford παραδίδει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία. Χωρίς άλλους ανθρώπους γύρω του, δεν αρθρώνει λέξη, ενώ για χάρη της πίστης του Chandor στους θεατές και την ικανότητα τους να καταλάβουν από μόνοι τους τα πράγματα, δεν υπάρχει ούτε καν αφήγηση του ήρωα για να εξηγήσει τι σκέφτεται κι αισθάνεται. Αντ’ αυτού, είναι το πρόσωπό του και οι ενέργειές του που αντικαθιστούν την ομιλία. Εκεί που ένας άλλος ηθοποιός θα έμπαινε στον πειρασμό να υπερβάλλει, ο Redford διατηρεί μια απίστευτη στωικότητα, γεγονός που καθιστά τις στιγμές που ξεσπάει ακόμα πιο ισχυρές. Όμως, πέρα από αυτή τη στωικότητα, μπορούμε πάντα να δούμε ότι το μυαλό του λειτουργεί, ότι έχει ένα σχέδιο. Είναι μια αριστοτεχνική απόδοση από έναν θρύλο του Χόλιγουντ, που θα τον οδηγήσει σίγουρα σε βραβεύσεις.

Συνοψίζοντας, το «Όλα Χάθηκαν» είναι ένα εξωφρενικά εντυπωσιακό επίτευγμα του Chandor. Μια εκπληκτικά ώριμη και βαθιά ιστορία για τη δύναμη της φύσης, τις δυσκολίες της ζωής, αλλά και τη δύναμη της θέλησης που έχουμε όλοι μέσα μας προκειμένου να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δύναμη και τις δυσκολίες και να επιβιώσουμε.

Despicable Me 2 [3.5/5]

Όπως στα περισσότερα σίκουελ διάσημων κι επιτυχημένων ταινιών, έτσι και στο «Εγώ, ο Απαισιότατος 2» το στοιχειό της πρωτοτυπίας αλλά και της έκπληξης έχει ελαττωθεί κατά πολύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, αυτό δεν πειράζει καθόλου αφού οι σεναριογράφοι Cinco Paul και Ken Daurio καταφέρνουν και κρατούν όλα τα θετικά της πρώτης, πατούν πάνω σε αυτά και διατηρούν σε έναν μεγάλο βαθμό τη μαγεία του πρώτου επεισοδίου.

Ενώ η αρχική ταινία του 2010 μετέτρεπε έξυπνα τον κακό του πρωταγωνιστή Gru σε έναν ήρωα, αυτό το ακαταμάχητο σίκουελ καταφέρνει κι αξιοποιεί πλήρως τη νέα ιδιότητά του. Αν κι ένας σωφρονισμένος πρώην σούπερ-κακοποιός και νυν υπεύθυνος οικογενειάρχης, η πλοκή του έργου θέλει τον Gru να προσλαμβάνεται για να βοηθήσει την Anti-Villain League, προκειμένου να σώσει τον κόσμο από την εμφάνιση ενός νέου κακού. Χρησιμοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες αυτής της ολοκαίνουργιας βάσης, η ταινία χτίζει έναν γνώριμο αλλά και νέο κόσμο.

Σε αυτό το νέο σύμπαν, η χαριτωμενιά των τριών κορών του Gru παίζει μεγαλύτερο ρόλο, ειδικά της μικρής Agnes, η οποία είναι απολύτως αξιαγάπητη. Ο Gru είναι πιο χαλαρός, αλλά και πιο αδέξιος. Η προσθήκη της πράκτορας-βοηθού Wilde (ερμηνευμένη φωνητικά στην εντέλεια από την Kristen Wiig) αποτελεί μια έξυπνη προσθήκη και το τέλειο, γυναικείο, αντίβαρο στον Gru. Ενώ, για ακόμα μια φορά, η μεγαλύτερη δύναμη του έργου, τα Μίνιον, διαθέτοντας περισσότερο χρόνο τα δίνουν όλα.

Συνυπολογίζοντας τώρα ότι χάρη στη σκηνοθεσία των Pierre Coffin και Chris Renaud, η ταινία δεν χάνει ούτε στιγμή τον ξέφρενο ρυθμό της, το «Εγώ, ο Απαισιότατος 2» παρόλο που δεν φτάνει τον προκάτοχό του, εξακολουθεί να είναι ένα ευφυέστατο μείγμα ιδεών και δράσης εμπλουτισμένο με χρώμα και μπόλικο χιούμορ, που αξίζει τη βόλτα μέχρι την πλησιέστερη κινηματογραφική αίθουσα.

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Closed Circuit [1.5/5]

Δεν μπορώ να πω, το «Επικίνδυνο Κύκλωμα» είναι ένα διασκεδαστικό θρίλερ συνωμοσίας για την επικρατούσα αγγλοαμερικανική κατάσταση στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, που δεν πασχίζει να είναι κάτι παραπάνω από αυτό που είναι, και στα 95 λεπτά της διάρκειας του, αν μη τι άλλο, δεν κουράζει. Το κακό όμως είναι έχουμε δει τόσες πολλές τέτοιους είδους ταινίες, που είναι πραγματικά δύσκολο να εκπλαγείς ή να ενθουσιαστείς ξανά. Ακόμα κι αν η ταινία διαθέτει ένα «μίνι-τουίστ», αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινό θα ενδιαφερθεί για ένα, κατά τα αλλά, τετριμμένο έργο.

Αναμφίβολα, βάση για κάτι καλό υπάρχει. Ο σεναριογράφος Steven Knight θέτει μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: πώς μπορεί κάποιος να προβεί σε δίκαιη δίκη σε περιπτώσεις όπου οι απαιτήσεις της δικαιοσύνης και της ασφάλειας της χώρας φαίνεται να αντιτίθενται μεταξύ τους τόσο άμεσα; Η κατάσταση αυτή προσφέρει ένα σαφέστατο πρόβλημα και ενδεχομένως θα αποτελούσε έναν πρωτότυπο τρόπο δόμησης του σεναρίου. Αντ’ αυτού, όμως, τα πράγματα παίρνουν τη συμβατική οδό αρκετά γρήγορα.

Τίποτα από την ιστορία του Knight δεν είναι πρωτότυπο ή ασυνήθιστο. Μας βάζει σε έναν κόσμο που όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά και στη συνέχεια αφήνει τις εμφανής γνώσεις του για το βρετανικό νομικό σύστημα να πάρουν τον έλεγχο. Οι κακοί είναι ολοφάνεροι, κάποιες αποκαλύψεις είναι προβλέψιμα βαρετές, οι κλασικές λήψεις από κάμερες κλειστού κυκλώματος καθιστούν σαφές ότι οι πρωταγωνιστές παρακολουθούνται, η τρίτη πράξη καταλήγει σε άσκοπες σκηνές κυνηγητού και δράσης και φυσικά υπάρχει το πανάσχετο κι εντελώς διακοσμητικό ρομαντικό κομμάτι της υπόθεσης. Όλα τα παραπάνω κάνουν το έργο να πάσχει από μια σοβαρή περίπτωση κινηματογραφικού déjà vu.

Αν είστε φανατικός οπαδός του είδους, υποθέτω ότι θα πάρετε κάποια ευχαρίστηση βλέποντας μία από τα ίδια. Για εκείνους που τους αρέσει μια ταινία που προσπαθεί να ταρακουνήσει λίγο το καλούπι δημιουργώντας κάτι αξιομνημόνευτο, προτείνω να ψάξετε να δείτε κάτι άλλο.

Metallica: Through the Never [2/5]

Ως ταινία-συναυλία, το «Through the Never» είναι κάτι το σύνηθες που όμως, αντικειμενικά, θα σε απορροφήσει χάρη στη δύναμη της μουσικής. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε για μια αυστηρά ταινία-συναυλίας. Η προσθήκη μιας εκπληκτικά κακοσχεδιασμένης, φανταστικής δευτερεύουσας πλοκής, που θέλει έναν βοηθό (ερμηνευμένο από τον Dane DeHaan) να ψάχνει μια μυστηριώδη τσάντα, ωθεί την ταινία του Antal στη σφαίρα της ανοησίας.

Είναι σαφές ότι η πρόθεση αυτής της ιστορίας, πέρα από το να μετατρέψει τη συναυλία σε κάτι περισσότερο από μια απλή κινηματογραφική αναπαραγωγή ενός live-event, είναι να δώσει νέα οπτική αναπαράσταση και δυναμισμό στα εξαιρετικά γνωστά τραγούδια. Αντ’ αυτού, καταλήγει να είναι περισσότερο μια απογοητευτική απόσπαση της προσοχής σου από μια συναυλία που λειτουργεί αρκετά καλά από μόνη της.

Δεδομένου όμως ότι είναι ως επί το πλείστον μια ταινία-συναυλία, είναι δύσκολο να δώσει κάποιος στο «Through the Never» μια σωστή αξιολόγηση. Ας το θέσω έτσι: αν είστε φαν των Metallica, να τρέξτε από τώρα στην ούρα για εισιτήριο. Αν δεν είστε οπαδός των Metallica, καλό θα ήταν να προτιμήσετε να δείτε κάτι άλλο. Αν τέλος είστε ένας από τους λίγους που αναζητούν κάτι περισσότερο από τέτοιου είδους ταινίες, το «Through the Never» θα σας αφήσει ανικανοποίητους.

Le Passe [3/5]

Εντυπωσιακά παρόμοιο στον τόνο με το «Ένας Χωρισμός», η νέα ταινία του Asghar Farhadi ασχολείται, κυρίως, με ένα τρίο χαρακτήρων γεμάτων προσωπικά προβλήματα, που συνδέονται με απρόβλεπτους τρόπους.

Εξελισσόμενο σαν μια σαπουνόπερα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες των σχέσεων και τα προσωπικά διλήμματα του κάθε χαρακτήρα, το νέο κινηματογραφικό πόνημα του Farhadi, μπαίνοντας σε σύγκριση με το αριστουργηματικό «Ένας Χωρισμός», με την πρώτη εντύπωση μοιάζει ανεπαρκές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα του είναι ότι στην προσπάθεια εξέτασης, όσο πληρέστερα γίνεται, του κεντρικού θέματος, ο σκηνοθέτης κάνει χρήση περισσότερων ηρώων και καταστάσεων από ότι πρέπει ή μπορεί να κουμαντάρει. Είναι τόσες οι ανατροπές και οι προσωπικότητες, που η ταινία μοιάζει να χάνει την εστίαση της όλο και περισσότερο καθώς εξελίσσεται, εκπέμποντας παράλληλα μια εμφανή αίσθηση νοικοκυροσύνης των καταστάσεων εις βάρος του ρεαλισμού.

Ακόμα και έτσι, όμως, το όλο εγχείρημα σώζεται από τη λεπτών αποχρώσεων σκηνοθεσία του Farhadi, που ανυψώνει το αποτέλεσμα σε μια αποτελεσματική εξέταση του πώς το παρελθόν μπορεί, μερικές φορές, να υπαγορεύσει τη ζωή των μελλοντικών εαυτών μας. Ενώ, για ακόμη μια φορά, αξίζει της προσοχής σας κυρίως χάρη στη λαμπρότητα με την οποία ο σκηνοθέτης απεικονίζει τα κίνητρα των διαφόρων χαρακτήρων, δείχνοντας όλες τις πλευρές, καθιστώντας έτσι το ανθρώπινο δράμα του πολύ πιο συναρπαστικό και σπαρακτικό και την ταινία άκρως ενδιαφέρουσα πέρα από τις τεχνικές ατέλειες της.

Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

I Give It a Year [0.5/5]

Όταν οι εκ Βρετανίας προερχόμενες ρομαντικές κομεντί πετυχαίνουν τον σκοπό τους, τότε το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό, αστείο αλλά κι αξέχαστο (βλέπε: «Αγάπη Είναι...» και «Τέσσερις Γάμοι»). Όταν όμως τα πράγματα δεν λειτουργούν σωστά, όπως στη προκείμενη περίπτωση, τότε αυτό έχει ως συνέπεια βαρετές, ντροπιαστικές και άκρως ενοχλητικές ταινίες.

Γνωστός από τη συνεργασία του με τον Sacha Baron Cohen, ο σκηνοθέτης Dan Mazer καταφέρνει και συγκεντρώνει ένα υπέρλαμπρο, αλλά και πανέμορφο καστ ταλαντούχων ηθοποιών για να πρωταγωνιστήσουν στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μια βρετανική κωμωδία που προσπαθεί να γίνει η αντίθεση σε ένα υπερβολικά γνώριμο είδος. Όμως, στην προσπάθεια του να αντιστρέψει το κλασικό ρομαντικό πρότυπο, ο Mazer καταφέρνει και δημιουργεί μια ταινία που ναι μεν θέλει να είναι εναντίον του είδους, αλλά παράλληλα το τιμάει κιόλας διαθέτοντας όλα τα κλισέ του.

Είναι τέτοια η προβλεψιμότητα, που πραγματικά δεν ισχύει η έννοια της λέξης spoiler. Τα ιδία και τα ίδια τετριμμένα πρότυπα αφήγησης μετατρέπουν το φιλμ σε μια απογοητευτική κωμωδία λαθών, της όποιας την έκβαση μπορείτε να φανταστείτε από την αρχή. Οι χαρακτήρες δεν είναι ούτε πραγματικοί ούτε ελκυστικοί, τα αστεία δεν είναι ούτε έξυπνα ούτε διασκεδαστικά και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται οι πρωταγωνιστές είναι αδιανόητα βαρετές. Είναι μια ταινία στην οποία δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα σε κανέναν, σε οποιοδήποτε σημείο. Κάτι τέτοιο θα το συγχωρούσαμε, βέβαια, σε ένα έργο που θα έβγαζε γέλιο. Το φιλμ είναι όμως τόσο απελπιστικά μη-αστείο, που θέλεις να βάλεις τα κλάματα.

Για να μην μακρηγορώ, το «Ένας Χρόνος Είναι Αρκετός» δεν είναι η καλύτερη στιγμή κανενός εκ των συντελεστών του και δεν θα είναι σίγουρα και για το κοινό που θα επιλέξει να το δει.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Gravity [5/5]

Μετά από μια παρατεταμένη απουσία από την καρέκλα του σκηνοθέτη (7 χρόνια έχουν περάσει από το αξιόλογο Τα Παιδιά των Ανθρώπων), ο Alfonso Cuaron επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα με το Gravity, μια ταινία που για να την περιγράψεις απαιτείται η χρήση λέξεων όπως «απίστευτη» και «πρωτοποριακή». Ως βίωμα θεωρώ ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία που έχει επιτευχθεί ποτέ. Παρακολουθώντας την ταινία σε 3D, αυτό που νιώθεις είναι τόσο έντονο που με δυσκολία θα σηκώσετε τα γαντζωμένα χέρια σας από την καρέκλα.

Με ένα καστ των δύο, μια απλή πλοκή και διάρκεια 90 λεπτών, είναι πολλοί εκείνοι που θα υποστηρίξουν ότι η ταινία είναι στοιχειώδης, ασχολούμενη με κλασικές συμβολικές εικόνες και θέματα. Οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση κι ανάλυση όμως πάνω στο σενάριο, θα έπρεπε να περιέχει πολλά αποκαλυπτικά στοιχεία ικανά να σου καταστρέψουν τα πάντα.

Επομένως, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εκτίμησα ιδιαιτέρως τον τρόπο που ο Cuaron ενσωματώνει εσκεμμένα μερικές από τις πιο βασικές και καθολικές ανθρώπινες ιστορίες που ειπώθηκαν ποτέ. Ενώ αξιέπαινο βρήκα και το γεγονός ότι το Gravity δεν γίνεται πότε ακόμα μια κλισέ ταινία, όπου μπορείτε να μαντέψετε τα πάντα, αλλά παραμένει, σε όλη τη διάρκεια του, ένα έξυπνο θρίλερ που σου κόβει την ανάσα προσπαθώντας να μαντέψεις τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, κανείς δεν θα είναι σε θέση να αρνηθεί ό,τι έχει επιτευχθεί σε τεχνικό επίπεδο. Η σκηνοθεσία, τα οπτικά εφέ, οι ερμηνείες, το μουσικό σκορ και γενικώς τα πάντα συνθέτουν αυτό που μπορείς εύκολα να χαρακτηρίσεις ως εικαστική τελειότητα. Είναι τόσο καθηλωτικό το οπτικό αποτέλεσμα που βλέπεις στην οθόνη, που πραγματικά είναι δύσκολο να γράψεις γι’ αυτό.

Με πολλούς τρόπους, το Gravity είναι η ταινία που ο κινηματογράφος γεννήθηκε για να κάνει. Μια ισχυρή κινηματογραφική εμπειρία που ξεπερνά ακόμα και τις πιο υψηλές προσδοκίες. Μια ταινία «για τις μάζες», που συναγωνίζεται ακόμα και τα πιο μεγαλειώδη έργα τέχνης. Ένα υπέρτατο παράδειγμα επιδέξιας αφήγησης συγχωνευμένο με εκπληκτικές εικόνες. Κοινώς… ένα αριστούργημα!

Frances Ha [3/5]

Έρχεται μια στιγμή στη ζωή όλων μας, γύρω στα 25 περίπου, όπου θα πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις από τη ζωή. Για πολλούς αυτή η στιγμή έρχεται μάλλον απροσδόκητα. Μια μέρα παρατηρείς ότι όλοι οι άλλοι γύρω σου χρησιμοποιούν λέξεις όπως «καριέρα» και «γάμος». Επιπλέον, όλα τα πράγματα που εσείς και οι φίλοι σας συνηθίζατε να κοροϊδεύετε, μετατρέπονται ξαφνικά σε εκείνα που εποφθαλμιάς να αποκτήσεις. Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση βρίσκεται και η Frances, ο κύριος χαρακτήρας στη νέα ταινία του Noah Baumbach.

Διαποτισμένο με μπόλικες δόσεις χιούμορ, το σενάριο του Baumbach (συνυπογραμμένο από την πρωταγωνίστρια Greta Gerwig) εξερεύνα τα μαύρα κι άσπρα ζητήματα γύρω από τη φιλία, τα όνειρα και το μέλλον. Γυρισμένο σε έναν ασπρόμαυρο καμβά, αυτό το εκθαμβωτικό, μεθυστικό και συναισθηματικό πορτρέτο μιας χαρούμενης νεαρή γυναίκας που ψάχνει για την επόμενη ένδειξη που θα την κάνει να βρει την ταυτότητά της, είναι σαν μια ανάσα φρέσκου αέρα. Αν και σαφέστατα επηρεασμένος από μεγάλους σκηνοθέτες (ο γρήγορος και σαρκαστικός διάλογος θυμίζει Woody Allen, ενώ ο ζωντανός ρυθμός φέρνει στο νου το γαλλικό Νέο Κύμα), ο Baumbach καταφέρνει και φτιάχνει μια ταινία με μια μοναδική άποψη. Μια ταινία στην οποία πολλά δεν μπορούν να συμβούν, αλλά την ίδια στιγμή, πολλά συμβαίνουν. Όλα εξαρτώνται από τη δική σας οπτική γωνιά.

Για μένα, οι διάλογοι είναι το κορυφαίο σημείο της ταινίας. Εδώ μιλάμε για έναν γρήγορο, ευφυή διάλογο, σαρκαστικά αστείο κι αξιομνημόνευτο. Αλλά δεν είναι μόνο οι λέξεις, είναι ο τρόπος, η αδεξιότητα και η ειλικρίνεια με τις οποίες έχουν ειπωθεί, που τις καθιστούν ελκυστικές, μετατρέποντας το Frances Ha σε μια τρυφερή και ξεκαρδιστική ταινία ενηλικίωσης.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Rush [3.5/5]

Το «Rush» δραματοποιεί τη μακροχρόνια κι αληθινή αντιπαλότητα δύο οδηγών αγώνων, του James Hunt (Hemsworth) και του Niki Lauda (Bruhl), όπως αυτή διαδραματίστηκε μπροστά σε κοινό εκατομμυρίων ανθρώπων κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Formula 1 το 1976.

Ισορροπώντας τέλεια μεταξύ δράματος και δράσης, η ταινία του Ron Howard είναι τόσο καλά εκτελεσμένη που, πέρα από τους οπαδούς της Formula 1, είναι σίγουρο πως θα γοητεύσει κι εκείνους με μικρό ενδιαφέρον για το άθλημα. Για να μην πω ότι για όσους δεν έχουν και μεγάλη γνώση (πέρα από τα βασικά) για την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο οδηγών, η ταινία θα λειτουργήσει πιο ολοκληρωμένα, αφού χωρίς πολλά στοιχειά διατηρείται η αίσθηση του μυστηρίου και η ένταση. Όπως και να ‘χει, το «Rush» δεν παύει να είναι μια συναρπαστική ταινία.

Η ιστορία από μονή της δεν είναι περίπλοκη. Μπορώντας να υπερηφανευτεί για ένα λαμπρό σενάριο από τον Peter Morgan, το «Rush» αντλεί όλη του τη δύναμη βάζοντας έναν ισχυρό χαρακτήρα να αναμετρηθεί με έναν άλλον. Και είναι η ανάπτυξη αυτών των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που ενώνονται περιοδικά σε μια σειρά από θανάσιμες συγκρούσεις, αλλά και το βάθος της σχέσης τους, που τραβά και κρατά καθηλωμένους τους θεατές.

Έχοντας λοιπόν μια πολύ καλά κατασκευασμένη αφήγηση, ο Ron Howard σκηνοθετεί με αυτοπεποίθηση. Καταφέρνει να πάρει μια ιστορία που ένα μεγάλο μέρος του κοινού γνωρίζει και να τη διαμορφώσει σε μια άκρως ψυχαγωγική ταινία. Ενώ, η εξαιρετικά λαμπρή αναπαράσταση των αγώνων αποτελεί από μόνη της ένα μεγάλο κομμάτι της πραγματικής επιτυχίας του έργου. Κάθε φορά που η δράση μεταφέρεται στην αγωνιστική πίστα, το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό. Σαν θεατές παίρνουμε μια πολύ ρεαλιστική αίσθηση της ταχύτητας και του κινδύνου.

Ερμηνευτικά, τώρα, ο Hemsworth δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το αστέρι του σόου, ασχέτως με το τι θέλει να σας κάνει να πιστέψετε το μάρκετινγκ. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι δεν είναι κι εκείνος εξαιρετικός σε έναν ρόλο που του ταιριάζει γάντι. Είναι απλά ότι το πραγματικό στολίδι της ταινίας του Howard είναι αναμφισβήτητα ο Bruhl και η εξαιρετική ικανότητα του όχι απλά να μιμείται την επιθετική αλαζονεία του Lauda, αλλά να δημιουργεί μέσω της πραγματικής φιγούρας του Lauda έναν στρογγυλεμένο χαρακτήρα επί της οθόνης.

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, μετατρέπουν το «Rush» σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αλλά και μια από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές του Howard.