Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

War for the Planet of the Apes [3.5/5]

Όταν πριν από λίγα χρόνια ανακοινώθηκε ότι η 20th Century Fox θα αναβιώσει τον «Πλανήτη των Πιθήκων» του 1968 με τουλάχιστον τρεις ταινίες στους κινηματογράφους, το εγχείρημα αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Ωστόσο, όταν εμφανίστηκε το 2011 ο «Πλανήτης των Πιθήκων: Η Εξέγερση» του Ρούπερτ Ουάιατ, οι ανησυχίες εξαφανίστηκαν: η ταινία ήταν κάτι το φρέσκο, πολύ συναρπαστικό και έξυπνο. Στο δεύτερο μέρος, «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή», ο Ματ Ριβς αναλαμβάνοντας να την οδηγήσει, παραδίδει στο κοινό ένα έργο σκληρότερο, πιο ζοφερό με πλήρως υλοποιημένους χαρακτήρες, προθέσεις και φιλοδοξίες. Ο αγώνας μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είχε γίνει ένας σύγχρονος, τεχνικά έξυπνος κι ανθεκτικός κινηματογράφος. Η απόφαση η πλοκή να περιστρέφεται γύρω από τον Σίζαρ με το καστ να αλλάζει σε κάθε ταινία αποδείχθηκε μεγαλοφυής. Για ακόμα μια φορά στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Ριβς επιχειρεί να οδηγήσει αυτή την τριλογία σε ένα άξιο τέλος.

Μετά τα καταστροφικά γεγονότα της «Αυγής», οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είναι χειρότερες από ποτέ. Τα μέτωπα σκληρύναν, επικρατεί ένας πικρός αγώνας επιβίωσης με τους πιθήκους να θέλουν απλώς ειρήνη. Στο μέτωπο των ανθρώπων, ένας συνταγματάρχης παρεμβαίνει στα γεγονότα και επιτίθεται με όλη του την δύναμη εναντίον του Σίζαρ και των οπαδών του. Και κάπως έτσι ξεκινάει η «Σύγκρουση» χωρίς πολλές φανφάρες. Οι νέες συνθήκες διασαφηνίζονται γρήγορα και τίθενται πολύ σημαντικά σημεία για την περαιτέρω πρόοδο της ταινίας από το πρώτο κιόλας λεπτό. Κάπου εδώ επιτρέψτε μου να σας πω πως αν ψάχνετε για μια εύκολη στην κατανάλωση ποπ-κορν ψυχαγωγία, δεν θα μείνετε ευχαριστημένοι. Ο 51χρονος σκηνοθέτης και το επιτελείο του διηγούνται μια εξαιρετικά έντονη, μερικές φορές ενοχλητική ιστορία, μετατρέποντας το φιλμ περισσότερο σε ένα σκληρό πολεμικό δράμα παρά μια sci-fi περιπέτεια.

Ο Ριβς βασίζεται σε πραγματικά συναισθήματα και ανατροπές. Υπάρχει περισσότερος γειωμένος φόβος και θλίψη στην αφήγηση παρά παράλογα σχέδια, δράση και λανθασμένες αποφάσεις και συμπτώσεις. Αυτή η επιλογή δημιουργεί κάτι που στέκεται στο έδαφος και με τα δύο πόδια. Είναι ένα έργο το οποίο παρασύρει το κοινό σε μια νέα πορεία με τρομακτική ταχύτητα. Στο τρίτο μέρος της τριλογίας του «Πλανήτη των Πιθήκων» δεν υπάρχει ίχνος ματαιοδοξίας. Οι εικόνες είναι σκληρές, βρώμικες όπως οι πάσχουσες φιγούρες των δύο πλευρών που παλεύουν για την επιβίωση τους. Απελπισμένοι άνθρωποι ενάντια στους εκδικητικούς και βασανισμένους πιθήκους: δεν υπάρχει δίκαιο θέαμα. Η σκληρότητα ενός τέτοιου σεναρίου δεν είναι συγκαλυμμένη ή κρυμμένη. Η συναρπαστική ιδέα που ξεκίνησε στις προηγούμενες ταινίες εξελίσσεται, και εμείς μένουμε να την παρακολουθούμε ρουφώντας όλα τα μηνύματα που υπάρχουν μέσα από σύγκρουση των δυο ειδών.

Εκτός από το σενάριο, θα ήθελα να επισημάνω δύο ακόμη στοιχεία που ενισχύουν τη δυναμική του έργου. Πρώτα απ` όλα η μουσική του Μάικλ Τζιακίνο. Ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης του «Ψηλά στον Ουρανό», του «Star Trek» και του πρόσφατου «Spider-Man: Η Επιστροφή στον Τόπο του» έχει καταφύγει στους πιο πρωτόγονους και συναρπαστικούς ήχους για τη μουσική επένδυση της ιστορίας, συνθέτοντας ένα μεγαλειώδες soundtrack. Το άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί με κεφαλαία γράμματα και πολλά θαυμαστικά είναι τα οπτικά εφέ. Πέρα από τις εκρήξεις και τις ψηφιακά τελειοποιημένες εικόνες, η δουλειά που έχει γίνει στους χαρακτήρες των πιθήκων θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν αυτό που βλέπω είναι αποτέλεσμα CGI ή ένας πραγματικός χιμπατζής. Από τις κινήσεις μέσω της γούνας, στις εκφράσεις του προσώπου, σχεδόν τέλειος ρεαλισμός. Το Όσκαρ των ειδικών εφέ για φέτος έχει ήδη κερδηθεί.

Η «Εξέγερση» έστρωσε τέλεια το έδαφος, η «Αυγή» ανατίναξε το μυαλό μας και η «Σύγκρουση» κλείνει υπέροχα την ιστορία των πιθήκων συνθέτοντας μια σκοτεινή και σκληρή αντιπολεμική ταινία, η οποία τοποθετεί αξίες όπως η ηθική και η ανθρωπιά στο κέντρο, κι έτσι γίνεται μια έντονη και εντυπωσιακή εμπειρία.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Transformers: The Last Knight [0.5/5]

Χωρίς αμφιβολία, το «Transformers 5: Ο Τελευταίος Ιππότης» θα προσελκύσει τις μάζες στον κινηματογράφο προσφέροντας στο κοινό τα ιδία με τους προκατόχους του σε όλους τους τομείς. Το να υπερνικάς όμως τον προηγούμενο εαυτό σου και τις δικές σου ηλίθιες ιδέες ξανά και ξανά, οδηγεί επιτακτικά είτε σε μια θεϊκή ύπαρξη είτε σε μια φάρσα, η οποία περιπαίζει πολύ εμφανές τους πάντες και είναι πολύ δύσκολο να την κρίνεις.

Όπως και στο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού», έτσι και εδώ η υποτιθέμενη ιστορία, η οποία θα ήταν εύκολο να ειπωθεί σε μία ώρα και μισή αλλά εδώ ξεχειλώνεται για πάνω από δυόμισι ώρες, για ακόμα μια φορά κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα. Το μαγικό εδώ όμως είναι ότι το κάνει με λιγότερη ντροπή και με ακόμα λιγότερη συνεκτικότητα. Χωρίς να ασχολείται σε επίπεδο συνέχειας, το «Transformers 5» όχι μόνο αντιφάσκει με τα προηγούμενα, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό σκηνή με σκηνή. Φράσεις, αποφάσεις χαρακτήρων, αλλά κι ολόκληρες σκηνές είναι εντελώς χωρίς νόημα και εξυπηρετούν τον σκοπό της εφαρμογής μιας υποτιθέμενης ενιαίας ιδέας χωρίς πολλή σκέψη. Όλα τα υπόλοιπα είναι το διάσημο μίγμα εκρήξεων του Μάικλ Μπέι: μέταλλα που χτυπάνε το ένα με το άλλο, φουλ sci-fi ανοησία, χιούμορ που δεν μπορεί να υποστηριχθεί, χαοτικό μοντάζ και την αναλογία εικόνας να αλλάζει ανά δευτερόλεπτο.

Το franchise συνεχίζει να μας προσφέρει αυτή την αναλογία ακολουθώντας πιστά ακριβώς όλα όσα έχουμε συνηθίσει εδώ και χρόνια. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ρομπότ. Την τελευταία φορά ήταν δεινόσαυροι. Αυτή τη φορά είναι ιππότες και δράκοι. Όσοι επιθυμούν και τους αρέσει, να πάνε να το δουν. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι τα Transformers εισπρακτικά συνεχίζουν να τα καταφέρνουν περίφημα. Και για όσο χρόνο θα αρμέγουν τα λεφτά του κοινού, θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Sage Femme [2/5]

H Κλερ (Κατρίν Φροτ) είναι μαία, αλλά το νοσοκομείο όπου εργάζεται για δεκαετίες πρόκειται να κλείσει. Η Μπεατρίς (Κατρίν Ντενέβ) είναι η πρώην ερωμένη του πατέρα της Κλερ, η οποία θέλει να τη συναντήσει μετά από δεκαετίες σιωπής. Απρόθυμα θα γίνει μια συνάντηση προκαλώντας τις αντίστοιχες συνέπειες. Αυτή είναι πάνω κάτω η υπόθεση της νέας ταινίας του Μαρτέν Προβόστ. Διαβάζοντας την, δεν είναι δύσκολο να υποψιαστείς πως στα «Μικρά Βήματα», μετά την επιτυχία του «Το Χάρισμα της Σεραφίν» και του «Violette», ο γάλλος σκηνοθέτης συνεχίζει να ασχολείται με τις γυναίκες. Αυτή τη φορά επενδύει στη δυαδικότητα των χαρακτήρων, τοποθετώντας ως πρωταγωνίστριες δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες στην προσπάθειά του να ζωγραφίσει τις διαφορές της γυναικείας ομορφιάς σε όλους τους τομείς.

Στο κέντρο της ταινίας συναντιούνται δύο εξαιρετικά αντίθετες Grandes-Dames του γαλλικού κινηματογράφου. Ακούγεται ως ένας καλός συνδυασμός και, πράγματι, η Ντενέβ είναι υπέροχη ως η νευρωτική γυναίκα που κερδίζει τα χρήματά της με το πόκερ και καταπίνει τα φάρμακα της με ένα ουίσκι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η φιγούρα της Φροτ, η Κλερ, είναι τόσο άπιαστη, καθαρή και κανονική που το «Μικρά Βήματα» δεν λειτουργεί πλήρως ως ταινία για ένα άνισο δίδυμο. Οι κοινές σκηνές τους είναι αρκετά διασκεδαστικές, γεμάτες ζωντάνια. Χάρη στο ταλέντο τους μεταδίδουν άψογα τα ανθρώπινα, πλήρη σε νοήματα παρά τη φαινομενική κοινοτυπία τους μηνύματα για τη συγχώρεση που το σενάριο αναδίδει, σκιαγραφώντας παράλληλα και μια εικόνα της αντίθεσης μεταξύ ζωής και θανάτου. Ακόμα και οι δυο τους, όμως, δεν μπορούν να απελευθερώσουν την ταινία από την ενδοσκοπική, μη δεσμευτική οπτική της. Κι έτσι η ταινία μπερδεύεται και δεν μπορεί να πάρει και να ακολουθήσει μια πορεία. Επειδή δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, επειδή η Κλερ καταπίνει οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τριβή και ένταση.

Ακόμα κι έτσι, πρόκειται για μια ιστορία που διεγείρει τη σκέψη χωρίς μια ηθικοποιητική ατζέντα. Και αυτό ποτέ δεν είναι κακό.

The Mummy [1/5]


Στη δεκαετία του 1930, το στούντιο της Universal απέκτησε ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο βωβός κινηματογράφος έγινε ομιλών και παρά κάποια πολύ επιτυχημένα έργα όπως το «Ουδέν Νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο», συχνά η αμερικανική εταιρεία παραγωγής ταινιών κατέγραφε ζημιές. Ποιος ξέρει αν το στούντιο θα είχε επιζήσει αυτή τη φάση, αν δεν υπήρχαν οι «ταινίες με τέρατα». Το 1931, ο «Δράκουλας» του Τοντ Μπράουνινγκ άνοιξε τον χορό μιας φτηνά παραγόμενης, αλλά χάρη στο ταλαντούχο προσωπικό μπροστά και πίσω από την κάμερα, υψηλής ποιότητας σειράς ταινιών τρόμου. «Φρανκενστάιν», «Ο Αόρατος Άνθρωπος», «Ο Λύκος του Λονδίνου» αλλά και «Η Μούμια» αποτέλεσαν μέρη αυτού του επαναστατικού κινηματογραφικού σύμπαντος, το οποίο δεν χαρακτηριζόταν από μια εσωτερική συνέχεια όπως την ξέρουμε σήμερα από το Marvel Cinematic Universe. Ακόμα και σήμερα, οι συγκεκριμένες ταινίες αποτελούν σημεία αναφοράς για όλους τους σινεφίλ αποδεικνύοντας ακόμα και στις μέρες μας πόσο δημιουργικά και χαρισματικά μπορεί κάποιος να φέρει τα πλάσματα του σκότους στη ζωή. Αυτή η σύντομη εκδρομή στις πρώτες μέρες της ιστορίας του κινηματογράφου είναι φυσικά περιττή για την κατανόηση της ήδη δεύτερης επανεκκίνησης της «Μούμιας». Ωστόσο, το δεύτερο σκηνοθετικό έργο του Άλεξ Κούρτζμαν είναι τόσο ανεμπόδιστο στις προθέσεις του, που θεώρησα ότι χρειάζεται να αντιπαραβάλλω τη συναρπαστική προέλευση αυτού του μυθικού τέρατος.

Εν έτει 2017, η Universal συνειδητοποίησε ότι τα δισεκατομμύρια που βγάζει από το franchise του «Fast and Furious» δεν είναι αρκετά. Οπότε, εκμεταλλευομένη τους σημερινούς μηχανισμούς της αγοράς, σκέφτηκε να δημιουργήσει το Dark Universe: το κοινό σύμπαν των reboot εκδόσεων των αρχικών Universal Monsters. Ωραία σκέφτηκαν οι ιθύνοντες, έχουμε την ιδέα, ας την υλοποιήσουμε. Πιθανότατα μετά από κλήρωση, το τέρας της μούμιας αποφασίστηκε να κάνει ποδαρικό στο σύμπαν. Ξεκινώντας με το απόφθεγμα «Ο θάνατος δεν είναι παρά μια πόρτα για τη νέα ζωή» αντιλαμβανόμαστε αμέσως ότι ο θάνατος θα αποτελέσει το κεντρικό κίνητρο αναφοράς όχι μόνο για αυτή την ταινία, αλλά για ολόκληρο το σύμπαν που πάει να χτιστεί. Και όμως ο ίδιος ο θάνατος -ως εξαφάνιση, αλλά κι ένα ανεπανόρθωτο αδίκημα της ανθρώπινης ύπαρξης- δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα εδώ, δεν διερευνάται περαιτέρω, και το χειρότερο δεν συλλαμβάνεται σε εικόνες. Τα πολλά νεκρικά όντα δεν είναι παρά μια αόριστα απειλητική ορδή. Τα παραμορφωμένα πρόσωπα αλλά και τα σάπια υπολείμματα της προηγούμενης ζωής δεν δίνουν ποτέ στη «Μούμια» τη σκοτεινή οπτική γοητεία αυτού του είδους. Η ταινία απελευθερώνεται εντελώς από οποιαδήποτε νοσηρότητα, παρόλο που η συναισθηματική δυναμική της διακατέχεται από μια πενιχρή εμμονή του θανάτου. Και αυτό που μένει δεν είναι τίποτε άλλο από το αναμενόμενο.

Τουλάχιστον τυπικά, το έργο λειτουργεί σαν μια καλά λαδωμένη μηχανή. Ο Τομ Κρουζ είναι πρωταγωνιστής απλά γιατί τα σπάει τα τελευταία χρόνια και κάνει και μόνος του τις επικίνδυνες σκηνές, άρα το στούντιο θα δημοσιεύσει καμιά δεκαριά κείμενα για προώθηση στον τύπο. Δίπλα κάνα δυο κουκλάρες που τα λένε δεν τα λένε. Ξανά μετά το «Jurassic World», υπάρχει o Τζέικ Τζόνσον ως το ανάλαφρο κωμικό στοιχείο του έργου. Κάθε δέκα λεπτά ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μάχες και σκηνές κυνηγητών σε αεροπλάνα, υποβρυχίως, σε δρόμους και ούτω καθεξής. Και φυσικά μην ξεχνάμε την αγάπη, εδώ στη χειρότερη μορφή της. Είναι ήδη ειρωνικό το γεγονός ότι το «Dracula Untold», το οποίο επίσης στερείται ποιότητας αλλά ήταν πολύ πιο πρωτότυπο και διασκεδαστικό, απορρίφθηκε ως αφετηρία του «Dark Universe», μόνο για να ανοίξει το σύμπαν με μια τυποποιημένη ταινία όπως αυτή. Στην ουσία, τούτη εδώ η «Μούμια», με την πολύ προφανή απόπειρα να προσφέρει όσο το δυνατόν περισσότερο σε κάθε θεατή, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παράδειγμα της αιώνιας αναζήτησης του Χόλιγουντ για την κότα με τα χρυσά αυγά. Θέλω να πιστεύω ότι λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, αφού αυτές οι προχειρότητες δεν δικαιολογούνται πλέον.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Wonder Woman [3.5/5]

Είναι ίσως ένα από τα κωμικοτραγικά αστεία των τελευταίων κινηματογραφικών χρόνων. Ενώ οι δελεαστικές ταινίες της Marvel μετατρέπονται σε επιτυχίες, οι προσαρμογές των DC Comics είναι κυρίως απογοητευτικές. Υπερβολικά σκοτεινές, μεγάλες σε διάρκεια και με κάποιες εκπληκτικές γκάφες, έχουν κάνει τους θεατές να αναρωτιούνται εάν αυτό το σύμπαν θα μπορέσει να δώσει κάποτε μια πραγματικά καλή ταινία. Η παρουσία της Γκαλ Γκαντό ως Νταϊάνα Πρινς/Γουόντερ Γούμαν στο «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» έδωσε ελπίδες και αποτέλεσε μια κλεφτή ματιά στην ταινία που πιθανότατα θα οδηγούσε το σύμπαν της DC σε μια νέα εποχή. Η ανάθεση της παροχής δομής και θεάματος στο εγχείρημα δόθηκε στην πολυβραβευμένη σκηνοθέτη του «Monster» Πάτι Τζένκινς.

Πολλοί θα δουν το έργο ως ένα μείγμα του πρώτου Captain America, όπου ένας ιδεαλιστής ήρωας στέλνεται στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την πρώτη περιπέτεια του Thor, στην οποία ένας θεός έρχεται στην ανθρωπότητα. Και οι δύο συγκρίσεις είναι προφανείς, ειδικά για τον Captain America, καθώς δεν υπάρχει μόνο η ομοιότητα μεταξύ της ρετρό σκηνής και της ηθικά αλάθητης στάσης των κύριων χαρακτήρων, αλλά και μεταξύ των αντίστοιχων ρομαντικών εταίρων. Ωστόσο, μέσα από το δικό της στυλ και με δικά της θέματα να την απασχολούν, η Γουόντερ Γούμαν βρίσκει τη δική της ταυτότητα μακριά από αυτές τις συγκρίσεις. Οι συντελεστές του «Wonder Woman» γνωρίζουν ότι η υπερβολική δύναμη αυτής της ταινίας δεν είναι μόνο στο franchise, αλλά και σε ολόκληρο το σινεμά. Και δικαίως, αφού το έργο έχει διπλό στόχο: να τερματίσει την κατάρα που μαστίζει τις γυναικείες ταινίες με υπερήρωες (βλέπε «Elektra» και «Catwoman»), αλλά και να παρέχει ένα ικανοποιητικό δίωρο στον θεατή.

Η ιστορία, επινοημένη από τους Ζακ Σνάιντερ, Τζέισον Φουξ και Άλαν Χέινμπεργκ, είναι εμπνευσμένη από τη μυθολογία του κόμικ χαρακτήρα και προσφέρει μια κλασική ιστορία προέλευσης. Αυτή υλοποιείται με εξαιρετικό CGI και πολλές σκηνές δράσης. Ένα σημαντικό κομμάτι των πραγμάτων που κάνει σωστά είναι ότι δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα, η ταινία έχει τις απαιτούμενες ποσότητες ανοησίας και δράσης σε συνδυασμό με σπιρτόζικους διαλόγους αποδομένους με άφθονη γοητεία. Η Τζένκινς σκηνοθετεί με άφθονο μπρίο ένα έπος για τον κόσμο των αμαζόνων, χωρίς να κουράζει. Αλλά η «Wonder Woman» δεν είναι μόνο περιπέτεια. Αντίθετα, η σκηνοθέτης καταφέρνει να εξοπλίσει την ηρωίδα της με μια αφελή κατάπληξη και μια εγκάρδια περιέργεια. Η Γουόντερ Γούμαν ακολουθεί πολλά ιδεώδη, αλλά συγκρούεται τακτικά με μια σκληρή και ιστορικά ενσωματωμένη πραγματικότητα. Η ταινία σκόπιμα επέλεξε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αντί του Δεύτερου (όπως στο κόμικ) ως ένα περιβάλλον για την αντιμετώπιση της σκοτεινής πλευράς. Επειδή τα όρια μεταξύ καλού και κακού ήταν ακόμα πιο ασαφή.

Ο ψυχολόγος Γουίλιαμ Μάρστον ανέπτυξε την εικόνα της ηρωίδας στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ρητά ως πρότυπο για τις γυναίκες και τα κορίτσια, προκειμένου να μεταδώσει αξίες και να παράσχει τη φυσική επίλυση των συγκρούσεων του κόσμου. Ενώ η Νταϊάνα στην ταινία είναι αρκετά πολεμική, είναι η έκφραση της νεανικής αθωότητας, η οποία αλλάζει κατά τη διάρκεια της δράσης δείχνοντας την ανάπτυξη του χαρακτήρα της. Ανάμεσα στις απολύτως εντυπωσιακές σκηνές δράσης, μέσα σε αυτά τα 140 λεπτά διάρκειας, κρύβονται μερικές μικρές θαυμάσιες στιγμές, οι οποίες ενώνουν όλους τους χαρακτήρες του συνόλου, ανεξάρτητα από την προέλευση και το φύλο. Και ως δια μαγείας το σενάριο και η σκηνοθεσία της Τζένκινς κάνει αυτό του είδους το «μεγάλωμα» και την ένωση των ηρώων να πάλλεται, και το κοινό να συμπάσχει και να αισθάνεται. Ωστόσο, η Γουόντερ Γούμαν δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί πλήρως από όλες τις κληρονομιές των προκάτοχων της και αυτές εμφανίζονται στην τελευταία πράξη, ειδικά στη φουλ στο CGI, υπερβολική τελική αναμέτρηση.

Ευτυχώς, αυτό είναι μόνο μια ατυχής υποσημείωση σε μια κατά τα άλλα επιτυχημένη ταινία, η οποία ίσως δεν ανακαλύπτει τον τροχό, αλλά τουλάχιστον οδηγεί το σύμπαν στο σωστό μονοπάτι και υπόσχεται ένα καλύτερο και ίσως ακόμη πιο υπέροχο μέλλον.