Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Cafe Society [2.5/5]

Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα δυαδικό σύστημα στο οποίο ανήκουν οι νέες ταινίες του Woody Allen: μείζονος και ελάσσονος σημασίας. Με αυτό το σκεπτικό, η νέα ταινία του 80χρονου δημιουργού βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτούς του δυο χαρακτηρισμούς. Δεν είναι από τις πολύ καλές δουλειές του, αλλά ούτε και μία που μπορείς να απορρίψεις ως κακή. Μέσα στις δεκάδες ταινίες ενός ανθρώπου ο οποίος έχει γράψει και σκηνοθετήσει τόσα πολλά, το «Cafe Society» είναι ό,τι είναι και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή, αστεία, ελαφριά και τόσο δα συγκινητική ταινία.

Εμπλουτισμένη με στυλ, γκλάμουρ και δυο-τρεις γκάνγκστερ, η υπόθεση εξελίσσεται μέσα στον μαγικό κόσμο της κινηματογραφικής βιομηχανίας και έχει στον πυρήνα της ένα ερωτικό τρίγωνο. Τίποτα δεν είναι ιδιαίτερα σκοτεινό στην ιστορία του Bobby Dorfman, ο οποίος φτάνει στο Χόλιγουντ τη χρυσή δεκαετία του 1930 για να δουλέψει στο γραφείου του θείου του και μάνατζερ των αστέρων της εποχής. Εκεί συναντά τη γραμματέα του, Vonnie, και ξεκινάει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως μια ανάλαφρη ρομαντική κωμωδία με κάποια πιο στοχαστικά στοιχεία. Είναι τρομερά πρωτότυπη; Όχι, όμως θα πιάσετε τον εαυτό σας να γελάει με το στακάτο και αιχμηρό χιούμορ που διαθέτει, θα την παρακολουθείτε με ευχαρίστηση καθώς δεν θα κουραστείτε ούτε λεπτό, και φυσικά, χάρη στον Allen, θα δείτε μια ελαφρώς πιο ώριμη ματιά αναφορικά με το τι έχουν να προσφέρουν οι σχέσεις στους ανθρώπους, αλλά και με το τι είναι αρκετό να κάνει τους ανθρώπους να συμβιβαστούν.

Σε όλα τα παραπάνω προσθέτει πόντους η υψηλής αξίας κινηματογραφία του Vittorio Storaro, ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής του Santo Loquasto και οι ηθοποιοί. Αν και υπέροχοι ηθοποιοί όπως η Parker Posey κι ο Paul Schneider σπαταλούνται ως το κοσμικό ζευγάρι που μπαινοβγαίνει στη ζωή των πρωταγωνιστών, οι περισσότεροι έχουν την ευκαιρία να λάμψουν. Λάτρεψα την επανεμφάνιση της Jeannie Berlin που έχουμε να δούμε σε μεγάλο ρόλο από την υποψήφια για Όσκαρ ερμηνείας της στο «Παράξενο Ταξίδι του Μέλιτος» του 1972. H Anna Camp έχει μια σκηνή, αλλά δίνει τον καλύτερο εαυτό της, ο Corey Stoll είναι για ακόμα μία φορά εξαιρετικός. Η Blake Lively είναι πανέμορφη, και θυμηθείτε με θα εξελιχθεί σε μεγάλο αστέρι. Η ταινία όμως ανήκει στην Kristen Stewart, η οποία τον τελευταίο καιρό κατ` επανάληψη μας αποδεικνύει ότι δεν έχει καμία σχέση με τον νευρόσπαστο χαρακτήρα που υποδυόταν στα «Twilight». Πιο όμορφη από ποτέ, αναδίδει μια ζεστασιά και αρκετή ψυχή που σε κάνει να κολλάς πάνω της κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη.

Σε γενικές γραμμές, βγαίνοντας από την αίθουσα αυτό που συνειδητοποιείς είναι ότι o Allen δεν έχει βρει απόλυτα τη φόρμα του, αν και σε αυτό το σημείο ποια είναι η φόρμα στην οποία πρέπει να επιστρέψει; H ταινία, χάρη στην ελαφρότητα που τη διέπει, βλέπεται άνετα και με ευχαρίστηση. Και μια και μιλάμε για την 47η ταινία του, αυτό νομίζω πως, προς το παρόν, αρκεί.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Ghostbusters [2.5/5]

Αν υπήρχε ένας επίσημος κατάλογος βασικών ταινιών της δεκαετίας του 1980 των οποίων οι οπαδοί θα χαρακτήριζαν ως βλασφημία το να ξαναγυριστούν, θα μπορούσε να περιλαμβάνει τίτλους όπως «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού», το «Μπρέκφαστ Κλαμπ» και το «Επιστροφή στο Μέλλον». Επίσης το «Γκούνις: Το Κυνήγι της Μεγάλης Περιπέτειας», το «Η Πιο Κουφή Μέρα του Φέρι Μπούλερ» και το «Μια Απίθανη... Απίθανη Πτήση». Η λίστα είναι ατελείωτη κι εντελώς υποκειμενική, σίγουρα όμως κοντά στην κορυφή της θα ήταν το «Ghostbusters», η sci-fi κωμωδία του 1984 σε σκηνοθεσία Ιβάν Ράιτμαν όπου τέσσερις άνδρες κυνηγούν φαντάσματα γύρω από την πόλη της Νέας Υόρκης. Αν και γυρισμένο τη συγκεκριμένη δεκαετία, ακόμα και σήμερα παραμένει αστεία, έξυπνη και πρωτότυπη όπως όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά.

Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, τότε γιατί γυρίζουν εκ νέου το 2016; Εδώ είναι το θέμα: η νέα ταινία του Πολ Φάιγκ δεν είναι ακριβώς ριμέικ του παλιού όσο «επανασχεδιασμός» της ίδιας ιδέας, αυτή τη φορά με τέσσερις γυναίκες και περισσότερη αυτοσυναίσθηση του χιούμορ. Υφίσταται ως επί το πλείστων ανεξάρτητα από τον προκάτοχό του και, με εξαίρεση ένα-δυο κλεισίματα του ματιού στην έκδοση του Ράιτμαν τα οποία χρησιμοποιεί και δεν βασίζεται σε αυτά, βρίσκει έναν τρόπο να βασίζεται κυρίως στις δικές του δυνάμεις. Κάπου εδώ θα ήθελα να πω ότι η αντιπαράθεση είναι ένα αστείο πράγμα. Μερικές φορές η ύπαρξη της αξίζει, ενώ άλλες φορές είναι εντελώς αδικαιολόγητη. Χωρίς να έχει σημασία ποια είναι η αιτία, δυστυχώς προέκυψε διένεξη για αυτή την νέα έκδοση του «Ghostbusters». Ωστόσο, παρόλες τις συζητήσεις σχετικά, αυτό το κείμενο είναι μια κριτική της ταινίας, όχι της αντιπαράθεσης. Με βάση αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι οι φανατικοί του αρχικού μπορούν να ανασάνουν με ανακούφιση γνωρίζοντας ότι τούτη εδώ η ταινία δεν είναι ένα αντίγραφο ή απομίμηση και ότι διαχωρίζεται ενεργά από το πρωτότυπο.

Τούτου λεχθέντος, το «Ghostbusters» μπορεί να θεωρηθεί μια καλή ταινία, όχι όμως μια σπουδαία. Διαθέτει ένα αυθάδες παιχνίδισμα, το οποίο παράγει κάποια γέλια, και -στο σύνολο του- ένα ισχυρό, ενθουσιώδες καστ που δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Δεν είναι όμως σταθερά αστείο ή διασκεδαστικό, ενώ ο μεγάλος χρόνος διάρκειας του το καθιστά επιρρεπές σε μερικά βαρετά σημεία. Το κύριο ζήτημα εδώ είναι η πλοκή και ο τρόπος εξέλιξης αυτής. Όπως και το πρωτότυπο, το σενάριο ακολουθεί μια νέα γυναικεία ομάδα κυνηγών φαντασμάτων που προσπαθούν να σταματήσουν τα -όλο και αυξανόμενα- πνεύματα που κάνουν την εμφάνιση τους στην πόλη της Νέας Υόρκης. Εμποτισμένο με την κωμική υπογραφή του Φάιγκ, το φιλμ δυστυχώς δεν λειτουργεί καλά χάρη στο, κατά άλλα, αξιόπιστο είδος του χιούμορ το οποίο απολαύσαμε στις προηγούμενες δουλείες, όπως το «Φιλενάδες» ή το «Spy». Με τις συγκεκριμένες ταινίες να έχουν το πλεονέκτημα της πρωτότυπης ιδέας, έμοιαζαν φρέσκες και γεμάτες αυτοπεποίθηση, αντ` αυτού το «Ghostbusters» προχωρά σε ένα γνώριμο μονοπάτι. Και παρά το οικείο της υπόθεσης, ο Φάιγκ θα μπορούσε να την κάνει να ξεχωρίζει, ακολουθεί όμως τον ασφαλή δρόμο σε όλους τους τομείς και η ταινία υποφέρει εξαιτίας αυτού.

Η ταινία ομολογουμένως δεν θέλει να πάρει τον εαυτό της στα σοβαρά και δεν το κάνει. Η ανάπτυξη των χαρακτήρων και η συγγραφή μιας σταθερής ιστορίας εξανεμίζονται στο πρώτο μισάωρο. Τη θέση τους παίρνουν η εύκολη διασκέδαση, η οποία γίνεται όλο και πιο ευχάριστη με τις ξεχωριστές cameo εμφανίσεις και μια χορευτική παράσταση κατά τη διάρκεια των τίτλων τέλους και τίποτε άλλο. Μένουν, λοιπόν, οι υπέροχες πρωταγωνίστριές του να την κάνουν πιο ελκυστική, αλλά ακόμα κι εκεί τα πράγματα δεν είναι καλά. Η Κρίστεν Γουίγκ είναι πολύ καλή, αλλά παίζει τον γνώριμο εκείνο αδέξιο χαρακτήρα που έχει υποδυθεί κι άλλες φορές. Το φυσικό κωμικό ταλέντο της Μελίσα ΜακΚάρθι για ακόμα μια φορά λάμπει σε έναν ρόλο που της ταιριάζει πραγματικά, αλλά δεν παύει να είναι ίδιος με την προηγούμενους. Η Λέσλι Τζόουνς κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με έναν μονοδιάστατο και κάπως κακογραμμένο ρόλο. Η Κέιτ ΜακΚίνον είναι παντελώς άθλια σε μια ερμηνεία άξια για όλα τα βατόμουρα του κόσμου. Ενώ, τέλος, ο θαυμάσιος Κρις Χέμσγουορθ, σε ένα από τα πιο ωραία ευρήματα του έργου, είναι αυτός που τραβάει τα βλέμματα και με την ομορφιά του, αλλά και με το κωμικό ταλέντο του.

Μια καλύτερη και πιο ικανοποιητική κωμωδία υπάρχει σίγουρα κάπου μέσα σε όλα αυτά. Ακόμα και έτσι, όμως, το φετινό «Ghostbusters» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ανόητη καλοκαιρινή κωμωδία που, με λίγη καλή διάθεση και χωρίς πολλή σκέψη τού τι βλέπεις, μπορεί να χαρίσει ένα ευχάριστο δίωρο σ` όποιον την επιλέξει.

Maggie's Plan [3/5]

Τοποθετημένο στην Νέα Υόρκη, το «Η Μάγκι Έχει Σχέδιο» είναι μία ακόμα προσθήκη στο είδος των ταινιών που γελάει με τις αξιώσεις και τις ανοησίες των διανοούμενων και μορφωμένων ενηλίκων, καθώς αυτοί ζουν μέσα στα λεγόμενα «προβλήματα υψηλής κοινωνίας». Με εξαιρετικές ερμηνείες από ένα all-star-cast με επικεφαλής τους Greta Gerwig, Ethan Hawke, Julianne Moore και Bill Hader, η σκηνοθέτης Rebecca Miller παραδίδει μια ταινία που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα αποδεικνύοντας ότι έχει μια κοφτερή αίσθηση του χιούμορ.

Διαθέτοντας σωστό μέτρο μεταξύ ηθικής και χιουμοριστικής πολυπλοκότητας, αλλά και μια φεμινιστική αύρα που διαπερνά το φιλμ, η Miller αντισταθμίζει οποιαδήποτε ελαφράδα ή επιτήδευση με μια ετοιμόλογη και σπιρτόζα πλοκή, δημιουργώντας έτσι μια ιδιότροπη, κουλτουριάρικη (με την καλή έννοια) και ρομαντική ταινία που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα από εκείνα τα έργα που δεν απαιτούν πολλή σκέψη και που μπορείς να απολαύσεις ευχάριστα όχι μόνο μία, αλλά πολλές φορές.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

The Shallows [3.5/5]

Από τότε που ο Steven Spielberg παρουσίασε την πρώτη υδάτινη απειλή του κινηματογράφου με τα «Σαγόνια του Καρχαρία», οι κίνδυνοι που παραμονεύουν στο πέλαγος έχουν εμπνεύσει δεκάδες ταινίες, άλλες καλές, άλλες ικανοποιητικές και άλλες άθλιες.

Το «Σε Ρηχά Νερά» έρχεται να προστεθεί σε αυτό τον μακρύ κατάλογο ταινιών, και αν η ιδέα της «Gossip Girl» Blake Lively εναντίον ενός καρχαρία δεν σας τραβάει την προσοχή, τότε καλά θα κάνετε να αναθεωρήσετε, καθώς η ταινία είναι απολαυστικότατη αναβιώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπος το είδος. Διαθέτοντας ένα έξυπνα γραμμένο σενάριο από τον Anthony Jaswinski και το άγρυπνο μάτι του Jaume Collet-Serra στη σκηνοθεσία, το έργο είναι από εκείνα που καταστρέφουν έναν τέλειο αμμώδη παράδεισο, μετατρέπουν τα κρυστάλλινα γαλάζια νερά σε αιματοβαμμένα ύδατα και σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις ότι είναι περιστασιακά ωραίο να παρακολουθείς μια ταινία απλά και μόνο για την απόλυτη διασκέδαση που σου παρέχει.

Το πώς και το γιατί της πλοκής είναι εξαιρετικά κοινό, κλισέ και άνευ σημασίας. Εκεί που η ταινία πετυχαίνει διάνα είναι στο γεγονός ότι αγκαλιάζει τη διασκέδαση του είδους, χωρίς ποτέ να ξεχνάει ότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ που χτίζει σιγά-σιγά την ένταση και την απογοήτευση για μια κατάσταση που φαίνεται τόσο απλή, αλλά και τόσο αδύνατη να λυθεί. Τα αφρώδη κύματα που λαμποκοπούν στο φως του ήλιου και το τροπικό δάσος που καλύπτει τις ορεινές περιοχές ζωγραφίζουν ένα γραφικό τοπίο, και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που σε ρουφάει προετοιμάζοντάς σε για μια αναπόφευκτη επίθεση καρχαρία.

Στη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος βοηθάει εξαιρετικά και το γεγονός ότι το σενάριο δεν αναλώνεται σε περιττό δράμα και συναισθηματικές εκρήξεις. Τέτοιες στιγμές υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν είναι κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη προσωπική διαδρομή του ήρωα μέσα από την οποία θα δεθούμε μαζί του. Προς τιμήν της η Lively, το γνωρίζει αυτό και υποδύεται την ηρωίδα με τέτοιο τρόπο που μας συνεπαίρνει. Είναι αστεία, είναι απελπισμένη, είναι θυμωμένη και φυσικά είναι και πολύ όμορφη. Χάρη σε αυτήν, ο κίνδυνος είναι τόσο ζωντανός και σοβαρά παρουσιασμένος, σε σημείο όπου δεν θέλεις πραγματικά ο καρχαρίας να κερδίσει.

Φυσικά, μην περιμένετε την πιο ρεαλιστική μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μητέρας φύσης. Η ηρωίδα και ειδικά οι λίγοι δεύτεροι χαρακτήρες παίρνουν τις συνήθεις αναμενόμενες χαζές αποφάσεις που ναι μεν αποσπάσουν την προσοχή στα σημεία, αλλά όχι πολύ. Στα 87 λεπτά διάρκειας του, το «Σε Ρηχά Νερά» είναι ένα φοβερά διασκεδαστικό θρίλερ που θα σας κρατήσει στην άκρη του καθίσματός σας, παρασύροντας σας στην τρέλα μιας ταινίας για την επίθεση ενός καρχαρία, ζητώντας από εσάς μόνο να απολαύσετε τη βόλτα. Αγοράστε τα ποπ-κορν σας, λοιπόν, και μπείτε άφοβα στην αίθουσα.

Star Trek Beyond [2/5]

Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα οπαδός του Star Trek. Μετά τη θέαση των δυο πρώτων ταινιών του reboot της σειράς, αποφάσισα να ασχοληθώ και να ψάξω λίγο για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό αλλά και τηλεοπτικό συμπάν. Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πώς ο κόσμος του Star Trek καταπιάνεται με ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας, μέσω της ακραίας μεταφοράς των εξωγήινων πολιτισμών. Και πώς αυτό συνδυάζεται με το γεγονός της δράσης και της προσπάθειας των ηρώων να ξεφύγουν ή να νικήσουν τους τους εχθρούς μέσα από έξυπνες λύσεις.

Με αυτό στον νου, πηγαίνοντας να παρακολουθήσω την ταινία γνώριζα ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο σκηνοθέτης των δυο εξαιρετικών προηγούμενων J.J. Abrams άφησε τη σκηνοθετική καρέκλα προκειμένου να δώσει ζωή σε έναν άλλο γαλαξία. Αυτό οδήγησε την Paramount Pictures στο να ψάξει να βρει έναν νέο μαέστρο στο σκηνοθετικό τιμόνι του franchise και για κάποιον λόγο κατέληξαν στον Justin Lin, δημιουργώντας μακράν την πιο αδύναμη ταινία της σειράς. Βασιζόμενος πλήρως στα δυνατά του σημεία, ο σκηνοθέτης των Fast & Furious 3, 4, 5 και 6 οδηγεί με τόλμη το όλο franchise σε μια νέα κατεύθυνση που δεν του ταιριάζει. Ξεχνώντας ότι σκηνοθετεί ένα θρυλικό έργο επιστημονικής φαντασίας, αποφασίζει να αφήσει πίσω του την πολυπλοκότητα των προηγούμενων και να δημιουργήσει μια ταινία δράσης υψηλών οκτανίων που δεν ενδιαφέρεται για κάτι άλλο, προσφέροντας έτσι από τα πρώτα κιόλας λεπτά ένα θορυβώδη και ακατάστατο θέαμα.

Στην αποτυχία του εγχειρήματος συμβάλλει και η συγγραφική ομάδα του «Star Trek Beyond», που αν και πέντε κατάφεραν να γράψουν κάτι τόσο άτονο. Ασχολούμενοι με την ανάπτυξη πολλών ανόμοιων θεμάτων, κατασκευάζουν μια ταινία συνονθύλευμα από σκηνές χωρίς συνοχή και χαρακτήρες, χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία εμπλοκής του θεατή με τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του. Τα κενά στο επιστημονικό και φυσικό κομμάτι του έργου προκαλούν μειδίαμα, ο κακός του έργου είναι τόσο ελλιπέστατα γραμμένος που για τον θεατή δεν είναι τίποτα άλλο από κάποιον που θέλει να σκοτώσει ανθρώπους, ενώ αυτή η μανία της επεξήγησης τού τι γίνεται ξεπερνάει τα επιτρεπτά όρια. Το δε φινάλε που μετατρέπει την ταινία σε κάτι που μόνο από τον Michael Bay θα μπορούσαμε να δούμε, δεν το σχολιάζω.

Ερμηνευτικά και οπτικά δεν θεωρώ ότι υπάρχει νόημα σχολιασμού και κριτικής. Όπως όλες οι ταινίες τέτοιου μεγέθους, σίγουρα χορταίνεις από οπτικά εφέ και ήχο, παρακολουθώντας παράλληλα καλούς ηθοποιούς να υποδύονται αγαπημένους ήρωες αξιοπρεπέστατα. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία παρακολουθείται με άνεση, απλά όσο εύκολα τη βλέπεις άλλο τόσο θα την ξεχάσεις.