Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Parker [1.5/5]

Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί ο Taylor Hackford ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί ξανά με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Βασισμένο στο 19ο μυθιστόρημα του Donald E. Westlake με την ονομασία «Flashfire», ο χαρακτήρας εδώ δεν θυμίζει τίποτα από τον ήρωα του βιβλίου αλλά, κάθε άλλο, μοιάζει σαν έναν ακόμα ίδιο χαρακτήρα από αυτούς που υποδύεται ο Jason Statham. Αν δεν έχετε γνώση των μυθιστορημάτων, ίσως να είστε εξοικειωμένοι με την ταινία του 1999 «Ανοιχτοί Λογαριασμοί» με πρωταγωνιστή τον Mel Gibson. Παρόλο που δεν αποκαλείται Parker σε εκείνη την ταινία, o χαρακτήρας του Mel υποτίθεται ότι είναι ίδιος με αυτόν του Statham. Αν έχετε δει και τις δύο ταινίες, θα ανακαλύψετε ότι είναι εντελώς διαφορετικές, με το «Parker» να απογοητεύει γιατί είναι ένα αναμασημένο πράγμα.

Δεν έχω κάποιο πρόβλημα με τον Statham, ίσα-ίσα νομίζω ότι έχει αρκετό χάρισμα στην οθόνη και έχει κάνει κάποιες καλές ταινίες, αλλά πιστεύω ότι το στυλ του έχει αρχίζει να κουράζει. Εδώ παίζει σε μια ταινία που θα μπορούσε να τη γυρίσει με κλειστά μάτια, αφού δεν απαιτεί από αυτόν τίποτα που δεν έχει ξανακάνει. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τον σκηνοθέτη, Taylor Hackford, ο οποίος έχει κάνει κάποιες πολύ ωραίες ταινίες στο παρελθόν, όπως το «Ray» ή τον «Δικηγόρο του Διαβόλου», αλλά εδώ φτιάχνει μια κοινή και προβλέψιμη ταινία, γυρισμένη στον αυτόματο πιλότο. Και αν οι δυο τους δεν αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για την ταινία, τότε ο σεναριογράφος John L. McLaughlin είναι αυτός που πάει για βατόμουρο. Ο υπεύθυνος για το σενάριο του «Μαύρου Κύκνου» (!) προσαρμόζει ένα μυθιστόρημα και όχι μόνο δεν προσδίδει τίποτα νέο σε ένα είδος ταινιών που ούτως ή άλλως έχουμε δει ένα εκατομμύριο φορές, αλλά καταφέρνει να το κάνει χειρότερο. Με χαρακτήρες που μοιάζουν άσχετοι στην όλη υπόθεση (βλέπε Jennifer Lopez στον κακογραμμένο ρόλο του wannabe-love-interest), με ρόλους που δεν προκαλούν ούτε την υποτιθέμενη αγωνία που θα έπρεπε (βλέπε τον αστυφύλακα του Bobby Cannavale, που απλά εμφανίζεται και εξαφανίζεται από το πουθενά) και με κακούς που αναλώνονται στη μία ατάκα και την υποτιθέμενη σκληράδα χωρίς ούτε ένα ίχνος ενδιαφέροντος (κρίμα για το πολύ ενδιαφέρον δευτερεύον καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως ο Michael Chiklis, ο Clifton Collins, Jr. και ο Wendell Pierce), καταφέρνει να έχει μια πλοκή τόσο βαρετή που απορείς. Προσθέστε εδώ και τις φρικιαστικές αλλά αχρείαστες εκρήξεις βίας που σου αποσπούν την προσοχή με λάθος τρόπο και αυτό που έχετε είναι ένα ανούσιο έργο της σειράς.

Συμπερασματικά, το «Parker» θα μπορούσε να είναι ένα κάπως ευχάριστο φιλμ για ένα χαλαρό κυριακάτικο απόγευμα που δεν πολυκοιτάς και την τηλεόραση, στη μεγάλη οθόνη όμως κι έχοντας πληρώσει για να το δεις, μοιάζει ως άλλη μία χαμένη ευκαιρία για να περάσεις καλά.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Dawn of the Planet of the Apes [4.5/5]

Αντίθετα με τις περισσότερες ταινίες του καλοκαιριού, το «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» στηρίζεται σε ιδέες και θέματα. Χάρη στην πλοκή, τα ηθικά διλήμματα και τη σωστή επέκταση των βασικών θεμάτων του προκατόχου του, κάθε καρέ της «Αυγής» είναι λεπτομερές και κινηματογραφικά γνήσιο αποδεικνύοντας ότι το Χόλιγουντ έχει ακόμα ψυχή. Απελευθερωμένο από το μοτίβο των κυκλικών σκηνών δράσης που χαρακτηρίζουν άλλες τέτοιες ταινίες, το έργο ξοδεύει τον χρόνο, το ταλέντο και τα χρήματα του σε πιο σημαντικές πτυχές και γι` αυτό ξεχωρίζει. Διαθέτοντας πλήρως υλοποιημένους χαρακτήρες, προθέσεις και φιλοδοξίες, ο Matt Reeves μάς δίνει μια ταινία την οποία παρακολουθούμε με δέος και στα 130 λεπτά διάρκειας της.

Περίπου δέκα χρόνια μετά την προηγούμενη ταινία, η ιστορία περιστρέφεται πάλι γύρω από τον Caesar. Έχοντας γίνει ο ηγέτης μιας κοινωνίας ασυνήθιστα ευφυών πιθήκων που ζουν βόρεια του Σαν Φρανσίσκο, δεν έχει δει κανέναν άνθρωπο εδώ και χρόνια λόγω μιας παγκόσμιας επιδημίας ονόματι «γρίπη των πιθήκων», η οποία αφάνισε τον περισσότερο ανθρώπινο πληθυσμό στον κόσμο. Η ύπαρξη μιας ομάδας από επιζώντες ανθρώπους υπό την ηγεσία του Malcolm (Jason Clarke) και του Dreyfus (Gary Oldman), όμως, και η προσπάθειά τους για αποκατάσταση της ισχύς της πόλης τους, τους φέρνει σε επαφή με τον Caesar και τους πίθηκους του και είναι αυτή η σύγκρουση των πολιτισμών και των ειδών που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας.

Η συγκεκριμένη σειρά ταινιών (η οποία χρονολογείται από το 1968 με το κλασικό πρωτότυπο έργο με πρωταγωνιστή τον Charlton Heston) αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση λόγω των απίστευτα τολμηρών αφηγηματικών επιλογών της, διαλέγοντας να ασχοληθεί με εξελιγμένα, εγκεφαλικά, ακόμα και σκοτεινά θέματα. Φυλετικό μίσος, ταξική καταπίεση και ο φόβος του πυρηνικού αφανισμού αποτελούν βασικά στοιχεία των αρχικών ταινιών. Ακόμα και κάτω από το μακιγιάζ και τα ταξίδια στον χρόνο, οι εν λόγω προηγούμενες ταινίες είχαν μεγάλα πράγματα στο μυαλό τους. Έτσι ακριβώς, λοιπόν, πέρα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα, το «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» είναι ένας στοχαστικός διαλογισμός πάνω στην εξαχρείωση και τις δηλητηριώδεις επιδράσεις της βίας και της εκδίκησης, μια ιδέα που υπογραμμίζει κάθε σημείο-κλειδί της ιστορίας.

Η ύπαρξη όμως απλά μιας συναρπαστικής ιδέας δεν είναι αυτό που καθορίζει την αξία μιας ταινίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετωπίζει. Στον πυρήνα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η βασική αρχή της ταινίας είναι «πίθηκοι ενάντια των ανδρών», αυτού τους είδους όμως η απλοϊκή προσέγγιση δεν είναι αυτό που θέλει ο σεναριογράφος κι ο σκηνοθέτης. Χωρίς κανένα από τα δύο στρατόπεδα να παρουσιάζεται εντελώς καλό ή κακό, και με την κάθε ομάδα να έχει λογικές προθέσεις, να διαθέτει ευγενείς κι ενάρετους χαρακτήρες, αλλά και εκείνους που φοβούνται και είναι προκατειλημμένοι, οι παρεξηγήσεις και τα υψηλά συναισθήματα θολώνουν τις αποφάσεις, τόσο των πιθήκων όσο και των ανθρώπων, και τους βυθίζουν τελικά σε συγκρούσεις που οδηγούν στον θάνατο, τη βία και τη δυσπιστία. Τα αποτελέσματα είναι αναπόφευκτα, αλλά είναι εκπληκτικά μοναδικό και συγκλονιστικό το πώς φτάνουμε σε αυτά.

Όλα σε αυτή την ταινία λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Είναι ένα τέλειο μείγμα τραγωδίας, ποίησης, πραγματικότητας και ιδανικών. Βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό στη μετάδοση των σωστών συναισθημάτων τη σωστή στιγμή και χωρίς τίποτα να αισθάνεται εξαναγκαστικό, υπάρχει ένας αέρας αναπόφευκτης τραγωδίας σε όλο αυτό, που σου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα και για τις δύο πλευρές. Είναι τόσο σπάνιο για μια υπερπαραγωγή ακόμη και να επιχειρήσει να απεικονίσει αυτό το είδος της γκρίζας ζώνης, αλλά αυτή η ταινία δεν προσπαθεί απλώς, αγκαλιάζει το γκρι και το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία που είναι τόσο διανοητικά ικανοποιητική, όσο είναι και συναισθηματικά.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο, τώρα, η ταινία διαπρέπει. Πολλά έχουν ειπωθεί για τον Andy Serkis και την ερμηνεία του ως Caesar, και ομολογουμένως όλοι οι έπαινοι είναι δικαιολογημένοι. Κάθε έκφραση του προσώπου, κάθε κίνηση του χεριού και κάθε δάκρυ είναι όλα δικά του και κάποια στιγμή θα πρέπει να βραβευθεί απλά και μόνο γιατί βοήθησε στη δημιουργία ενός τέτοιου θαυμάσιου και συνειδητοποιημένου ήρωα. Στην αντίπερα όχθη, ο Jason Clarke εξίσου καλός, ενώ το υπόλοιπο καστ (ανθρώπων και πιθήκων) καταφέρνει και δίνει πνοή σε όλα όσα διαδραματίζονται.

Σκηνοθετικά δεν υπάρχει σπατάλη καρέ σε αυτή την ταινία. Η αφήγηση στις καλύτερες στιγμές της, με τον σκηνοθέτη Matt Reeves να δείχνει σημάδια κινηματογραφικό auteur χάρη στην τοποθέτηση κάμερας, τον σχεδιασμό παραγωγής και τη συνολική προσέγγιση του. Στενάχωρη, ευφυής, έντονη και μόλις αρχίσει η μάχη συναρπαστική, ο «Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή» είναι μια αληθινά επική ταινία που μεταμφιέζεται ως ένα blockbuster του καλοκαιριού. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι αυτή η ταινία δεν θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο όταν φτάσουμε στη σεζόν των βραβείων. Η «Εξέγερση» έστρωσε τέλεια το έδαφος, η «Αυγή» ανατίναξε εντελώς το μυαλό μας.

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

The Young and Prodigious T.S. Spivet [3/5]

Αν αναλογιστεί κανείς τις προηγούμενες ταινίες του γάλλου σκηνοθέτη Jean-Pierre Jeunet («Ντελικατέσεν», «Η Πόλη των Χαμένων Παιδιών», «Αμελί»), θα αντιληφθεί μια χαρακτηριστική κι αισθητικά ευχάριστη ιδιοτυπία και μια επιδέξια ικανότητα στη δημιουργία φανταστικών κόσμων. Το νέο του έργο, το δεύτερο αμερικανικό μετά το «Άλιεν: Η Αναγέννηση», δεν αποτελεί εξαίρεση. Βασισμένο σε ένα όμορφα εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Reif Larsen για ένα αγόρι-ιδιοφυΐα, το «Ο Απρόβλεπτος Κος Σπίβετ» αποτελεί ένα γλυκό, αν και άνισο, σύγχρονο παραμύθι.

Τα πρώτα 50 λεπτά της ταινίας είναι πραγματικά θαυμάσια καλλιτεχνικώς, αλλά και σεναριακά. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο γεμάτο κορεσμένα χρώματα και ένα παστέλ εμποτισμένο ειδυλλιακό μέρος στο κέντρο της γραφικής αμερικανικής φύσης. Μέσω ενός μείγματος voice-over αφήγησης και κινούμενων σχεδίων, εικόνων, διαγραμμάτων και χαρτών, εμείς ως θεατές βυθιζόμαστε πλήρως στον κόσμο του Κου Σπίβετ. Επιβεβαιώνοντας δε ότι αν χρησιμοποιηθεί σωστά είναι ένα ακόμη εργαλείο στο οπλοστάσιο του σκηνοθέτη για να πει μια ιστορία, η χρήση του 3D είναι ίσως η καλύτερη που έχουμε δει από το «Η Ζωή του Πι» του Ang Lee, συμπληρώνοντας ιδανικά τον φανταχτερό χρωματισμό και τη σχολαστικά ιδιόμορφη σκηνογραφία.

Αν και διαθέτει ως πρωταγωνιστή ένα παιδί, το έργο είναι πολύ πιο έντονο κι έξυπνο απ` όσο φαίνεται. Έχοντας στο επίκεντρο μια οικογένεια, της οποίας τα μέλη (ένας απόμακρος πατέρας, μια ιδιότροπη μητέρα, δυο νεαρά αγόρια και μια έφηβη αδελφή που μισεί τη ζωή της στη μέση του πουθενά) αποτελούν τον δημιουργικό αγωγό μέσω του οποίου θα πει την ιστορία του, ο Jeunet σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του εξαιρετικά καλά και διηγείται μια ιστορία απώλειας, θλίψης κι ενοχής, όπου ο κόσμος μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης, της πραγματικότητας και της φαντασίας, είναι ξεκάθαρος φέρνοντας στο μυαλό την εξαιρετικά υποτιμημένη ταινία του Tim Burton «Big Fish». Ισορροπώντας, τώρα, αποτελεσματικά μεταξύ κωμωδίας και δράματος, διατηρεί την αίσθηση της ειλικρίνειας, κάνοντας το έργο πιο ανθρώπινο και ως εκ τούτου πιο εμπλεκόμενο.

Δυστυχώς όμως, από ένα σημείο και μετά το φιλμ επιβραδύνεται. Ο Jeunet, αλλάζοντας τόνο συνεχώς, μοιάζει να έχει μπερδευτεί σχετικά με το αν θέλει αυτό που γυρίζει να είναι μια σοβαρή ποιητική Οδύσσεια στα εκκεντρικά βάθη του μεγάλου αμερικανικού κενού, ή μια ανάλαφρη οικογενειακή ταινία. Τα 105 λεπτά λοιπόν της διάρκειάς της, κινηματογραφικά μοιάζουν πολλά, αφού υπάρχουν σκηνές που κυμαίνονται από ξεχειλωμένες, μέχρι χωρίς νόημα (ειδικά οι τελευταίες στιγμές στη συνέντευξη είναι θλιβερές). Ακόμα και έτσι, όμως, παρόλο που το εξαιρετικό και το πληκτικό συνυπάρχουν μαζί σαν πουρές σε ένα τελικό προϊόν, το μόνο σίγουρο είναι ότι είτε το βρείτε σοβαρό, είτε παιχνιδιάρικο, γεμάτο νόημα ή χωρίς νόημα, θα το απολαύσετε.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Third Person [1/5]

Νομίζοντας ότι θα μπορέσει να επαναλάβει την επιτυχία του «Crash», ταινίας που το 2004 τον έχρισε βασιλιά των Όσκαρ, ο Paul Haggis επανέρχεται στο ίδιο μοτίβο και φτιάχνει ένα δράμα με πολλαπλές ιστορίες σε εξέλιξη, που καταλήγουν να έχουν σχέση μεταξύ τους. Δομημένο κατά κάποιο τρόπο ως παζλ που εναλλάσσεται μυστηριωδώς μεταξύ των χαρακτήρων και των πόλεων, το «Τρίτο Πρόσωπο», αν κι ασχολείται με κάτι πιο ελαφρύ από το ρατσισμό όπως οι σχέσεις και τα ζητήματα εμπιστοσύνης, δυστυχώς δεν είναι καλό.

Με τον ισχυρισμό του Paul Haggis ότι είχε γράψει πάνω από πενήντα προσχέδια μέχρι να καταλήξει στον τελικό, το μόνο σίγουρο είναι ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται κατανοητό βλέποντας την ταινία. Προσπαθώντας να προσελκύσει ένα συγκεκριμένο κοινό, αποτυγχάνει να κερδίσει τους θεατές που μπορούν να δουν πίσω από τα στιλιστικά σκηνοθετικά τρικ και να διακρίνουν την αδύναμη πλοκή του έργου. Με το σενάριο να ελίσσεται και να περιπλανιέται πάσχοντας από έναν ασυνήθιστα αργό ρυθμό που θα μπορούσε να έχει διορθωθεί έστω στο μοντάζ, το πρόβλημα με τις ιστορίες που συνδέονται με περισσότερους από έναν τρόπους σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και χρόνο είναι ότι η αφήγηση μοιάζει βεβιασμένη. Και αυτό σίγουρα ισχύει εδώ. Το χειρότερο όμως όλων είναι ότι μοιάζει ημιτελές, σαν κάπου να υπάρχει μια συγκλονιστική ιστορία, αλλά είναι παγιδευμένη μέσα στην πρησμένη και υπερβολική ευαρέσκεια του Haggis. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα επιφανειακό ρομαντικό θρίλερ που έχει μεταμφιεστεί σε μια καλλιτεχνική ταινία υψηλής αισθητικής.

Οι ερμηνείες της ταινίας, επίσης, δεν είναι κάτι άξιο αναφοράς παρά το ισχυρό καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως Liam Neeson, Adrien Brody, Olivia Wilde και James Franco. Επιτρέποντας στους χαρακτήρες τους να ενεργούν χωρίς λογική, οι ηθοποιοί προσπαθούν να λάμψουν στην οθόνη αντί να συμβάλουν ουσιαστικά στο έργο και στην εξέλιξή του, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις τους να είναι μαλθακές και με έλλειψη συνεκτικότητας. Μόνο οι Mila Kunis και Olivia Wilde θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε αυτό που κάνουν. Όπως και να `χει, αυτό που σου μένει από το «Τρίτο Πρόσωπο» δεν είναι ούτε η ιστορία που αφηγείται, ούτε οι ερμηνείες, αλλά η (αυτοβιογραφική;) πορεία ενός καλλιτέχνη που παλεύει με τις πιέσεις και τις προσδοκίες μιας βραβευμένης επιτυχίας του και η προσπάθεια του να ανακτήσει τη μαγεία που του έφερε αυτή την επιτυχία. Για τον Haggis ως σκηνοθέτη, ίσως αργήσει ακόμη λίγο.