Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Snowden [3.5/5]

Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα όταν ο Όλιβερ Στόουν νοιάζεται, και μπορείς ξεκάθαρα να διακρίνεις ότι στο «Σνόουντεν» είναι παθιασμένος να κάνει μια συναρπαστική και προσιτή ταινία για το αμερικανικό κοινό, ώστε να καταλάβει γιατί πρέπει να είναι θυμωμένο. Θέλει να οδηγήσει τις λογικές, πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες του κόσμου ενάντια στους δράστες, παρέχοντας παράλληλα ένα ικανοποιητικό ηθικό πλαίσιο για τις δράσεις του Έντουαρντ Σνόουντεν, του πιο διάσημου φυγά της Αμερικής. Αυτή η αίσθηση του σκοπού αναζωογονεί τον Στόουν με έναν τρόπο που οι πρόσφατες ταινίες του δεν το έχουν καταφέρει και ακόμα κι αν είναι πολύ λιγότερο πειραματική, η ικανότητα αφήγησής του είναι τέτοια που φτιάχνει μια ταινία που ενημερώνει, ενώ παράλληλα καταφέρνει να σε διασκεδάσει.

Το καλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να δώσω στον Στόουν ως σεναριογράφο και σκηνοθέτη είναι ότι πήρε ένα εντελώς προκλητικό σενάριο με λίγες ευθείες απαντήσεις και φτιάχνει μια ταινία-εμπειρία που μεταφέρει αποτελεσματικά την ηθική αγανάκτηση και απογοήτευση. Σαν καθοδηγητής μάς παίρνει από το χέρι, παίρνοντας τον χρόνο του να εξηγήσει μερικά από τα πιο περίπλοκα σκοτεινά σημεία που συμβαίνουν πίσω από τις κλειστές πόρτες. Δεν μπορώ να δηλώσω ότι είναι απόλυτα μια έξυπνη εξέταση των ηθικών επιπτώσεων του υλικού, αλλά είναι σίγουρα μια ταινία που πετυχαίνει τον στόχο της με σαφήνεια. Παράγει μια αίσθηση διαύγειας για το θέμα και μια αίσθηση διαφάνειας για τους λόγους που ο Σνόουντεν πήρε τις αποφάσεις που πήρε. Με σύμμαχο μια σταθερά εξαιρετική ερμηνεία από τον Τζόζεφ Γκόρντον-Λέβιτ, ο Στόουν κρατά αποτελεσματικά την προσοχή του θεατή σε όλη τη διάρκεια, ακόμα κι αν η στάση του απέναντι στον Σνόουντεν είναι σαφώς λιγότερο καθορισμένη.

Με δεδομένο το παρελθόν του Στόουν, η πλοκή μοιάζει σίγουρα ως μια διακριτική άποψη για το αν ο Σνόουντεν είναι ένας ήρωας ή ένας προδότης. Μιλάει για ένα πολύπλοκο θέμα που αξίζει μια σωστή ανάλυση, τοποθετώντας πραγματικούς ανθρώπους σε ηθικά διφορούμενα πλαίσια. Αν και σαφώς προκατειλημμένη, καταφέρνει να μη μετατραπεί σε μια αγιογραφία, αφού πριν την κλιμακούμενη απόφασή του, δεν σου δίνει την εντύπωση ως άμεμπτου μάρτυρα. Η διαμόρφωση του χαρακτήρα του αποδίδεται άψογα, με το απαιτούμενο γλαφυρό ύφος. Είναι ένας πατριώτης απογοητευμένος από το σύστημα, αλλά κι ένα μάλλον εγωκεντρικό άτομο με δημοκρατικό καθήκον στην πατρίδα του. Πείθει τον εαυτό του ότι κάνει τη διαφορά στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, αλλά τελικά η πραγματικότητα είναι διαφορετική και δύσκολα προβλέψιμη. Όλα αυτά προσωποποιούνται μέσα από μια ρομαντική υποπλοκή. Μέσα από αυτήν, ο Σνόουντεν εξανθρωπίζεται και η καταπάτηση της ιδιωτικής ζωής και η επακόλουθη παράνοια γίνεται μεμπτή για εμάς.

Στο τελικό αποτέλεσμα σαφώς και υπάρχουν μερικά καλλιτεχνικά λαθάκια που επιβαρύνουν το «Σνόουντεν», και που είναι, ως επί το πλείστον, η τάση του Στόουν για αδέξιο συμβολισμό. Τα ίδια ένστικτα που του επιτρέπουν να κινεί προσεκτικά τα νήματα στην ιστορία, είναι τα ίδια ερεθίσματα που του στερούν οποιαδήποτε λεπτότητα. Κάποιοι χαρακτήρες δεν χρειάζονταν λειτουργώντας μόνο ως καταφατικά νεύματα στον Σνόουντεν. Κάποιοι φωτισμοί και διάλογοι ξεφεύγουν. Και φυσικά δεν νομίζω ότι χρειαζόμασταν μια υπενθύμιση ότι ο Σνόουντεν είναι ένα πραγματικό πρόσωπο, όταν ο ίδιος ο χαρακτήρας σεναριακά παραμένει κάπως άπιαστος. Όπως και να το δεις, η ταινία «Σνόουντεν» (ως νοητή συνέχεια του ανθρώπου) αποσκοπεί να ταρακουνήσει την άγνοια και την απάθεια του κοινού για τους κινδύνους της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Εφόσον καταφέρνει να κρατήσει τη συζήτηση γύρω από το θέμα ζωντανή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αξίζει τον κόπο.

Alone in Berlin [1.5/5]

Προσαρμοσμένο από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Χανς Φάλαντα «Μόνος στο Βερολίνο», το έργο αφηγείται την ιστορία του Ότο και της Άννα Κουάγκελ, ενός ζευγαριού της εργατικής τάξης, το οποίο μετά τον θάνατο του γιου τους αποφασίζει να αντισταθεί απέναντι στον ναζισμό με τον δικό του τρόπο, σε μια εποχή όπου κάθε σημάδι απιστίας στους ναζί τιμωρείται χωρίς έλεος. Αν και μέσα σε ένα οικείο έδαφος του κινηματογραφικού κόσμου, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του ηθοποιού/σκηνοθέτη Βενσάν Περέζ είναι κάπως μοναδική στο ότι ερευνά τη φρίκη του Β` Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από μια γερμανική σκοπιά, σε αντίθεση με εκείνη των άγγλων και των αμερικανών στρατιωτών ή των εβραίων θυμάτων.

Με δεδομένη αυτή την παραδοχή, θα περίμενε κανείς ότι το φιλμ θα διέθετε αγωνία και μια αφόρητη ένταση καθώς οι γονείς πασχίζουν να παραμείνουν άγνωστοι, ενώ οι ναζί προσπαθούν ακούραστα να τους ανακαλύψουν. Δυστυχώς, όμως, καθώς η ταινία εξελίσσεται αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί παρά τις μουσικές προσπάθειες του Αλεξάντρ Ντεσπλά. Η απόφαση να γυριστεί η ταινία στην αγγλική γλώσσα δεν αφαιρεί πόντους και στα ασφαλή χέρια των Τόμσον και Γκλίσον τα δεινά των χαρακτήρων γίνονται αισθητά, εξαιτίας όμως του Περέζ, η κτηνωδία του βιβλίου του Φάλαντα απογυμνώνεται, αφήνοντας πίσω τίποτε άλλο από μια απολύτως συμβατική αφήγηση γεγονότων, που δεν καταφέρνει σχεδόν ποτέ να πει μια συνεκτική κι εμπλεκόμενη για τον θεατή ιστορία.

Αυτό που παρακολουθούμε είναι μια ταινία που έχουμε δει τόσες πολλές φορές στο παρελθόν, τηρώντας αυστηρά κι απογοητευτικά τα κλισέ του είδους. Δεν είναι μόνο το σενάριο, αλλά όλη η αισθητική, το ύφος και η ατμόσφαιρα της ταινίας που κατευθύνονται μακριά από οποιοδήποτε ίχνος πρωτοτυπίας και από κάθε αίσθηση του κινδύνου. Τεχνικά, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η προσοχή στη λεπτομέρεια. Κοστούμια και σκηνικά απεικονίζουν αξιοπρεπέστατα την εποχή, μα ακόμα κι έτσι μια αίσθηση αναπόφευκτης απομίμησης κρέμεται πάνω από την παραγωγή, αφού όλα έχουν μια υπερβολικά γυαλισμένη ποιότητα. Ερμηνευτικά, οι δυο πρωταγωνιστές δίνουν αφιλόφοξες και συγκρατημένες ερμηνείες, βασιζόμενοι στις χειρονομίες και τα βλέμματα, προκειμένου να παρουσιάσουν την ένταση στον γάμο τους, και όχι στις λεκτικές νύξεις.

Από άποψη πλοκής, από το πρώτο κιόλας λεπτό ο Περέζ ξοδεύει μία ώρα ασχολούμενος με άπειρους χαρακτήρες σε τέτοιο βαθμό που χάνουμε το ενδιαφέρον σε αυτό που θα πρέπει να είναι η κύρια εστίαση: οι προσπάθειες του Ότο και της Άννα να καταπολεμήσουν τους ναζί. Όταν αρχίζει η ταινία να ασχολείται με αυτό, τo πηγαινέλα μεταξύ του ζευγαριού και των επιθεωρητών της γκεστάπο υπονομεύεται και αποτυγχάνει να διατηρήσει την ορμή του, χάρη στην αδέξια διαχείριση του χρόνου. Έως το τέλος της, είναι κατανοητό το μεγαλείο τού τι έκαναν αυτοί οι δυο άνθρωποι, αλλά ούτε μία στιγμή η ταινία δεν εμβαθύνει στο πώς το έκαναν, ούτε αναπτύσσει τις μεθόδους καταδίωξης της αντίθετης πλευράς.

Χάρη σε αυτήν την ανισορροπία, το «Μόνος στο Βερολίνο» δεν καταφέρνει να μας δείξει πώς τα φασιστικά καθεστώτα εξολοθρεύουν το άτομο και το εμπαίζουν, βάζοντας την κομματική πειθαρχία πάνω από οτιδήποτε άλλο. Ούτε σκιαγραφεί την άνευ όρων παράδοση των κατοίκων του Βερολίνου στο τελεσίγραφο συμμόρφωσης ή θανάτου. Αντ` αυτού, το φιλμ λιμνάζει σε έναν υποτονικό ρυθμό μετατρεπόμενο σε μια συντηρητική κινηματογραφική μεταφορά που αποτυγχάνει να υπερβεί ένα ήδη κορεσμένο είδος.

Trolls [1.5/5]

Η ανεπανάληπτη (εισπρακτικά και καλλιτεχνικά) επιτυχία του «Η Lego Ταινία» φαίνεται να ξεσήκωσε τα στούντιο, κάνοντας τα να αναζητούν απεγνωσμένα παιχνίδια που θα μπορέσουν να μεταφερθούν στον κινηματογράφο. Πρώτη απόπειρα σε κάτι τέτοιο είναι το «Οι Ευχούληδες», εκείνα τα μικρά πλαστικά ξωτικά με τα φουντωτά πολύχρωμα μαλλιά, το διαμαντάκι στην κοιλιά και μεγάλα λαμπερά μάτια.

Με σκηνοθέτες τους Μάικ Μίτσελ και Γουόλτ Ντορν, και σεναριογράφους τους Τζόναθαν Άιμπελ, Γκλεν Μπέργκερ αλλά και την Έρικα Ριβινόγια (σεναριογράφος της σειράς «South Park»), το φιλμ περιστρέφεται γύρω από δύο ευχούληδες και στην προσπάθεια τους να σώσουν το χωριό τους από τους απαισιόδοξους Μπέργκενς, πλάσματα που είναι χαρούμενα μόνο όταν τους καταβροχθίζουν.

Τεχνικά, οι animators κάνουν μια απίστευτη δουλειά, δημιουργώντας έναν κόσμο βγαλμένο από τη φαντασία κάθε παιδιού: μέσα στη ζωντάνια, γεμάτο με φωτεινά χρώματα, γκλίτερ, πολλή μουσική, τραγούδια και -φυσικά- τα χαρακτηριστικά πεταχτά τους μαλλιά. Εξίσου καλή δουλειά, αντιπαραθέτοντας τον εντυπωσιακό τόνο των Trolls, γίνεται και στον κόσμο των Μπέργκεν, πλάθοντας ένα δυσάρεστο και άσχημο σύμπαν, χωρίς όμως να είναι τρομακτικός για τις μικρότερες ηλικίες του κοινού.

Είναι κρίμα λοιπόν που μια τόσο ζωντανή, πολύχρωμη ταινία υποστηρίζεται από μια απίστευτα τυποποιημένη πλοκή. Ναι, οι χαρακτήρες είναι χαριτωμένοι και τα τραγούδια είναι διασκεδαστικά. Υπάρχουν κάποια αξιοπρεπή αστεία και το κεντρικό μήνυμα για θετική σκέψη κι ευτυχία που πηγάζει από μέσα μας είναι σημαντικό, όμως όλα τα παραπάνω αδυνατούν να μετατρέψουν το φιλμ σε κάτι καλύτερο. Είναι πιθανό οι προσδοκίες μου να ήταν πολύ υψηλές, μια και με τέτοιους συντελεστές κι έναν ουσιαστικά κενό καμβά για να δουλέψουν, περίμενα κάτι επιπέδου «Σρεκ». Ακολουθώντας τον εύκολο δρόμο, οι σεναριογράφοι αποφασίζουν να αντιγράψουν τα Στρουμφάκια, τη Σταχτοπούτα, τα «Τερατοκουτάκια», να επαναλάβουν αστεία και καταστάσεις από άλλες ταινίες και να κάνουν το όλο εγχείρημα να μοιάζει ως κάτι το προ-συναρμολογημένο στο οποίο οι animator επινοούν στιγμές γνήσιας καλλιτεχνίας.

Χωρίς ποτέ να κάνει πραγματικά κάτι το ιδιαίτερο ή αρκετό για να ξεχωρίσει από το πλήθος των κινουμένων σχεδίων, οι «Ευχούληδες» είναι αποκλειστικά για παιδιά. Ας ελπίσουμε ότι και τα επερχόμενα «My Little Pony: The Movie» και «Play-Doh» (!) δεν θα είναι κατασκευασμένα απλά για να πουλήσουν παιχνίδια.

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

Southside with You [2.5/5]

Ανεξάρτητα από τη λογική και το κατά πόσο η ύπαρξη της ταινίας μπορεί να διαθέτει κάποιο νόημα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πάντα μια αναντιστοιχία μεταξύ προσωπικοτήτων με επιρροή και της ιδέας πως κάποτε ήταν απλοί άνθρωποι, με κανονικές ζωές. Σε αυτό το κομμάτι, το «Πρώτο Ραντεβού» καταφέρνει και παρουσιάζει αξιόλογα δύο ανθρώπους που μοιάζουν πολύ στα πρόσωπα που υποδύονται, χωρίς ποτέ όμως να ασχολείται με το ποιοι θα γίνουν: ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ και η πρώτη κυρία, ο Μπαράκ και η Μισέλ Ομπάμα. Αντ` αυτού, το έργο είναι για το ποιοι ήταν αυτοί το 1989, δυο έξυπνοι δικηγόροι που αρέσει ο ένας στον άλλον, αλλά που, σύμφωνα με τη Μισέλ, δεν επιτρέπεται να βγουν ραντεβού. Όταν ο Ομπάμα αποκαλύπτει ότι σκόπιμα της είπε λάθος ώρα έναρξης της κοινοτικής συνάντησης που θα παρακολουθούσαν από κοινού, το περπάτημα και οι συζητήσεις αρχίζουν με σκοπό να γεμίσουν οι ώρες ενώ περιμένουν.

Δομικά δεν είναι δύσκολο να επισημάνεις και να αντιληφθείς ότι η κλασική αισθηματική τριλογία του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ («Πριν το Ξημέρωμα», «Πριν το Ηλιοβασίλεμα», «Πριν τα Μεσάνυχτα») έχει επηρεάσει κατά πολύ το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ρίτσαρντ Ταν. Ωστόσο, ως ένα εξειδικευμένο κινηματογραφικό είδος με ποιοτικά δυσανάλογα αποτελέσματα, το «Πρώτο Ραντεβού» είναι το «περπατάω και μιλάω» στις καλύτερες στιγμές του. Τα πάντα είναι όμορφα φωτισμένα, οι συζητήσεις δύο νέων ανθρώπων που φλερτάρουν και συζητούν για τους εαυτούς τους και τον κόσμο γύρω τους είναι ενδιαφέρουσες, ενώ τέλος αυτή η παραμυθένια ποιότητα που θέλει ο σκηνοθέτης να πουλήσει, επιτυγχάνεται χάρη στον τρόπο που πλασάρεται μέσα από ερμηνείες βασιζόμενες στον ρεαλισμό. Δυστυχώς, όμως, το φιλμ του 31χρονου σκηνοθέτη γίνεται δέσμιο της ιστορίας του ζευγαριού. Οι χαρακτήρες του τελικώς συνιστούν μια βαρετή συντροφιά για τον θεατή, καθώς από ένα σημείο και μετά πάρα πολλές ατάκες και λεπτομέρειες εξυπηρετούν -ίσως άθελα- κάτι το πολιτικά στρατευμένο.

Η ταινία χρησιμοποιεί την αγάπη των Αμερικανών για τους Ομπάμα, στην προσπάθεια της να προσθέσει σπουδαιότητα σε ένα κατά τα άλλα απλό σενάριο. Θέματα φυλετικής μισαλλοδοξίας, σεξισμού, οικογενειακών δυσκολιών, έλξης, συναισθημάτων, γλώσσας, πολιτικής και πολλών άλλων υπάρχουν μεν αλλά είναι τοποθετημένα πρόχειρα στην πλοκή με αποτέλεσμα να μη δίνεται και ιδιαίτερη βάση σε αυτά. Και το χειρότερο, πολλές στιγμές και ατάκες συνθέτουν μια υπόκωφη αγιοποίηση του Μπαράκ, αφού δεν τον απεικονίζουν ως απλά έναν τύπο που προσπαθεί να εντυπωσιάσει σε ένα ραντεβού. Δεν μπορεί να είναι τυχαία η αναφορά στον Χάρολντ Ουάσιγκτον, τον πρώτο έγχρωμο δήμαρχο του Σικάγο, και οι ατάκες τύπου «Μας απογοήτευσε λίγο. Αλλά αυτό γιατί ήρθε αντιμέτωπος με την αλήθεια αυτής της χώρας». Ούτε η σκηνή μέσα στην γκαλερί. Μοιάζουν όλα λίγο υπολογισμένα.

Αν είναι του γούστου σας τέτοιου είδους ταινίες, λοιπόν, κι αφήσετε στην άκρη το ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές, θα περάσετε ευχάριστα την ώρα σας. Διαφορετικά, προσπεράστε την...

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Love & Friendship [3/5]

Προσαρμοσμένη από το διήγημα της Τζέιν Όστιν με τίτλο «Λαίδη Σούζαν», το «Αγάπη και Φιλία» επικεντρώνεται στον ομώνυμο χαρακτήρα της λαίδης Σούζαν Βέρνον, μιας όμορφης και γοητευτικής χήρας της οποίας τα σεργιανίσματα στο Λονδίνο μετά τον θάνατο του συζύγου της έχουν προκαλέσει πλήγμα στην υπόληψη της. Προκειμένου να αποφύγει τις φήμες που κυκλοφορούν στην καλή κοινωνία, βρίσκει καταφύγιο σε σπίτι συγγενών της και από εκεί αποφασίζει να βάλει σε εφαρμογή τα σχέδια της.

Με τα κοινωνικά στάτους και τις προοπτικές όλων να υπονομεύονται αδίστακτα μέσα στους μεγαλοπρεπείς διαδρόμους, και τους μνηστήρες να δελεάζονται και να εμπαίζονται κατά κόρον, η αγάπη, το χρήμα και οι ανέσεις εμπλέκονται σε έναν εύθυμο χορό σε αυτή τη συναρπαστική κωμωδία ηθών. Σκηνοθετημένη με χάρη από τον υποψήφιο για Όσκαρ Γουίτ Στίλμαν, η ταινία καταφέρνει και εξαπολύει τέτοια οργιώδη ίντριγκα, που αποτυπώνει απόλυτα τη διάθεση της εποχής, παραμένοντας όμως ταυτόχρονα και τρομερά επίκαιρη σε ολόκληρη τη διάρκεια της. Η απόλυτα ευγενική διάλεκτος της κοινωνίας του 18ου αιώνα γίνεται ένας αποτελεσματικός μανδύας για ορισμένες βάρβαρα συναισθηματικές πράξεις, με τον Στίλμαν να επικαλείται τον χειρισμό του λόγου της Όστιν για να συμπληρώσει ορισμένα κενά. Ζήλιες, οργή, δυσαρέσκειες κι ανησυχίες εκτυλίσσονται και ρέουν τόσο φυσικά μέσα από ένα κρεσέντο εκλεπτυσμένου λόγου και ταχύτατων διαλόγων που ναι μεν μπορεί να αποδειχτούν υπερβολικοί για κάποιους, αλλά για εκείνους που είναι πρόθυμοι να συμβαδίσουν θα τους προσφέρει καθαρή ψυχαγωγία.

Φυσικά, εκεί που ο 64χρονος σκηνοθέτης παίρνει τις πιο σημαντικές καλλιτεχνικές αποφάσεις είναι στο κάστινγκ της ταινίας. Κάθε ένας από τους χαρακτήρες ζωντανεύει ένδοξα κι ανθρώπινα στα χέρια μιας πλειάδας ηθοποιών βυθισμένων απόλυτα στην ιστορία και τους ρόλους τους. Καλύτερη όλων, στο αναμφισβήτητα πιο ζουμερό κι ενδιαφέροντα ρόλο της εδώ και χρόνια, είναι η Κέιτ Μπέκινσεϊλ. Έχοντας συνεργαστεί και πάλι με τον Στίλμαν στο παρελθόν στην ταινία «Οι Τελευταίες Μέρες της Ντίσκο» (μαζί τους ήταν και η ηθοποιός Κλοέ Σεβινί που πρωταγωνιστεί κι εδώ), η ηθοποιός δίνει ρέστα, τόσο που δεν θα ξαφνιαζόμουν αν την έβλεπα μέσα στις υποψηφιότητες των φετινών Όσκαρ.