Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Logan [2.5/5]

Πίσω στο 2000, ένας ψιλο-άγνωστος Χιου Τζάκμαν αναλαμβάνει τον ρόλο του Γούλβεριν στην πρώτη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη της σειράς κόμικς της Marvel, «X-Men». Από εκείνη τη στιγμή θα επαναλάβει τον ρόλο του σε κάθε X-Men, αλλά και σε κάθε spin-off. Δεκαεπτά χρόνια μετά, ο διάσημος αυστραλός ηθοποιός, θέλοντας να κρεμάσει τον αδαμάντιο σκελετό του, ερμηνεύει για τελευταία φορά τον διάσημο υπερήρωα στο άνισο «Logan» του Τζέιμς Μάνγκολντ.

Η πλοκή του έργου λαμβάνει χώρα κατά το έτος 2029, όπου οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, μεταλλαγμένοι έχουν αφανιστεί. Οι μόνοι που υπάρχουν από το αρχικό κινηματογραφικό σύμπαν είναι ο Γούλβεριν και ο Τσαρλς Φράνσις Εξέβιερ, γνωστός και ως Καθηγητής Χ. Αλλά κι αυτοί δεν είναι οι ίδιοι. Ο πρώτος είναι σωματικά και ψυχολογικά ηττημένος και ο δεύτερος ένας συνεχώς ναρκωμένος και κλειδωμένος σε ένα πύργο νερού ηλικιωμένος κύριος που πάσχει από ανία. Σε αυτή την υπαρξιακή πικρία και λύπη εμφανίζεται μια νεαρή κοπέλα, η Λόρα, η οποία θα αλλάξει τα πάντα.

Οι δύο πρώτες πράξεις του «Logan» είναι καλύτερες από οποιαδήποτε άλλη stand-alone ταινία με τον Γούλβεριν. Τοποθετημένη κάπου μεταξύ ενός αμερικανικού road movie και μιας ταινίας δράσης στο ύφος του «Leon», το έργο του Μάνγκολντ είναι γεμάτο αίμα, βία και οτιδήποτε άλλο μπορεί να περιμένετε. Ταυτόχρονα, δεν είναι μια συνηθισμένη ταινία με σούπερ ήρωες. Έχοντας ως βάση την ιστορία «Old Man Logan», γραμμένη από τον Μαρκ Μίλαρ και εικονογραφημένη από τον Στιβ Μνίβεν, διαθέτει περισσότερο βάθος καταφέρνοντας να μιλήσει για τις ατέλειες που συνδέονται με την αύξηση της ηλικίας και το πώς μπορεί να καταστραφεί ο κόσμος αν αναπτυχθεί με βάση μια σπασμένη κοινωνία. Ενσωματώνοντας ένα σκοτεινό ύφος που ταιριάζει απόλυτα σε αυτή την ιστορία, η ταινία δεν είναι ανάλαφρή. Είναι ωμή και θαρραλέα. Αποκλίνει από τα συνηθισμένα για να γίνει κάτι νέο και μοναδικό. Όχι μόνο γίνεται η πιο γειωμένη ταινία Γούλβεριν, αλλά και η πιο γειωμένη X-Men ταινία. Όλα αυτά όμως μέχρι το τέλος της δεύτερης πράξης…

Πολλά πράγματα συμβαίνουν τη στιγμή που η ταινία προσανατολίζεται προς τα συναισθήματα του κοινού. Αλλάζοντας δραματικά τον τόνο από κάτι σκοτεινό και ώριμο σε κάτι καθαρά ανόητο, το τελευταίο μέρος σε πετάει εντελώς έξω χωρίς να είσαι σε θέση να το συγχωρέσεις ακόμα κι όταν προσπαθεί να επανορθώσει. Καταρχάς, από τη στιγμή που εισάγεται στο φιλμ ο χαρακτήρας του X-24, το έργο μετατρέπεται σε μια μεταλλαγμένη κακή έκδοση της σειράς ταινιών «Εξολοθρευτής». Δεν θα πω περισσότερα για να μη σας το χαλάσω, αλλά η εισαγωγή του συγκεκριμένου χαρακτήρα γεμίζει την άλλοτε καλά θεμελιωμένη ταινία με συμπτώσεις που την εξασθενίζουν. Κατά δεύτερον, ο αγώνας του πρωταγωνιστή με τη μεταλλαγμένη ταυτότητά του (κάτι που εξερευνάται τακτικά από το «X-Men» του 2000) αποδεικνύεται ιδιαίτερα αναποτελεσματικός. Οι σεναριογράφοι μπορεί να μας έχουν δώσει έναν διαφορετικό Γούλβεριν, αλλά ένα εύκολο τέχνασμα στο τρίτο μέρος, που μόνο σκοπό έχει την προώθηση της πλοκής, επηρεάζει τη σχέση μεταξύ εκείνου και της μικρής πρωταγωνίστριας δημιουργώντας μια έλλειψη χημείας που επιδρά στα πάντα αρνητικά. Το μεγαλύτερο της πλήγμα είναι ότι δημιουργεί μια έλλειψη συναισθηματικού δεσίματος, αφού πλέον η σχέση τους αντιμετωπίζεται από εμάς το κοινό, απλά ως ένας βολικά δραματικός μηχανισμός.

Τέλος, οι οπαδοί του franchise X-Men έχουν αναπτύξει έναν στενό δεσμό με Γούλβεριν του Χιου Τζάκμαν. Καθώς πρόκειται για την τελευταία ταινία του, θα περίμενε κανείς ένα καταληκτικό αντίο με πραγματική απήχηση. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το φιλμ του Μάνγκολντ χάνει τη δυναμική που έχει χτίσει με την ιστορία, τις σκηνές δράσης και τους χαρακτήρες, με έναν επίλογο πολύ πρόχειρο για έναν χαρακτήρα αυτού του διαμετρήματος, καταλήγοντας να γίνει ένας ανεπαρκής αποχαιρετισμός σε έναν εικονικό χαρακτήρα, αλλά και σε έναν μεγάλο ηθοποιό.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

The Great Wall [0.5/5]

Είναι ξεκάθαρο από το πρώτο κιόλας λεπτό ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της συγκεκριμένης ταινίας είναι ένας και μόνο ένας. Το κορτάρισμα των στούντιο του Χόλιγουντ στην Κίνα. Μια χώρας που βρίσκεται σε ανοδική πορεία για να γίνει η μεγαλύτερη αγορά στο παγκόσμιο box-office μέσα σε δύο ή τρία χρόνια. Κάτι καθόλου επιλήψιμο αν το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν μια απίστευτα κοινότυπη ταινία με τέρατα, τόσο κακή που δεν θα πιστεύετε τι είδατε ακόμα και μετά την έξοδο σας από το σινεμά.

Με ένα σενάριο που δεν ξεπερνά ποτέ το επίπεδο του «μια φορά και ένα καιρό», o Γιμού και οι ΕΞΙ σεναριογράφοι δεν αφιερώνουν ούτε το ελάχιστον στο να δώσουν ταυτότητες ή ένα κάποιο ίχνος ιστορίας στους χαρακτήρες. Αντ` αυτού περιορίζονται σε απλοϊκά νοήματα και διδαχές σχετικά με τη σημασία της εμπιστοσύνης, στην προσπάθεια τους να δώσουν βαρύτητα σε κάθε πτυχή της ταινίας. Πώς όμως να εμφυσήσεις ζωή σε κάτι τόσο ηλίθιο. Πώς να κάνεις τον άλλο να ενδιαφερθεί όταν το έργο δεν διαθέτει απολύτως καμία συνοχή. Όταν είναι ξεκάθαρο ότι έχεις πουλήσει την ψυχή σου στον διάολο του κέρδους, προκειμένου να παρουσιάσεις όσο περισσότερο θέαμα μπορείς ανεξαρτήτου κόστους. Ναι υπάρχει η ιδιοφυΐα του Ζανγκ Γιμού να παράγει όμορφες εικόνες, δραματικές, πολύχρωμες και πλούσιες, κάνοντας την ταινία να λάμπει σαν ένα διαμάντι. Τι να το κάνεις, όμως, όταν όλο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση;

Παραδομένο στους νόμους του CGI και γεμάτο ακραίες σεκάνς δράσης και ακροβατικά που μόνο γέλιο βγάζουν, το Σινικό Τείχος, το μεγαλύτερο σε έκταση ανθρώπινο οικοδόμημα και ένα από τα σύγχρονα επτά θαύματα του κόσμου, εδώ δεν είναι τίποτε άλλο πάρα μόνο η σύνδεση ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, δύο κινηματογραφικά σύμπαντα διαμορφωμένα ώστε να καταναλωθούν στις δύο κουλτούρες και στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο.

Why Him? [1/5]

Το «Γιατί Αυτόν» συνεχίζει την παράδοση των ταινιών που αντιπροσωπεύουν ένα νέο είδος που φαίνεται να εξελίσσεται σε πρότυπο για τις περισσότερες κωμωδίες και αποτελείται από τα εξής λίγα συστατικά: γρήγορο ρυθμό, χαμηλού επιπέδου αστεϊσμούς και άσκοπες σκηνές δεμένες με μια υποχρεωτική αφήγηση. Και μπορεί η ταινία του Τζον Χάμπεργκ να είναι η λιγότερο κακή του είδους, είναι όμως ασυζητητί η λιγότερο αστεία, παρά τις προσπάθειες της να χτίσει τη φάρσα γύρω από μια παλλόμενη καρδιά και ψυχή. Δυστυχώς γι` αυτήν, το κάνει με τόσο αδέξιο και συμβιβαστικό τρόπο που ποτέ δεν δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική που χρειάζεται η κωμωδία για να ευδοκιμήσει.

Το φιλμ στον πυρήνα του διαθέτει τη συνηθισμένη «πατέρας εναντίον νέου φίλου της κόρης του» αφήγηση παρουσιάζοντας τη ζωή του Νεντ Φλέμινγκ, ο οποίος έχει ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με τον πιθανό γαμπρό του. Και ενώ αυτό το σενάριο δύο ανδρών που μειώνουν τον εαυτό τους πέρα από τα όρια της αξιοπρέπειας θα έπρεπε να παρέχει πολλές κωμικές ευκαιρίες, ο Χάμπεργκ είναι τόσο αποφασισμένος να διατηρήσει τους δυο πρωταγωνιστές του συμπαθείς, που η κωμωδία πεθαίνει προτού να μπορέσει ακόμα να ξεκινήσει. Με μια τόσο άκαμπτη προσέγγιση στους χαρακτήρες, η ιστορία όχι μόνο μοιάζει σαν να μην πηγαίνει πουθενά, αλλά αναλώνεται στην ύπαρξη σταθερών καταστάσεων που δημιουργούνται και επιλύονται με όσο το δυνατό λιγότερο ικανοποιητικό τρόπο μέχρι να φτάσουμε στο αναπόφευκτο και τετριμμένο φινάλε.

Αποτελεσματικά και μην μπορώντας να βασιστεί στους υποανάπτυκτους χαρακτήρες, η ταινία ακολουθεί για ακόμα μία φορά την εύκολη λύση: ακουμπά στο άξεστο για την υποστήριξη. Κάθε αστείο είναι τονισμένο ή στηρίζεται σε βωμολοχίες σε τέτοιο βαθμό που από ένα σημείο και μετά εγκαταλείπεται εξολοκλήρου η πλοκή προς όφελος τεμπέλικων καλαμπουριών που αισθάνονται βεβιασμένα και επαναλαμβανόμενα. Αυτό που είναι πραγματικά αξιοπερίεργο επίσης στο «Γιατί Αυτόν» είναι η προσπάθεια διατήρησης μιας δύσκολης κατάστασης για όσο το δυνατόν περισσότερο με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, χωρίς τίποτα χιουμοριστικό να βγαίνει από αυτήν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή στην τουαλέτα. Ακόμα κι έτσι, το σύνολο του καστ κάνει ό,τι καλύτερό για να σώσει την ταινία (Κράνστον και Μάλαλι μακράν οι καλύτεροι) από το να είναι μια σειρά από σκηνές αφημένες στην τύχη, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό. Όπως έχουν τα πράγματα, το «Γιατί Αυτόν» μετατρέπεται εύκολα σε «γιατί σ` έμενα;» μετά τη θέαση του…

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2016

Τέλειοι Ξένοι [3/5]

Μετά τη μεταφορά επιτυχημένων σύγχρονων θεατρικών έργων στον κινηματογράφο («Μια Μέλισσα τον Αύγουστο», «Από Έρωτα»), ο επιτυχημένος θεατρικά και κινηματογραφικά δημιουργός Θοδωρής Αθερίδης κοιτάει προς εξωτερικό μεριά για τη νέα του ταινία και προσαρμόζει στα ελληνικά το βραβευμένο με Ντονατέλο «Perfetti Sconosciuti» του Πάολο Τζενοβέζε.

Το έργο εξελίσσεται σχεδόν εξ ολόκληρου γύρω από ένα βραδινό δείπνο μεταξύ επτά φίλων. Πάνω στη συζήτηση για τα προβλήματα της καθημερινότητας, θα καταλήξουν σε ένα παιχνίδι-πρόκληση: Θα πρέπει όλοι να βάλουν τα κινητά τους στο τραπέζι και να μοιραστούν με όλους τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα που θα δεχτούν κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Σε έναν κόσμο που τα κινητά τηλέφωνα είναι οι φύλακες των πιο ιδιωτικών σκέψεων μας, τι θα συμβεί αν το περιεχόμενο εκτεθεί για τον κόσμο να δει; Οικουμενική και άκρως ενδιαφέρουσα ερώτηση που κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο λόγος που ο σκηνοθέτης αποφάσισε να αναλάβει την ελληνική διασκευή του.

Με τη βοήθεια του Τζενοβέζε, ο Αθερίδης φτιάχνει μια κεφάτη και άκρως επίκαιρη κωμωδία που εισέρχεται σε επικίνδυνα χωράφια όταν το χιούμορ συναντά τη λύπη ακόμη και την τραγικότητα. Οι -γεμάτοι σπιρτάδα- διάλογοι χτίζουν την αγωνία, αφού μετά από κάθε μήνυμα ή τηλέφωνο που ακολουθεί, οι φίλοι γίνονται ακόμα πιο άγνωστοι μεταξύ τους. Η εκτέλεση του σεναρίου είναι πειστική χάρη στην αυθεντικότητα των ερμηνειών του άκρως επιτυχημένου καστ. Και το όλο εγχείρημα ανοίγει ένα ασυμμάζευτο κουτί της Πανδώρας, που είναι αναπάντεχο κι απόλυτα κατανοητό ταυτόχρονα.

The Commune [1.5/5]

Ως ένας από τους πιο επινοητικούς σύγχρονους σκηνοθέτες (συν-δημιουργός του μανιφέστου Δόγμα 95) ο δανέζικης καταγωγής δημιουργός Τόμας Βίντερμπεγκ, μετά το περσινό «Μακριά από το Πλήθος», επανασυνδέεται με δυο από τους πρωταγωνιστές της «Οικογενειακής Γιορτής» και επιστρέφει στα πάτρια εδάφη ασχολούμενος με πιο προσωπικά θέματα, αντανακλώντας τον τρόπο ζωής που είχε ως παιδί σε ένα κοινόβιο. Και ενώ η ταινία είναι μια ισχυρή υπενθύμιση της άνεσης με την οποία η κοινωνία μας ζει, και πώς ποτέ δεν μπαίνουμε στον κόπο να συνεργαστούμε με εκείνους που μας περιβάλλουν, αποτυγχάνει να παρουσιάσει με τρόπο συνεκτικό το μήνυμα της.

Με τη δέσμευση του σκηνοθέτη στο ρεαλισμό να είναι και να παραμένει ακλόνητη, όσο κι αν το «Κοινόβιο» επιχειρεί να χαρεί για μια πλέον απαρχαιωμένη αρμονική ύπαρξη, καταλήγει να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια ιστορία συζυγικής αποσύνθεσης, μοιχείας και διακρίσεων λόγω ηλικίας. Πτυχές, όπως η καθημερινή δυναμική και η επιμελητεία της συγκατοίκησης ή οι λόγοι που παρέχουν κίνητρα σε μια τέτοια ανόμοια ομάδα ατόμων να ζει μαζί, αντιμετωπίζονται επιπόλαια, ενώ η συνολική υποβόσκουσα φιλοσοφία και πολιτική του έργου έχει παραμεληθεί εντελώς. Επιπροσθέτως, υπάρχει μια σουρεαλιστική προσέγγιση στην κωμωδία, αυξημένη για να προκαλέσει το γέλιο στο ακροατήριο. Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αποτυγχάνει, όταν οι πιο συναισθηματικά φορτισμένες ακολουθίες μπαίνουν στο παιχνίδι. Ο Βίντερμπεγκ δεν έχει κάνει αρκετά ώστε να κερδίσει την επένδυση του θεατή, αφήνοντας το κοινό με ένα αίσθημα αδιαφορίας για όλα όσα συμβαίνουν. Με ένα σενάριο τόσο πρόχειρο στις λεπτομέρειες, λοιπόν, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς μια προοπτική.

Όπως προανέφερα, καθώς εξελίσσεται η πλοκή, το φιλμ είναι περισσότερο σαν ένα οποιοδήποτε άλλο για την απιστία και τις επιπτώσεις της στους πρωταγωνιστές, αποδίδοντας εκπληκτικά λίγη προσοχή στην ίδια την κοινότητα. Αυτό είναι εν μέρει επειδή τα περισσότερα από τα μέλη της είναι υπανάπτυκτοι ή ακόμα και πληκτικοί χαρακτήρες, προφανώς για να κρατήσουν την προσοχή στις δυσκολίες του γάμου στον πυρήνα της ταινίας. Έναν πυρήνα τόσο θεμελιωδώς λάθος στην απεικόνιση των γυναικών -και σε κάποια επέκταση των ανδρών- που δημιουργεί αμηχανία στην παρακολούθηση. Ακόμη και στην εποχή του ελεύθερου έρωτα και χιπισμού, η ευκολία με την οποία ο πρωταγωνιστής είναι σε θέση να έχει και την πίτα του και τον σκύλο χορτάτο, με τέτοια κατάφωρη περιφρόνηση για τη γυναίκα δεν μοιάζει αληθινός. Ο Βίντερμπεγκ προσπαθεί με χίλια ζόρια να αποκτήσει η αφήγηση του μια φεμινιστική ευαισθησία, αλλά, λαμβάνοντας υπόψη πόσο αραιά σκιαγραφεί τις πρωταγωνίστριες καθώς και τη συναισθηματική κακοποίηση τους, οι γυναίκες (θέλω να πιστεύω άθελα του) βρίσκονται στον πάτο της γενικής μισανθρωπίας του.

Το κύριο θετικό και ίσως ο λόγος που πρέπει να δει κανείς την ταινία, είναι η Τρίνε Ντίρχολμ, η οποία παραδίδει μια αξεπέραστη και άξια για Όσκαρ ερμηνεία που κάνει τον θεατή να κατανοήσει οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν. Καθώς αναρωτιέσαι γιατί η πρωταγωνίστρια δεν αφήνει τον άντρα της, είναι τέτοιο το χάρισμα αυτής της εξαιρετικής ηθοποιού που σε κάνει να αντιληφθείς ότι δεν είναι όλα τόσο απλά όσο νομίζεις. Χάρη στην ερμηνεία της, είναι ο μόνος χαρακτήρας στον οποίο θα επενδύσετε συναισθηματικά. Κάτι που είναι κρίμα αναλογιζόμενοι τον πλούτο ταλέντου πίσω από την κάμερα, μια κι ο Βίντερμπεγκ εργάζεται πάνω σε ένα σενάριο του Τομπίας Λίντχολμ. Είναι σαφές ότι και οι δυο τους είναι χιλιόμετρα μακριά από τα καλλιτεχνικά ύψη του «Κυνηγιού».