Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

La Pazza Gioia [3.5/5]

Αλλάζοντας εντελώς ύφος σε σχέση με τον κυνισμό που είχε επιδείξει στο «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», ο Πάολο Βίρτζι επιλέγει για την νέα του ταινία το είδος της δραματικής κωμωδίας. Η «Τρελή Χαρά», που παρουσιάστηκε στο φετινό Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες, αφηγείται της ιστορία μιας τυχαίας συνάντησης από την οποία θα προκύψει μια ισχυρά συμπονετική σχέση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικές γυναίκες, την εγωκεντρική Μπεατρίς και τη λιγομίλητη Ντονατέλα, που όμως μοιράζονται την ίδια βαθιά ανησυχία καθώς προσπαθούν να κλείσουν λογαριασμούς με το παρελθόν.

Η πλοκή του έργου, παρουσιασμένη μέσα από μια συμπαγή σκηνοθεσία, καταφέρνει στο τέλος να σε κερδίσει, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι στην πορεία δεν υπάρχουν κάποιες αδυναμίες. Αυτές υπάρχουν διότι το σενάριο είναι με τέτοιο τρόπο δομημένο που, κυρίως στο μεσαίο μέρος του, φλερτάρει επικίνδυνα με τη στατικότητα, καθώς οι πρωταγωνίστριες έρχονται αντιμέτωπες με κάθε είδους δυσκολίες και εμπόδια, το ένα μετά το άλλο. Επιπρόσθετα, κάθε αναποδιά σου δημιουργεί πάντα τον φόβο ότι η ταινία θα φτάσει σε εκείνο το κρίσιμο σημείο όπου η κωμωδία θα μετατραπεί σε ανία. Ευτυχώς, όμως, ο Βίρτζι, χάρη στο στυλ που αποφασίζει να έχει η ταινία του, σου δημιουργεί την αίσθηση ότι ακολουθεί τις αυταπάτες ενός άρρωστου δίνοντας τους την ευκαιρία να «ζήσουν» χωρίς ποτέ να είναι εκτός θέματος.

Διαθέτοντας έναν ονειρικό σχεδόν παραμυθένιο τόνο και μια απλοϊκότητα χωρίς το πρόσχημα ότι θέλει να πει κάτι βαρύγδουπο ή να καταγγείλει τα κακώς κείμενα, ο 52χρονος σκηνοθέτης καταφέρνει και δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία το εγώ της κάθε πρωταγωνίστριας προκύπτει από ενέργειες της άλλης. Η οιστριονική προσωπικότητα και η συνεχής φλυαρία της μίας είναι συνέχεια της σιωπής και της λακωνικότητας της άλλης. Και αυτή η συμπληρωματικότητα είναι το κλειδί για τη θεραπεία των ασθενειών τους, και ίσως για την ευτυχία. Με αυτό τον τρόπο, το κοινωνικό στίγμα που περιβάλλει τους ασθενείς ενός ψυχιατρείου αντιστρέφεται και αντί για κριτική γίνεται μια δικαιολογία για να χαμογελάσουμε ακόμα και με την ελαφρότητα που εκτείνεται στις πιο οδυνηρές στιγμές.

Με τη σειρά τους οι υπέροχες γεμάτες συναισθηματική δύναμη ερμηνείες της Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι και της Μικαέλα Ραματσότι επιτυγχάνουν κι αυτές να αντισταθμίσουν την όποια μικρή ανεπάρκεια στο αφηγηματικό ύφος παρέχοντας στους θεατές όχι έναν αλλά δύο χαρακτήρες για να νοιαστούν. Όλοι μαζί πλάθουν μια ουσιώδη, πλήρη και όμορφη ταινία που μας κάνει να θυμηθούμε ότι ο λόγος που πας σινεμά δεν είναι κανένας άλλος πάρα μόνο να βυθιστείς σε μια καρέκλα και να παραδοθείς στα πιο απλά συναισθήματα.

Closet Monster [2.5/5]

Οι ταινίες ενηλικίωσης δεν είναι κάτι νέο, έτσι είναι σπάνιο όταν κάποιος εμφανίζεται από το πουθενά παρουσιάζοντας μας μια φρέσκια και πρωτότυπη εκδοχή μιας κοινής ιστορίας. Τέτοια είναι η περίπτωση της πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του 27χρονου Στίβεν Νταν, «Closet Monster». Ένα πραγματικά ευφάνταστο παραμύθι για το πώς μια τραυματική εμπειρία σε πολύ μικρή ηλικία μπορεί τελικά να εξορκιστεί από μια προβληματισμένη ψυχή.

Πιο σκοτεινή και πιο ιδιοσυγκρασιακά ευρηματική απ` ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψης, η ταινία αντανακλά το εκσυγχρονισμένο κλίμα ομοφοβίας αρκετά αποτελεσματικά, και χτίζει μια μάλλον εντυπωσιακή οπτική απεικόνιση του ψυχολογικού φορτίου που απαιτεί η διαδικασία της σεξουαλικής αφύπνισης. Ντροπή, ενοχή και το φάντασμα της βίας στοιχειώνουν το πλαίσιο μεταδίδοντας στον θεατή μια χειροπιαστή απειλή που παραδόξως και απολαυστικά ενισχύεται από την περίεργη σχέση του πρωταγωνιστή με το χάμστερ του, Μπάφι, που μιλάει με τη φωνή της Ιζαμπέλα Ροσελίνι (σεναριακό εύρημα επηρεασμένο από τη σειρά μικρών ταινιών με τον τίτλο «Green Porno» της ηθοποιού).

Ένα από τα πιο δυνατά σημεία του έργου είναι ότι σκηνοθετικά δεν οδηγείται σε αδιέξοδο. Η γραφή του Νταν αφήνει την ταινία ανοικτή όσον αφορά το ύφος διαθέτοντας στοιχεία δράματος, κωμωδίας, ακόμη και τρόμου και φαντασίας. Οι διάφορες πτυχές της ταινίας ρέουν μαζί, έτσι ώστε τίποτα δεν φαίνεται άστοχο και υπερβολικό. Το ίδιο δυστυχώς δεν μπορεί να ειπωθεί και για την ιστορία αυτή καθαυτή. Ο περιορισμός από ένα σημείο και μετά της πλοκής μέσα σε στενά οικογενειακά πλαίσια, δεν αφήνει χώρο στην ταινία να ανασάνει, οδηγώντας την αφήγηση σε αυτό που θα λέγαμε «κλισέ στιγμές πανέμορφα παρουσιασμένες» με νέον φώτα, ένα παλλόμενο σκορ και χρήση του slow-motion.

Ερμηνευτικά, ο Κόνορ Τζέσαπ, ο οποίος ήταν ένα από τα ανερχόμενα αστέρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο το 2012, διαθέτει τα απαραίτητα ερμηνευτικά εφόδια για να απεικονίσει το άγχος, τη σύγχυση και την πραγματική αποστροφή που αισθάνεται ο χαρακτήρας του για τον εαυτό του, επιδεικνύοντας μια συγκρατημένη αλλά και συναισθηματική απόδοση ενός πολύπλοκου χαρακτήρα. Με το βραβείο της καλύτερης καναδικής ταινίας από το Φεστιβάλ του Τορόντο στις αποσκευές του, μπορεί η ιστορία του «Closet Monster» να μη διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ωστόσο ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται διαθέτει αρκετή καινοτομία και φαντασία για να την κάνουν να ξεχωρίζει.

The Magnificent Seven [2/5]

Ερωτηματικά για το κύρος και τη σημασία των «επτά υπέροχων» του Αντουάν Φουκουά, ένα κάτι σαν ριμέικ της ομότιτλης ταινίας του Τζον Στάρτζες (1960), που κι εκείνη με τη σειρά της ήταν εμπνευσμένη από το σενάριο της ταινίας του Ακίρα Κουροσάβα «Οι Επτά Σαμουράι», γεννιούνται στους θεατές καθώς παρακολουθούν τούτο εδώ το τετριμμένο έργο να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους. Με τις αρχικές ενδιαφέρουσες στιγμές που δίνουν την αίσθηση ότι το φιλμ θα υπερασπίσει την ίδια του την ύπαρξη να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια σταγόνα στον ωκεανό, το έργο του Φουκουά δεν κάνει τίποτε παραπάνω απ` όσα έχουμε δει δισεκατομμύρια φορές στο παρελθόν.

Διαθέτοντας μια στάσιμη πεποίθηση ότι δεν χρειάζεται πραγματικά να έχει κάτι να πει αλλά να διασκεδάσει, το σενάριο των Ρίτσαρντ Γουένκ και Νικ Πιτζολάτο ακολουθεί πιστά τις ιστορίες των δοκιμασίων του αουτσάιντερ. Με ολόκληρη την ταινία να περιστρέφεται γύρω από αυτή την ιδέα, τίποτα δεν είναι αξέχαστα εφευρετικό και όλα τα κλισέ δηλώνουν παρόν, κάνοντας μας να μιλάμε για μια Άγρια Δύση στο πιο εύπεπτο της. Τα καλά νέα είναι ότι, με έναν τόσο εστιασμένο στόχο, ο 50χρονος σκηνοθέτης καταφέρνει να δημιουργήσει μια ταινία που δεν είναι ποτέ βαρετή. Για την ακρίβεια, καταφέρνει διεξοδικά να ρέπει λίγο προς το camp, γεμίζοντας την ταινία του με αρκετό χρόνο για πιστολίδι, αντιπαραθέσεις, γραφικούς χαρακτήρες και τόνους κωμικής ανακούφισης από τον Κρις Πρατ.

Ωστόσο, αυτό που τελικά σου μένει είναι ένα σενάριο τόσο κοινό και προσκολλημένο στην παραδοσιοκρατία με τρόπο εντελώς επιζήμιο. Υπερβολικά πολλά «γιατί» μένουν αναπάντητα, καθώς ο Φουκουά μοιάζει φρακαρισμένος σε μια ασυνέπεια ως προς το ύφος της ταινίας και το στυλ αφήγησης. Με την αυθεντικότητα επίσης να αποτελεί πρόβλημα, καθώς, σε μια προσπάθεια να μην ξενίσει το νεανικό κοινό, οι διάλογοι και τα κοστούμια είναι πάρα πολύ σύγχρονα σε σχέση με το πού και πότε εξελίσσεται η ιστορία, είναι λες και το «Και οι 7 Ήταν Υπέροχοι» δεν μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι ένα ρεαλιστικό, σύγχρονο γουέστερν ή αν θέλει να είναι μια, όχι και τόσο, σοβαρή ταινία δράσης.

Συμπερασματικά, όσο cool κι αν θέλουν να είναι οι συντελεστές, η έλλειψη πρωτοτυπίας και το αναμάσημα ιδεών, σε συνδυασμό με ένα είδος που γενικά δεν αρέσει, μετατρέπουν το τελικό αποτέλεσμα σε κάτι το άκρως ψυχαγωγικό μεν, αλλά άχαρο και λησμονήσιμο δε.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Inhebek Hedi [4/5]

Η Βίβλος αναφέρει στη Γένεση πως η δημιουργία του Αδάμ έγινε κατ` εικόνα και καθ` ομοίωσιν του Θεού και της Εύας, από ένα πλευρό του όταν εκείνος βρισκόταν εν υπνώσει. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες αποτελούν αλληγορικά την αρχή της ανθρώπινης φυλής και ως σύμβολα της λαϊκής κουλτούρας υποστηρίζουν τα θεμέλια της ύπαρξης και της πορείας μας στον κόσμο. Αυτή η δυαδικότητα ανάμεσα στο σηματοδοτημένο μονοπάτι καθορισμένο από την εξουσία και η ενσάρκωση της παράβασης της, είναι άψογα εφαρμοσμένα στο δίλλημα που βασανίζει τον κεντρικό ήρωα Χέντι.

Ο απόλυτος πρωταγωνιστής δίνει τον τίτλο στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη Μοχάμεντ Μπεν Ατία, προβάλλοντας στον θεατή έναν άνθρωπο κάτω από την πίεση ενός περιβάλλοντος που έχει διαμορφώσει όλες τις ζωτικής σημασίας συμπεριφορές και σκέψης του. Το μέρος είναι η Τυνησία μετά από χρόνια παρακμής και τον απόηχο του κύματος διαδηλώσεων και διαμαρτυριών της Αραβικής Άνοιξης, εξολοκλήρου παρουσιασμένη όμως μέσα από τα μάτια του ολοζώντανου και πολυδιάστατου χαρακτήρα που ερμηνεύει στην εντέλεια ο Μαζίντ Μαστουρά.

Ως μια αληθινή ωδή στη χειραφέτηση και ένας ξεκάθαρος παραλληλισμός για το μέλλον της Τυνησίας, στο πρόσωπο του Χέντι σκιαγραφείται η παραίτηση και η απογοήτευση σε ίσα μέρη κατά τη διάρκεια των προκριματικών της σύμβασης γάμου του με την Κελιγιά, μιας σχεδόν άγνωστης. Ελκυόμενος από σουρεαλιστικά τοπία και καταστάσεις όταν τα δεσμά του χαλαρώνουν, ο Χέντι ψάχνει ένα σημείο εξόδου προκειμένου να εξαφανιστεί εντελώς. Με την υποχρέωση να λάβει ένα αντίγραφο της Εύας για σύζυγό του, σε ένα επαγγελματικό ταξίδι θα βρει τη διέξοδο που αναζητά ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα την επείγουσα ανάγκη να διεκδικήσει την ελεύθερη βούλησή του.

O τρόπος διαφυγής του όμως δεν δίνεται σε αυτόν ως ένα σωσίβιο, αλλά ως αβέβαιος και ριζικά αντίθετος με τους κανόνες που γνωρίζει. Μέσα από αυτόν, ο Χέντι θα ανακαλύψει την ομορφιά της καθημερινής ζωής και θα αρχίσει να μεταλλάσσεται σταδιακά αποκτώντας έκφραση, θυμό ή χαρά, ενώ θα έρθει κι αντιμέτωπος με τη σκληρότητα και τις συνέπειες της ελεύθερης βούλησης. Με τη φωτογραφία και τη μουσική να συνοδεύουν σε τέλεια αρμονία αυτή τη λεπτή προσέγγιση, η κάμερα του Μπεν Ατία δεν επιδιώκει τίποτα περισσότερο από την αισθητική παρουσίαση ενός παραθύρου σε έναν άλλο κόσμο.

Χωρίς τη χρήση ενός «από μηχανής θεού», η ίδια η ταινία προσφέρεται να εξυπηρετήσει τη μίμηση της πραγματικότητας, κάνοντας μας να διαπιστώσουμε ότι μερικές φορές η ζωή είναι πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται και δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το δράμα μέσα στο οποίο ο καθένας μας καθρεφτίζεται.

Indignation [4/5]

Η «Αγανάκτηση» είναι η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του τριπλά υποψήφιου για Όσκαρ παραγωγού και σεναριογράφου Τζέιμς Σέιμους («Τίγρης και Δράκος», «Το Μυστικό του Brokeback Mountain»), και αποτελεί μια κινηματογραφική χαρά για όσους απολαμβάνουν την πρόκληση τού να παρακολουθούν πολυσύνθετα κι ευφυή δράματα στηριγμένα σε χαρακτήρες. Βασισμένη στο εικοστό ένατο βιβλίο του Φίλιπ Ροθ, που αφηγείται την ιστορία ενός νέου που διαπλάθεται μέσα στις συγκυρίες και τα εμπόδια που ορθώνει μπροστά του η ζωή, αυτό που καταφέρνει εδώ ο 56χρονος σκηνοθέτης είναι η άψογη προσαρμογή ενός δύσκολου μυθιστορήματος στην κινηματογραφική γλώσσα.

Με τη λογική που εκτροχιάζεται από το συναίσθημα να σχηματίζει ένα πολυσύνθετο σύμπλεγμα, το σενάριο του Σέιμους είναι μια ευσυνείδητη κι ειλικρινής δραματοποίηση του μυθιστορήματος του Ροθ. Υφαίνοντας, προσεκτικά, θέματα που έχουν να κάνουν με την κοινωνική τάξη, την πίστη και τη σεξουαλική απελευθέρωση με φόντο τον πόλεμο της Κορέας, τούτη εδώ η «Αγανάκτηση» είναι έξυπνη, διασκεδαστική, διορατική και, όπως το βιβλίο, αντιπολεμική. Με ιδέες που είναι τόσο φρέσκες, όσο η νοοτροπία της δεκαετία του 1950 είναι κλειστοφοβική, οι ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις, τα λογικά επιχειρήματα και η συναισθηματική αναταραχή μετατρέπουν το αποτέλεσμα σε μια συναρπαστική ταινία ενηλικίωσης με ένα σκοτεινό υπόβαθρο.

Ο Λόγκαν Λέρμαν, καθοδηγούμενος από το σενάριο του Σέιμους, αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό την αμήχανη εκκεντρικότητα που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον σε παρόμοιους ρόλους. Πιο υστερικός και επιθετικός απ` ό,τι νευρωτικός και αδέξιος, τόσο ο ίδιος όσο και ο σκηνοθέτης προσδίδουν στον χαρακτήρα περισσότερες διαστάσεις και σκοτεινές τάσεις. Η χημεία με τη Σάρα Γκέιντον υφίσταται, αν και υπάρχει κάτι ευπρόσδεκτα αλλόκοτο μεταξύ τους που είναι ιδιαίτερα μυστηριώδες. Σε κάθε περίπτωση, και οι δυο πρωταγωνιστές είναι θαυμάσιοι στους ρόλους τους, γεγονός που καθιστά το άλλοτε πυκνό σενάριο πολύ πιο εύκολο στη χώνεψη. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι στις πιο ισχυρές σκηνές της ταινίας, ο Τρέισι Λετς και η Λίντα Έντμοντ κλέβουν δικαιωματικά την παράσταση.

Ίσως το μόνο πράγμα πιο ελκυστικό από τους λαμπρούς ηθοποιούς είναι η εκπληκτική παραγωγή. Τέτοιο πλούσιο υλικό παίρνει λίγο χρόνο για να επεξεργαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπεις μια ταινία που ασχολείται με τη νοημοσύνη μας και τα συναισθήματά μας στον ίδιο βαθμό, κάνοντας έξοχη χρήση των εργαλείων του κινηματογράφου, από το εκπληκτικό σκορ μέχρι την καλλιτεχνική διεύθυνση και τα κοστούμια. Μια αληθινά ενδιαφέρουσα και ανεπιφύλακτα προτεινόμενη ταινία για θέαση.