Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

The Fate of the Furious [2.5/5]


Το franchise του «Fast and Furious» ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του κινηματογράφου. Το μυστήριο είναι ότι η συγκεκριμένη σειρά ταινιών χωρίς αξιώσεις έχει καταφέρει και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής με τα χρόνια, όταν όλα τα άλλα franchise πασχίζουν να κρατήσουν τους φαν τους. Η δημοτικότητα αυξάνεται από χρόνο σε χρόνο με έσοδά που αγγίζουν τα τέσσερα δισεκατομμύρια και με επικερδέστερη την προηγούμενη έβδομη ταινία.

Για όποιον έχει δει έστω και μία από τις προηγούμενες, θα γνωρίζει ότι τα «Fast and Furious» έχουν ως θεματικό άξονα τους αγώνες αυτοκινήτων, ληστείες και την απεικόνιση χαρακτήρων, μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Το «Fast & Furious 8: Μαχητές των Δρόμων» δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο σκηνοθέτης Γκάρι Γκρέι και ο σεναριογράφος Κρις Μόργκαν προσφέρουν για σχεδόν δυο ώρες ένα και μόνο πράγμα: διασκέδαση. Όσο πιο ηλίθια, θορυβώδεις κι εκρηκτική, τόσο το καλύτερο. Με το πόδι μόνιμα στο πεντάλ του γκαζιού, θα πρέπει να γνωρίζετε πολύ καλά τι πάτε να δείτε. Με τα επίπεδα βλακείας να φτάνουν σε νέα ύψη, το «Fast & Furious 8» δεν χάνει σχεδόν καμία ευκαιρία να υπερβάλλει στα πάντα, σε σημείο που θα σας πιάσουν τα γέλια. Η διαφορά εδώ είναι ότι αυτές οι εξωφρενικές στιγμές μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί με τόση χαρά, που δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα άλλο παρά να τις απολαύσετε.

Εκτός από τη δράση, οι χαρακτήρες για μία ακόμα φορά αποτελούν σημαντικό πυλώνα στήριξης της ταινίας. Οι φαν μπορούν να προσβλέπουν στη θέαση των αγαπημένων τους σταρ, καθώς και μερικών γκεστ εμφανίσεων από προηγούμενα φιλμ. Σε γενικές γραμμές, το «Fast & Furious 8» δίνει μεγάλη έμφαση στην εξυπηρέτηση των οπαδών: μικρές αναφορές και νύξεις δίνουν στο κοινό την αίσθηση ότι εξακολουθούν να είναι μέρος μιας οικογένειας. Αυτό λειτουργεί συνολικά αρκετά καλά. Φυσικά, οποιαδήποτε προσδοκία για κάτι το σεναριακά ευφυές θα πρέπει σαν θεατής να το αφήσεις έξω από την αίθουσα. Και ακόμα και τότε, πολλοί διάλογοι θα σας κάνουν να φρίξετε και ατάκες να παραλογίσετε από το πόσο κλισέ είναι.

Συμπερασματικά, όσοι δεν αντέχουν να δουν κάτι τόσο χαζό ας μην περάσουν ούτε απ` έξω. Για τους λάτρεις των γρήγορων αυτοκινήτων και της περιπέτειας, το «Fast & Furious 8» αξίζει μια επίσκεψη στον κινηματογράφο.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

The Boss Baby [2/5]

Η νέα ταινία της DreamWorks Animation υπόσχεται να μας μεταφέρει, με υπέροχη φαντασία, στο βασίλειο της αχαλίνωτης φαντασίας ενός 7χρονου παιδιού, όταν το νέο μέλος της οικογένειας δεν είναι ένα συνηθισμένος μπέμπης, αλλά ένα εξωφρενικά πρώιμο, ευέξαπτο μωρό με ένα σκούρο επαγγελματικό κοστούμι. Δυστυχώς, όμως, ο σεναριογράφος Μάικλ ΜακΚάλερς και οι δημιουργοί της ταινίας μοιάζουν να βασίζονται μονομερώς σε καλαμπούρια κι ατελείωτη δράση, αφήνοντας στο περιθώριο όλα τα υπόλοιπα.

Βασισμένη στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο της συγγραφέως Μάρλα Φρέιζι, η DreamWorks στήνει μια χιουμοριστική ιστορία γύρω από την οικογένεια και το νόημά της, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει μια έμμεση κριτική διαφόρων θεμάτων όπως η εταιρική κουλτούρα, η εξουσία, το χρήμα και άλλα πολλά. Ανά διαστήματα καταφέρνει να βρει την ουσία της και με γεμάτη καρδιά σου προσφέρει δυνατές στιγμές. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πλοκή διερευνά τις έννοιες αυτές για είκοσι λεπτά και στη συνέχεια συμπληρώνει τον υπολειπόμενο χρόνο με το σύνηθες άγευστο και γεμάτο ενήλικες αναφορές χιούμορ, σήμα κατατεθέν του στούντιο. Χωρίς να ξέρει τι ακριβώς θέλει να είναι, λοιπόν, το όλο εγχείρημα παρασύρεται στο χάος και τη φασαρία αντί να ξεχωρίζει.

Αλλά ας το παραδεχτούμε, είναι φτιαγμένο για παιδιά και σίγουρα δεν θα ενδιαφερθούν για τα σημεία της πλοκής που δεν έχουν νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα θα απολαύσουν την ταινία, αν μη τι άλλο, χάρη στο πολύχρωμο animation και την όμορφη μεταγλώττιση. Εν κατακλείδι, οι ενήλικοι θα απογοητευτούν, τα παιδιά θα πάρουν όσα ζητήσουν και με το παραπάνω.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

The Secret Scripture [1.5/5]

Βασισμένο στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρι με τον ίδιο τίτλο, η «Μυστική Γραφή» είναι η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του έξι φορές υποψήφιου για Όσκαρ Τζιμ Σέρινταν. Θέλοντας να τονίσει την κυριαρχία της εκκλησίας στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια των ετών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιρλανδός σκηνοθέτης προσπαθεί να σκιαγραφήσει την τοιχογραφία μιας κοινωνίας επηρεασμένης από μια θολή αλήθεια για χρόνια, αλλά δυστυχώς δεν του βγαίνει.

Αν και το έργο διαθέτει μια λαμπερή καλλιτεχνική κομψότητα και μια δυνατή σκηνοθεσία, το όλο εγχείρημα δεν υποστηρίζεται από ένα στιβαρό σενάριο για να το απογειώσει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της πλοκής είναι ότι σιγά-σιγά, αλλά σταθερά, γλιστρά στο εύκολο μελόδραμα, αφήνοντας σε επιφανειακό κομμάτι την κοινωνική και θρησκευτική πτυχή της εποχής, αφού αποτυγχάνει να την πάει πέρα από την απλή αντίθεση ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες. Επιπρόσθετα, χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά, ο σκοτεινός χαρακτήρας που βρίσκεται στο επίκεντρο παραμένει υπερβολικά κλειστός στην προσωπική του ευτέλεια, με αποτέλεσμα να υποτιμά επιπλέον το πλαίσιο της ιστορίας. Γεμάτη και με άλλα, πάρα πολλά αδύναμα σημεία, η υπόθεση της καταλήγει να εξελίσσεται ως ένα υπερβολικό ρομάντζο, τόσο αργό σε ρυθμό που χάνει τακτικά την προσοχή μας. Για να γίνουν δε τα πράγματα χειρότερα, μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει την επικείμενη μοίρα της ταινίας. Απόλυτα προβλέψιμη στα μισά του έργου, ίσως να εξηγείται καλύτερα στο μυθιστόρημα (δεν το έχω), αλλά εδώ μοιάζει βεβιασμένη κι ανολοκλήρωτη.

Η ταινία του Τζιμ Σέρινταν σώζεται κάπως χάρη στις δύο ηθοποιούς που υποδύονται τον κύριο χαρακτήρα. Από τη μία η Ρούνεϊ Μάρα δίνει ζωή σε μια επιμονή και δυναμική γυναίκα χαρακτηριζόμενη από αντισυμβατικότητα και αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί την ζωή της και τα θέλω της. Από την άλλη η τεράστια Βανέσα Ρεντγκρέιβ καταφέρνει να μεταδώσει, κυρίως με τα μάτια της, τη φλόγα του πάθους που καίει μέσα της. Πέρα από αυτές τις δύο, χωρίς να διαθέτει κάποιο ίχνος πρωτοτυπίας, το «Η Μυστική Γραφή» δεν είναι τίποτα άλλο από μια μετριότητα.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

The Devil's Candy [3/5]

Ο άκρως ενδιαφέρον «Αγαπημένος» του Σον Μπιρν προκάλεσε, παρά τις ατέλειες του, αίσθηση στο κινηματογραφικό κοινό το 2010, προσφέροντας έναν αέρα ανανέωσης στο κορεσμένο κατά τα άλλα είδος των ταινιών τρόμου. Εφτά χρόνια μετά, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης κάνει δυναμική επανεμφάνιση με το αμερικανικό ντεμπούτο του.

Διαβάζοντας την πλοκή, η ταινία του Μπιρν μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως ένα ακόμα θρίλερ με ένα στοιχειωμένο σπίτι. Και όντως, αν έπρεπε να την προσδιορίσουμε κάπως, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ταινία τύπου «Τρόμος στο Amityville» για χεβιμεταλάδες. Ωστόσο, η αγάπη της για το είδος που αντιπροσωπεύει αλλά και για την μουσική χέβι μέταλ, την κάνει να ξεχωρίζει. Χωρίς να προβληματίζεται από τις προκαταλήψεις που συνδέουν το μέταλ και τους γυμνασμένους, γεμάτους τατουάζ άνδρες που ακούν μέταλ με τον σατανισμό και τον διάβολο, το «Δέλεαρ του Διαβόλου» παρουσιάζει μια παθιασμένη, σοβαρή ταινία με μεταλλικό υπόβαθρο, η οποία, παρά τα λάθη της, λειτουργεί εκπληκτικά μέσα στη σοβαρότητά της. Αξιοποιώντας κάποιες ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις (ότι ο διάβολος κοιμάται σε κάθε έναν από εμάς και διατηρείται ζωντανός μόνο με τρομερές και μισητές πράξεις), ο Μπιρν προτείνει κάτι πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό ξεφεύγοντας από μια ακόμα κουραστική ιστορία τρόμου.

Παρουσιάζει μια αρχετυπική σύγκρουση του καλού και του κακού, τυλιγμένη με χριστιανική εικονογραφία και ιδεολογία, με ένα αναμφισβήτητα ψυχολογικό πλεονέκτημα. Κατασκευάζοντας επίσης προσεκτικά την ατμόσφαιρα της, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης δημιουργεί μια κυκλοθυμική και κλειστοφοβική ταινία τρόμου έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Και αυτό είναι που κρατάει το κοινό προσηλωμένο και γαντζωμένο στην θέση του. Ερμηνευτικά, ο Ίθαν Έμπρι ηγείται του καστ και για ακόμη μία φορά χρησιμοποιεί το ταλέντο του για τη δημιουργία ενός χαρακτήρα για τον οποίο αισθανόμαστε γνήσια συμπόνια. Δεν είναι όμως ο μόνος που διαπρέπει στον ρόλο του. Στην πραγματικότητα, όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνος όμως που πραγματικά ξεχωρίζει πέρα από τον Έμπρι είναι ο Προυτ Τέιλορ Βινς. Απόλυτα καθηλωτικός ως o συναισθηματικά διαταραγμένος άνθρωπος που δρα ενάντια στη θέλησή του, ο καρατερίστας ηθοποιός μετατρέπει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο όταν εμφανίζεται στην οθόνη.

Αν η ταινία έχει ένα σαφές ελάττωμα, τότε είναι το over-the-top τέλος του, στο οποίο η λογική και η αξιοπιστία που είχε προηγηθεί πάει στον αγύριστο. Αυτό, δυστυχώς, σου αφήνει μια πικρή επίγευση, αλλά όλα όσα προηγήθηκαν συνθέτουν μια άκρως ψυχαγωγική ταινία, πολύ καλύτερη από τις συνηθισμένες ανοησίες των τελευταίων ετών.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

The Shack [0/5]

Δεν έχω λόγια να περιγράψω την κουλαμάρα που λέγεται «Αναζητώντας την Αλήθεια». Παρόλα αυτά, θα το προσπαθήσω γιατί αξίζει κανείς να αποτρέψει κόσμο από το να τη δει. Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση: πατέρας προερχόμενος από διαλυμένη φαμίλια, γίνεται ο ίδιος οικογενειάρχης με τρία παιδιά και μια γυναίκα θρήσκα. Ο καημός και ο πόνος όμως χτυπάει και τη δική του οικογένεια με αποτέλεσμα η ήδη κλονισμένη πίστη του στον papa (έτσι λέει η γυναίκα του τον Θεό, μα την Παναγία) να αγγίξει αρνητικό ρεκόρ. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα, λαμβάνει γράμμα από τον papa να πάει σε μια καλύβα. Και εκεί γίνεται... του παραδείσου!

Όσο κι αν μας είχε προϊδεάσει η αφήγηση στην αρχή ότι αυτό που θα δούμε τείνει προς το φανταστικό, τίποτα δεν είχε προετοιμάσει τα μάτια μας και τα αυτιά μας γι` αυτό που έμελλε να πάθουμε. Με μια «come to papa» προσέγγιση που ξεπερνάει τα όρια του διδακτισμού, το σενάριο των Τζον Φούσκο, Άντριου Λέιναμ και Ντέστιν Κρέτον μοιάζει να διαθέτει έναν και μόνο σκοπό: να μας κάνει να πιστέψουμε. Κάνοντας τον δικηγόρου του διαβόλου (θου κύριε), θα μπορούσα να αποδεχθώ μια υπενθύμιση του λόγου του Κυρίου με τη λογική ότι το έργο θα είχε πραγματικά μια ιστορία να διηγηθεί, μια παραβολή να ζωντανέψει, να στοχεύει σε κάτι παραπάνω τέλος πάντων. Όμως, όχι. Χαρακτήρες, κινηματογραφική ροή και λογική παραμερίζονται προς τέρψη ενός γλυκανάλατου θρησκευτικού χάους. Διαθέτοντας ένα αποφθεγματικό σενάριο γεμάτο βαρύγδουπες ατάκες τύπου: «as long as there is the freedom to not follow god, evil will find a way» και μια «μιλάς με γρίφους γέροντα» νοοτροπία που σου κάθεται στον λαιμό όπως το ψίχουλο από το ψωμί που έχει βουτήξει στη σαλάτα, η ταινία του Στούαρτ Χαζελντίν σε κάνει να θέλει να τρέξεις στο πλησιέστερο μπαρ και να πιεις δυο τρία σφηνάκια.

Χρησιμοποιώντας κάθε πιθανή ιστορία από τα ευαγγέλια, σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με μόνο στόχο τα διδάγματα Του, με τον πλέον ηλίθιο και κλίσε τρόπο που θα μπορούσε να γίνει. Παραδείγματος χάρη: Υπάρχει μια σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής πάει βαρκάδα. Ξαφνικά, η βάρκα μπάζει νερό και κοντεύει να πνιγεί. Ποιο το ηθικό δίδαγμα; Ότι με τη βοήθεια του Θεού μπορούμε να περπατήσουμε στο νερό. Στα μέσα της ταινίας κάνει και grande εμφάνιση η Σοφία για να κρίνει τον πρωταγωνιστή. Και έτσι ο πρωταγωνιστής καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνεις για να μην κριθείς. Μα είναι δυνατόν να βλέπουμε τέτοια πράγματα εν έτη 2017; Και άντε τα κάνεις, γιατί να τα δούμε; Καθώς η πανσοφία του Θεού δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, το έργο βασίζεται στον συναισθηματικό εξαναγκασμό για να σε κάνει να χύσεις κανένα δάκρυ και να ενδιαφερθείς. Το μόνο που καταφέρνει όμως είναι να σε κάνεις να σιγοτραγουδάς το «Papa Don`t Preach» της Madonna, καταλαβαίνοντας ίσως για πρώτη φορά το πραγματικό νόημα των στίχων. Όχι άλλο κάρβουνο, λυπηθείτε μας!