Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

All Nighter [1.5/5]

Φανταστείτε το «Η Αρπαγή» κωμικό, χωρίς κάποια πραγματική απαγωγή, με μια νότα από «Hangover» και «Γαμπρό της Συμφοράς». Αυτό είναι το «Φοβού τον Πεθερό», η νέα κωμωδία από τον σκηνοθέτη Γκάβιν Βίσεν, η οποία ναι μεν δεν κερδίζει πόντους για την καινοτομία της, αλλά διαθέτει κάποια δυναμική χάρη στους δυο πρωταγωνιστές που υποδύονται το παράξενο δίδυμο που εξερευνά τους δρόμους του Λος Άντζελες σε αναζήτηση μιας εξαφανισμένης γυναίκας.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το σενάριο του Σεθ Όουεν βάζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι να αντιμετωπίζει μια σειρά από κουλές καταστάσεις και εκκεντρικούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, δεν είναι η ποικιλία των συμβάντων που παρέχουν τα περισσότερα από τα γέλια, αλλά οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Επιστρέφοντας στις κωμικές ρίζες τους, τόσο ο Τζ. Κ. Σίμονς όσο και ο Εμίλ Χιρς κάνουν μια αξιέπαινη δουλειά εμφυσώντας ζωή σε μια αναμασημένη ιδέα. Οι δυο τους, αντισταθμίζοντας την έλλειψη πρωτοτυπίας του κειμένου, δημιουργούν μια δυναμική που διατηρεί εστιασμένη την ταινία, ενώ παράλληλα ανυψώνει το χιούμορ της.

Ωστόσο, πέρα από τους δυο τους, δεν υπάρχει κάτι άλλο άξιο αναφοράς. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς μια τόσο απλή πλοκή δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της για να διαφοροποιηθεί. Το πρόβλημα της έγκειται στο γεγονός ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να είναι. Θέλει να είναι σοβαρή, αλλά θέλει να είναι κι αστεία. Επιζητά να λειτουργήσει συναισθηματικά, αλλά δεν παρέχει αρκετό πλαίσιο έτσι ώστε να υπάρχει κάποιο αντίκτυπο. Επιθυμεί να πει την ιστορία του ενός ήρωα, του άλλου ή και των δυο. Φυσικά, καταλήγει να είναι λίγο απ` όλα και ως εκ τούτου τίποτα απολύτως.

Η -καθόλου επιδεικτική- σκηνοθεσία του Βίσεν προσπαθεί να σώσει την κατασκευή του έργου και να δώσει ζωή στο υλικό, αλλά μάταια. Αυτό που στο τέλος σου μένει είναι ότι είδες μια αδιάφορη ταινία που ξεχνιέται εύκολα.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Beauty and the Beast [2/5]

Συμβαδίζοντας με το πνεύμα των καιρών, η Disney συνεχίζει να μετατρέπει σε live-action εκδοχές τα αριστουργήματα κινουμένων σχεδίων της. Μετά την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», το «Maleficent», τη «Σταχτοπούτα» και το «Βιβλίο της Ζούγκλας», σειρά τώρα έχει το ορόσημο του στούντιο, η «Πεντάμορφη και το Τέρας».

Το να γράψω τη γνώμη μου σχετικά με τη νέα έκδοση του «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» είναι ένα δύσκολο πράγμα. Πρώτον, η νοσταλγία που νιώθεις παρακολουθώντας την σε επηρεάζει από την πρώτη μουσική νότα. Η συγκεκριμένη ταινία έχει τραγουδιστεί κι αγαπηθεί περισσότερο από κάθε άλλη σε όλο τον κόσμο. Είναι η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, και η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που έγινε μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ. Έχει κερδίσει Όσκαρ, Γκράμι και Τόνι και βρίσκεται σε πολλές λίστες του Αμερικανικού Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Επομένως μια ιστορία τόσο αγαπητή διαθέτει εκ των πραγμάτων μια δυναμική. Πρέπει να παραδεχτώ επίσης ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματική οπτική πανδαισία. Το ήσυχο χωριό, το τρομακτικό κάστρο, ο πανέμορφος κήπος, τα όμορφα κι επιβλητικά φορέματα. Η τέχνη που δαπανήθηκε στον σχεδιασμό και τη φυσική δημιουργία κάθε ενιαίου συνόλου, κοστουμιού και χαρακτήρα είναι εντυπωσιακή. Είναι σαφές ότι όλα όσα δημιουργήθηκαν είναι μελετημένα και κατασκευασμένα με τη μέγιστη προσοχή και με απαράμιλλο πάθος.

Και όμως, παρά την άψογη όψη της ταινίας και την ύπαρξη κάποιας νοσταλγικής γοητείας, είναι προφανές ότι η κινούμενη με τη ζωντανή κινηματογραφική εκδοχή είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Χρησιμοποιώντας ξεδιάντροπα την παρακαταθήκη του αρχικού, ανακύπτει ξανά το ίδιο πρόβλημα που συναντάμε σε όλες αυτές τις επαναδιατυπώσεις. Τι καινούργιο μπορείς να προσθέσεις για να δικαιολογήσεις μια νέα έκδοση; Και εδώ είναι που οι σεναριογράφοι δεν τα καταφέρνουν καλά, αφού το μεγαλύτερο έγκλημα του έργου είναι ότι δεν προσφέρει εκπλήξεις για τους θεατές. Αντιθέτως, παραμένοντας πιστή στην ιστορία, στα γνωστά τραγούδια, στα ίδια λόγια, ακόμα και στην τοποθέτηση της κάμερας, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα μουσείο όπου τα πάντα φαίνονται μεγάλα κι επιβλητικά, αλλά χωρίς κάποια συναισθηματική απήχηση. Τα καινούργια τραγούδια της ταινίας καταρρέουν, λίγες νέες σκηνές εδώ κι εκεί προσφέρουν ελάχιστα ως προς την ουσία και όλα μαζί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα επιπλέον 40 λεπτά διάρκειας σε σχέση με το πρωτότυπο. Οι συντελεστές του έργου είναι σαν να φοβόντουσαν να καταστρέψουν την -ομολογουμένως τεράστια- κληρονομιά.

Μην μπορώντας να φέρει κάτι άλλο στο τραπέζι, το φιλμ μοιάζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ενδιαφέρον για την πρωταγωνίστρια και από ανόητες ειδήσεις (είναι ο χαρακτήρες του LeFou ομοφυλόφιλος;) που κυκλοφορούν στον τύπο. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα του, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα χαλαρό, χωρίς έμπνευση ριμέικ από δεύτερο χέρι. Αν αγαπάτε το πρωτότυπο, προσπεράστε το.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Maudie [4/5]

Το σκηνικό: ένα μικρό εξοχικό στις ακτές του καναδικού Ατλαντικού στην περιοχή της Νέας Σκωτίας. Οι βασικοί χαρακτήρες: δύο. Ένας ισχυρογνώμων εργένης (ο Έβερετ) που ψάχνει οικονόμο και μια απονήρευτη γυναίκα (η Μοντ) που θέλει να φύγει από το σπίτι της. Οι δυσκολίες της ζωής θα ενώσουν τις μοίρες τους.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Εκ πρώτης όψεως αυτή η ιρλανδοκαναδέζικη συμπαραγωγή μοιάζει ως μία ακόμα χλιαρή ιστορία αγάπης με μια κλασική έναρξη και μια κατάληξη που υπαγορεύεται αποκλειστικά από τους άγραφους νόμους του είδους. Αυτή η εντύπωση όμως είναι βιαστική, καθώς πρόκειται για ένα συγκινητικό, αλλά ποτέ μελοδραματικό, έργο με μια ιδιαίτερη πινελιά. Η σκηνοθέτης Έιλινγκ Γουόλς, η σεναριογράφος Σέρι Γουάιτ και οι δύο υπέροχοι πρωταγωνιστές μετατρέπουν την αληθινή ιστορία στο επίκεντρο του «Maudie» σε ένα άξιο παρακολούθησης δράμα για έναν γενναίο αγώνα κατά των φυσικών περιορισμών.

Ταινία ερμηνειών, το «Maudie» μοιάζει από το πρώτο κιόλας λεπτό να ανήκει στη Σάλι Χόκινς και τον Ίθαν Χοκ. Κουβαλώντας όλο το φιλμ πάνω της, η υποψήφια για Όσκαρ Βρετανίδα παραδίδει μια τρισμέγιστη ερμηνεία. Μια ερμηνεία που κλέβει τις εντυπώσεις και αξίζει να συζητηθεί. Συλλαμβάνοντας την ουσία του χαρακτήρα της Μοντ, καταφέρνει και βρίσκει εκείνη την ισορροπία μεταξύ μίμησης και ηθοποιίας παρέχοντας στο κοινό ένα οικείο πορτρέτο ενός ανθρώπου. Δίπλα της, ο Χοκ δεν είναι σε καμία περίπτωση κατώτερος της. Κρατώντας έναν υποστηρικτικό ρόλο, τονίζει περαιτέρω την ένταση με την οποία η Χόκινς φέρνει το αδάμαστο πνεύμα της Μοντ στην οθόνη, αποδεικνύοντας για ακόμα μία φορά ότι είναι ένας ατρόμητος ηθοποιός που δεν φοβάται να ασχοληθεί με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Οι δυο τους μαζί εισέρχονται σε ένα επίπεδο καλλιτεχνικής υπερβατικότητας που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη, προκαλώντας τον θεατή σε κάθε λεπτό να εμπλακεί συναισθηματικά.

Αν οι ερμηνείες επί της οθόνης είναι η ραχοκοκαλιά της ταινίας, ο σύνδεσμος που κρατά τα πάντα μαζί είναι η σκηνοθεσία της Γουόλς. Αντίθετα με τις περισσότερες βιογραφίες που νιώθουν την ανάγκη να φτιάξουν κάτι το σπουδαίο, το «Maudie» μοιάζει να ικανοποιείται με τις απλές απολαύσεις που βρίσκονται σε μια απλή ιστορία. Ξεκινώντας την εξιστόρηση της με έναν λευκό καμβά, τόσο η σκηνοθέτης όσο και η σεναριογράφος προσθέτουν αφειδώς στρώσεις από χρώματα και συναίσθημα στην οθόνη, μέχρι να δημιουργηθεί κάτι που δεν απέχει καθόλου από ένα έργο τέχνης. Κάθε σκηνή είναι όμορφα καδραρισμένη και φωτισμένη, ενώ μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ συμπληρώνει παιχνιδιάρικα το σενάριο. Με τόνο επιδέξια ελεγχόμενο, χωρίς ποτέ να δίνει υπερβολική έμφαση σε δακρύβρεχτες καταστάσεις, αλλά ούτε να αποφεύγει τις δύσκολες στιγμές, το φιλμ μάς συναρπάζει. Όταν τελειώνει, νιώθεις ότι σε διακατέχει μια ευχάριστη λάμψη, αφού σου έχει υπενθυμίσει τη δύναμη της θέλησης, της αθωότητας και της τέχνης.

Εάν κάποιος παρατηρήσει την ταινία προσεκτικά, σίγουρα θα βρει λάθη ή πράγματα που δεν τα `κανε σωστά, αλλά ποιος νοιάζεται; Μερικές φορές είναι αρκετό να αφήσεις μια ταινία να είναι αυτό που είναι χωρίς να ζητάς περισσότερα ή καλύτερα. Υπέροχο…

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Call Me by Your Name [5/5]

Δεν ξέρω πώς μπορεί κάποιος να γράψει για το «Call Me by Your Name». Πώς θα μπορέσει να μιλήσει για μια ταινία που αιχμαλωτίζει και αναστατώνει την καρδιά σου και το κάνει σωστά. Είχα το τεράστιο προνόμιο να δω το νέο έργο του Λούκα Γκουαντανίνο στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και αμέσως μετά την προβολή, τόσο εγώ όσο και συνάδελφοι από κάθε γωνιά του κόσμου συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε εμείς αυτοί που θα πρέπει να διαδώσουμε ότι η ταινία είναι απλά ένα αριστούργημα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να το επιχειρήσω…

Η τελευταία ταινία του ιταλού σκηνοθέτη διαδραματίζεται το 1983 στη Βόρεια Ιταλία και αφηγείται ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο ανάμεσα σε έναν ώριμο 17χρονο Αμερικανο-ιταλό με το όνομα Έλιο (Τιμοτέ Σαλαμέ) και τον Όλιβερ (Άρμι Χάμερ), έναν 24χρονο αμερικανό επιστήμονα που επισκέπτεται τον πατέρα του Έλιο προκειμένου να τον βοηθήσει. H σχέση μεταξύ των δύο νεαρών ανδρών είναι η εστίαση της ταινίας, αλλά o Γκουαντανίνο και οι συν-σεναριογράφοι Γουόλτερ Φασάνο και Τζέιμς Άιβορι πετυχαίνουν να αφηγηθούν μια οικουμενική ιστορία αγάπης συγκλονιστικά κινηματογραφημένη κι ερμηνευμένη.

Υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο στο «Call Me by Your Name». Πρώτα απ` όλα, ποτέ δεν προσπαθεί να χειραγωγήσει τα συναισθήματα του κοινού. Απλώς σταδιακά αρχίζει να λέει την ιστορία του αφήνοντας στο κοινό να ζήσει την εμπειρία. Καθιερωμένος από τις προηγούμενες ταινίες του ως ένας σύγχρονος μάστερ δημιουργίας ατμόσφαιρας, ο Γκουαντανίνο δεν χρειάζονται πολλά για τη δημιουργία σύνθετων συναισθηματικών περιβαλλόντων. Με βλέμματα και χειρονομίες που μιλάνε από μόνες τους και μια μουσική που λέει πολύ περισσότερα από ό,τι οι λέξεις θα μπορούσαν, φτιάχνει ένα συγκινητικό φιλμ εμποτισμένο με μια αδιαμφισβήτητη εκτίμηση των ανθρώπων. Αφαιρώντας την κουρτίνα των αμφιβολιών και των προκαταλήψεων, αφήνει σε εμάς να θαυμάσουμε τη σχέση δύο ανθρώπων, χωρίς να δίνεται προσοχή στο φύλο τους. Διότι, είτε σας αρέσουν οι γκέι ταινίες είτε όχι, αυτή η ταινία δεν ήταν ποτέ γι` αυτό. Είναι για τα συναισθήματα με τα οποία όλοι είμαστε εξοικειωμένοι, ανεξάρτητα από το τι φύλο είμαστε.

Υπάρχει μια καθολική αγάπη εδώ ανάμεσα σε φίλους, οικογένεια και ξένους που προσθέτει μια τρυφερότητα στην ταινία. Από το παραδοσιακό φιλί στο μάγουλο μέχρι τη σωματική εγγύτητα που έχει ο Έλιο με τους γονείς του, ο διευθυντής φωτογραφίας Σαγιόμπιου Μακντιπρόμ τα συλλαμβάνει όλα με το ίδιο εξαίσια μάτι που αιχμαλωτίζει τα πανέμορφα ηλιόλουστα τοπία της Ιταλίας. Γεμάτα μυρωδιές, γεύσεις και ήχους, τα πλάνα είναι ζεστά και ζωντανά. Τα μάτια των πρωταγωνιστών φαίνεται να έρχονται σε μας. Αισθανόμαστε ότι είμαστε υπό τον έλεγχο κάποιου. Θέλουμε να βρεθούμε στην άλλη πλευρά της οθόνης. Νιώθουμε τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Όταν το σώμα τους δονείται, σταματάμε να αναπνέουμε. Όταν στεναχωριούνται, αισθανόμαστε ένα βάρος στο στήθος. Όταν δεν μπορούν να εκφραστούν, θα θέλαμε να τους αγκαλιάσουμε και να μιλήσουμε εμείς γι` αυτούς. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γκουαντανίνο είναι πραγματικά πρωτοφανής.

Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν, το έργο του σκηνοθέτη του «Είμαι ο Έρωτας» και του περσινού «Κάτω από τον Ήλιο» είναι πολλά πράγματα μαζί. Είναι μια ταινία ενηλικίωσης. Ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο των νεανικών ερωτικών σκιρτημάτων με όλα τα σκαμπανεβάσματα τους. Μια ταινία για την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και τη λάγνα λαχτάρα. Μα πάνω από όλα, είναι μια ωδή για την αγάπη σε όλες τις μορφές της. Με την ίδια την ιδέα της αγάπης ως ένα ουσιαστικό κομμάτι της ανθρωπότητας που πρέπει να αρπάζεις, να απολαμβάνεις και να ζεις κάθε φορά που σε βρίσκει. Η αγάπη είναι μία από τις χαρές και μεγάλες προσπάθειες της ανθρώπινης ύπαρξης, κι αυτό είναι ένα συναίσθημα που διερευνάται με ενθουσιασμό και στοργή στο «Call Me by Your Name». Ένα έργο που καταφέρνει να είναι αισθησιακό, αλλά όχι αδιάκριτο. Ελκυστικό, αλλά όχι αποπνικτικό. Άμεσο, αλλά ποτέ παράτολμο. Ένα σπάνιο είδος ποίησης όπου τα πάντα ισορροπούν στην εντέλεια.

Σε αυτό συντελούν και οι αξιόλογες ερμηνείες του Σαλαμέ, του Χάμερ και του Στούλμπαργκ. Μου είναι δύσκολο να σκεφτώ άλλον νεαρό ηθοποιό να παραδίδει μια τέτοια μεγαλειώδη ερμηνεία όσο αυτή του Σαλαμέ εδώ. Σκιαγραφώντας την αμηχανία και την πληθωρικότητα του απροσδόκητου έρωτα με καταστροφική ακρίβεια, ο ηθοποιός θα πρέπει από τώρα να ετοιμάζει τον λόγο του για τα επόμενα Όσκαρ. Ο Χάμερ, από την άλλη, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, εκπλήσσει με μια εμφάνιση που εκμεταλλεύεται πλήρως τη εξωπραγματική ομορφιά του προσθέτοντας ένα στρώμα τρυφερότητας, πάθους και τη λύπης. Και έπειτα υπάρχει κι ο Μάικλ Στούλμπαργκ, ο οποίος συμπυκνώνει, με απόλυτη σαφήνεια και διορατικότητα, τα θέματα αυτής της όμορφης, βαθύτατα ερωτικής ταινίας σε λιγοστές μόνο σκηνές. Οι τρείς τους μαζί με τις Αμιρά Καζάρ και Έσθέρ Γκαρέλ συνθέτουν ένα επιτελείο ηθοποιών, των οποίων τη χημεία σπάνια βλέπουμε στην κινηματογραφική οθόνη.

Εν κατακλείδι, το «Call Me by Your Name» είναι μια πραγματικά απίστευτη ταινία. Ισχυρή και εύστοχη, ξυπνάει τις αισθήσεις δελεάζοντάς σε να ζήσεις τη ζωή πλήρως όσο προλαβαίνεις.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

T2 Trainspotting [2/5]

Όταν το «Trainspotting» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 1996, ξεπέρασε θεαματικά τις προσδοκίες. Ήταν κάτι περισσότερο από μία ταινία, ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ταινία που μιλούσε απευθείας σε μια ολόκληρη γενιά. Πώς καταφέρνεις λοιπόν να κάνεις κάτι παρεμφερές τόσα χρόνια μετά; Η απάντηση είναι… δεν το κάνεις. Δεν μπορείς να το κάνεις. Αυτό το πολυαναμενόμενο σίκουελ δεν επρόκειτο ποτέ να έχει την ίδια επίδραση με το πρωτότυπο εγχείρημα. Τι σημαίνει όμως αυτό για τη συγκεκριμένη ταινία;

Παραμένοντας πιστή στο ύφος του πρωτότυπου, o Ντάνι Μπόιλ παρουσιάζει την ιστορία που θέλει να πει με τον ίδιο μοναδικό υφολογικό τρόπο, λαμβάνοντας μια σουρεαλιστική προσέγγιση ανά στιγμές, ενώ παράλληλα είναι εμφανές ότι το διασκεδάζει. Εξισορροπώντας αξιοσημείωτα την κωμωδία με τη συγκίνηση, τα συναισθήματα σου μεταβάλλονται με διαφορά λεπτού. Τη μία στιγμή γελάς δυνατά και την άλλη αισθάνεσαι σκεπτικός κι αγέλαστος. Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει την ταινία του να λειτουργεί ως ένα σχόλιο για τη μέση ηλικία χρησιμοποιώντας τους ίδιους χαρακτήρες που πριν από 20 χρόνια ζούσαν τη στιγμή και τώρα μοιάζουν παγιδευμένοι σε μια περίοδο όπου φοβούνται να κοιτάξουν πίσω και ακόμη περισσότερο δειλιάζουν να δουν μπροστά. Μολονότι τα δικά μας νιάτα δεν ήταν τόσο ζοφερά όσο των ηρώων, πρόκειται για μια ιδέα την οποία μπορούμε να συμμεριστούμε χάρη στη νοσταλγία με την οποία είναι εμποτισμένο το φιλμ.

Όμως, ενώ η νοσταλγία που υπάρχει εξασφαλίζει ότι θα έχετε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σας χάρη στα αναγνωρίσιμα πρόσωπα, το σκορ και το ύφος, το συνεχές κι ασταμάτητο γνέψιμο στο παρελθόν, με άφθονο αρχειακό υλικό και πάμπολλες αναφορές σε εικονικές σκηνές, εξυπηρετεί φυσικά έναν σκοπό, αλλά από ένα σημείο και μετά μοιάζει φτιαχτό. Ο Μπόιλ και ο σεναριογράφος Τζον Χοτζ, θέλοντας να ευχαριστήσουν σε υπερθετικό βαθμό τους οπαδούς, παραβλέπουν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αυτόνομο εγχείρημα. Καθώς η πλοκή προχωρά και η αίσθηση της οικειότητας και της νοσταλγίας φθείρεται, οι ρωγμές αρχίζουν να εμφανίζονται και εμείς ψάχνουμε να στηριχτούμε στην ύπαρξη μιας πιο σαγηνευτικής, έξυπνης πλοκή που δυστυχώς δεν υπάρχει. Χωρίς ποτέ να δικαιολογεί πραγματικά την ύπαρξή του, το «T2 Trainspotting» στερείται αφήγησης. Βασικά, θα το πάω λίγο παραπέρα και θα πω πως δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της. Το μόνο κεφάλαιο που έκλεισε από την τελευταία ταινία είναι η εξήγηση του Renton (ο χαρακτήρας του ΜακΓκρέγκορ) στους φίλους του γιατί έκανε ό,τι έκανε. Αυτό είναι. Το υπόλοιπο είναι αρκετά άσκοπο.

Δεν είναι ότι το «Τ2 Trainspotting» είναι μια κακή ταινία. Απλά δεν περνάει αποτελεσματικά ένα σαφές μήνυμα. Προσπαθεί να αξιοποιήσει την ιδέα τού να ζεις τη ζωή στο έπακρο, αλλά δεν το κάνει τόσο καλά αυτή τη φορά. Καλή η κινηματογραφική νοσταλγία, αλλά θα πρέπει να μπορείς να κάνεις κάτι πέρα από το να βασίζεσαι εξολοκλήρου σε αυτή. Έτσι, ενώ τα ερωτήματα παραμένουν ως προς το αν είναι η ταινία απαραίτητη, η ουσία είναι ότι η ταινία έγινε και πως υπάρχει μια συναισθηματική προσκόλληση. Αν ωστόσο δεν έχετε κάποιο δέσιμο με το «Trainspotting», το «Τ2» δεν θα σας προσφέρει πολλά.