Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

The Jungle Book [3/5]

Εάν έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε μία λέξη προκειμένου να χαρακτηρίσουμε επαρκώς την τελευταία σκηνοθετική προσπάθεια του Jon Favreau, αυτή θα ήταν: διεκπεραιωτική. Πλοκή, χαρακτήρες, αλλά και το φωνητικό ταλέντο ευστοχούν πετυχαίνοντας διάνα όλα εκείνα τα σημεία που περιμένεις ότι θα δεις από μια, φιλική προς το παιδικό κοινό, ταινία της Disney. Ως εκ τούτου, υπάρχει μια γοητευτική απλότητα που κάνει το αποτέλεσμα θελκτικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μιλάμε για κάτι το επιφανειακό. Και αυτό γιατί αυτή η λιτότητα και η προσήλωση στη φόρμουλα που διέπει την ταινία καταφέρνει να είναι ταυτόχρονα το πιο δυνατό και το πιο αδύναμο στοιχείο της. Τι εννοώ με αυτό; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Μια ταινία που τηρεί τους τύπους κατά γράμμα, είναι εξαρχής περιορισμένη και εκ των πραγμάτων μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο έως ένα σημείο καλή. Κάτι τέτοιο δεν θα ενοχλούσε αν πρώτον δεν μιλούσαμε για ένα ξεκάθαρο ριμέικ της ταινίας κινουμένων σχεδίων του 1967 και δεύτερον αν το μοτίβο στο οποίο τόσο ευλαβικά προσκολλάται το έργο δεν συνόρευε με την έννοια του κλισέ. Η πρώτη παρατήρηση καθιστά αυτόματα τη συγκεκριμένη μεταφορά του κλασικού μυθιστορήματος του Rudyard Kipling αδικαιολόγητη. Αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει η ανάγκη εξιστόρησής της για τη νεότερη γενιά, αλλά δεν υπάρχει καμία υποχρέωση να γίνει αυτό χρησιμοποιώντας τα συστατικά του παρελθόντος. Η χρήση τους όχι μόνο αποδυναμώνει το έργο, αλλά το βάζει και σε σύγκριση με τα -αξεπέραστα- περασμένα. Aς γίνω πιο σαφής. Η χρήση των τραγουδιών «The Bare Necessities» και «I Wanna Be like You» όχι μόνο δεν κολλάει πουθενά, αλλά λειτουργεί κι αρνητικά στον ρυθμό της ταινίας. Η ξεκάθαρη τοποθέτηση τους για λόγους νοσταλγίας γυρίζει μπούμερανγκ, κάνοντας κακό στο τελικό αποτέλεσμα.

Η δεύτερη παρατήρηση προσδίδει στην ταινία ένα τόνο προβλεψιμότητας, από τον οποίο δεν μπορεί σχεδόν ποτέ να ξεφύγει. Κάθε έξυπνος θεατής θα μπορούσε να μαντέψει με ακρίβεια τη ροή της ταινίας, ακόμη κι αν δεν είναι εξοικειωμένος με την πρώτη ύλη. Ως αποτέλεσμα, η ταινία υποφέρει από μια δυσάρεστη αίσθηση της απόσπασης από όλα όσα συμβαίνουν, κάνοντας σε να παρατηρείς το υλικό που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια σου με πιο επικριτική ματιά. Και έτσι συνειδητοποιείς ότι το αδιέξοδο του ήρωα αντιμετωπίζεται μάλλον ρηχά, ο Μόγλης στερείται την πολυπλοκότητα που απαιτεί ο χαρακτήρας του (δεν βοηθάει σε αυτό και ο μέτριος ηθοποιός που τον υποδύεται), ο τίγρης Σιρ Χαν διαθέτει υπανάπτυκτα κίνητρα και όλοι οι υπόλοιποι ήρωες λειτουργούν αποκλειστικά ως τεχνικές προώθησης της πλοκής (αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ο χαρακτήρας του φιδιού Κάα). Κάτι τέτοιο συμβαίνει σχεδόν πάντα σε ταινίες που κατασκευάζονται μηχανικά και όχι οργανικά. Και μπορεί ο Favreau να μην είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα μεγάλου σκηνοθέτη, αλλά αυτό δεν μειώνει την πικρή επίγευση της τεχνητής προσέγγισής του.

Όπως προανάφερα, η λιτότητα που ορίζει την ταινία, πέρα από τα αρνητικά, προσδίδει ως δια μαγείας έναν ανεπιτήδευτο βαθμό ρεαλισμού. Αρχής γενομένης από το οπτικό κομμάτι, πρέπει ασυζητητί να παραδεχτούμε ότι το «Βιβλίο της Ζούγκλας» διαθέτει γραφικά σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με το «Avatar» του James Cameron, πράγμα που εξηγείται δεδομένου ότι και οι δύο ταινίες χρησιμοποίησαν την ίδια εταιρεία για τα οπτικά εφέ. Η Weta Digital καταφέρνει και δίνει στα χνουδωτά πλάσματα, τα θηρία και τα αρπακτικά υφή, ρευστότητα και την κατάλληλη αίσθηση της κλίμακας σε σχέση με τον Μόγλη. Η άψογη λεπτομέρεια, από το τρίχωμα της γούνας του Μπαλού μέχρι τη φλεγόμενη κόλαση, προσθέτει υλική υπόσταση σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ομιλούντα ζώα και λεπτούς συμβολισμούς. Αφήνοντας πίσω τις αφηγηματικές ελλείψεις, η ταινία, προς τιμήν της, καταφέρνει και να διαθέτει σύγχρονα στοιχεία που τη διαφοροποιούν ελαφρώς από τον κινούμενο πρόγονό της. Δίνει λίγο μεγαλύτερη έμφαση στη σχέση μεταξύ ανθρώπων και ζώων, καθώς και στην καταστροφική φύση της ανθρωπότητας. Και είναι αυτές οι πασπαλισμένες εδώ κι εκεί αληθινές και επίκαιρες στιγμές που μετατρέπουν το «Βιβλίο της Ζούγκλας» σε μια αξιοπρεπή κινηματογραφική εμπειρία.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Dirty Grandpa [0/5]

Προσβλητικό και κακόγουστο από την αρχή μέχρι το τέλος, το «Άτακτος Παππούς» είναι μία από τις χειρότερες ταινίες για το 2016 μέχρι στιγμής και κατά πάσα πιθανότητα θα καταλήξει να είναι στη λίστα με τις χειρότερες όλων των εποχών. Πραγματικά, καμία κριτική και καμία ανάλυση δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως το συναίσθημα που νιώθεις παρακολουθώντας την. Κάπου εδώ αναρωτιέστε πόσο κακή μπορεί να είναι μια ταινία; Τόσο πολύ που σε κάνει να θέλεις να βγάλεις τα μάτια σου. Η θέαση της αντιπροσωπεύει μια στιγμή στον χρόνο που θα μπορείς να ανατρέξεις καθώς θα είναι το σημείο στο οποίο η εξέλιξη του πολιτισμού σταμάτησε.

Μισογυνιστικό, ομοφοβικό και ρατσιστικό, το «Άτακτος Παππούς» είναι μια κωμωδία που έχει τα πάντα, εκτός από εξυπνάδα, γοητεία, ευφυΐα και έστω κι έναν καλογραμμένο και συμπαθή χαρακτήρα. Διαθέτει κάθε είδους ανόητο και τεμπέλικο χιούμορ, συμπεριλαμβανομένων και υπερβολικών αστείων για το σεξ, κλισέ χωρατά για γεννητικά όργανα και, τι έκπληξη, ακόμη και σκατο-χιούμορ. Για να καταλάβετε τι εννοώ, υπάρχει σκηνή στην οποία ο Δύο Φορές βραβευμένος με Όσκαρ De Niro ρίχνει αντηλιακή κρέμα πάνω στο στήθος της Audrey Plaza και εμείς πρέπει να γελάσουμε γιατί είναι σεξουαλικό υπονοούμενο. Σε κάποια άλλη στιγμή όταν ο Efron ξυπνάει γυμνός σε μια παραλία με ένα λούτρινο κουκλάκι να καλύπτει τον καβάλο του, ένα περαστικό παιδί αρπάζει το παιχνίδι και ο πατέρας του νομίζει ότι ο Efron είναι ένας παιδόφιλος. Ας γελάσουμε όλοι, μια και η κακοποίηση παιδιών είναι αστεία! Και αυτά είναι μόνο κάποια από τα πολλά παραδείγματα χυδαιότητας και γελοιότητας του έργου.

Σοβαρά, δεν έχω άλλα λόγια να γράψω. Το «Άτακτος Παππούς» είναι μια ηθικά και διανοητικά κενή, καταθλιπτική και χωρίς ίχνος ψυχαγωγίας ταινία. Είναι μια ψυχοφθόρα εμπειρία 102 λεπτών γεμάτων περιφρόνηση για το κοινό, την οποία επ`ουδενί δεν αξίζει να δείτε για κανέναν λόγο.

Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Criminal [0.5/5]

Ανεπαρκής σε στυλ και ουσία, η νέα ταινία του σκηνοθέτη Ariel Vromen είναι μια ηλίθια και δυσάρεστη για τον θεατή εμπειρία, αλλά και μια πρωτοφανής σπατάλη ταλέντου. Ηγούμενο από τον Kevin Costner και αποτελούμενο από ονόματα με μεγάλο εκτόπισμα όπως οι Gary Oldman και Tommy Lee Jones, το καστ λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο ως κράχτης για να προσελκύσει κοινό.

Μην ξεγελιέστε, όμως, ακόμα κι αν προσλάβεις μερικά από τα πιο αξιόπιστα και κορυφαία ονόματα ηθοποιών, τους ρίξεις σε μια ταινία σκηνοθετημένη από έναν κάπως πετυχημένο δραματικό σκηνοθέτη, η ταινία θα είναι χάλια αν το σενάριο δεν λειτουργεί. Η πλοκή των Douglas Cook και David Weisberg είναι ένα απίθανο μίγμα υψηλής τεχνολογίας sci-fi και εγκληματικού θρίλερ χαμηλής ποιότητας, με μια μπερδεμένη, βλακώδη αφήγηση που περιλαμβάνει ανόητες ατάκες και επεξηγήσεις χαρακτήρων τύπου «Spanish anarchist».

Ασύνδετο, γεμάτο τρύπες, περιλαμβάνοντας ένα ρεσιτάλ κακοσκηνοθετημένων παρατραβηγμένων συγκυριών και δράση τόσο κοινή όσο κι ο τίτλος του, το «Criminal» δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια ολοκληρωτική καταστροφή.

Fuocoammare [2/5]

Κάπου μεταξύ της Σικελίας και των ακτών της Τυνησίας βρίσκεται η Λαμπεντούζα. Το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των λεγομένων Πελαγίων Νήσων αποτελεί, ιδιαίτερα από το 2010 κι έπειτα, τόπο άφιξης χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων από χώρες της Αφρικής, οι οποίοι στην προσπάθεια τους να διασχίσουν τη Μεσόγειο με αυτοσχέδια ή ακατάλληλα για την περίσταση μέσα, πνίγονται. Το βραβευμένο με τη Χρυσή Άρκτο στο φετινό φεστιβάλ του Βερολίνου «Φωτιά στη Θάλασσα» μπλέκει το ντοκιμαντέρ με τη μυθοπλασία, στην προσπάθεια του να απεικονίσει την ιστορία του νησιού, ρίχνοντας φως στη μεγαλύτερη ίσως ευρωπαϊκή ανθρωπιστική κρίση της γενιάς μας. Και ενώ ο Rosi καταφέρνει σίγουρα να ταρακουνήσει τον θεατή, η σκηνοθεσία του είναι τόσο ηθικά αμφιλεγόμενη, που θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς ακόμα κι απωθητική.

Θυμίζοντας αφηγηματικά πολύ το, εντελώς άδικα βραβευμένο με Χρυσό Λιοντάρι προηγούμενο ντοκιμαντέρ του, «Sacro GRA», το φιλμ του Rosi ασχολείται με μια ποικιλία θεμάτων σκιαγραφώντας τη ζωή στο νησί με διάφορες μορφές. Παρατηρούμε τη διάσωση των προσφύγων και τον έλεγχο στον οποίο υποβάλλονται από κυβερνητικούς αξιωματούχους, έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό να αναφέρει τις ζοφερές ειδήσεις λαμβάνοντας παράλληλα αιτήματα για αφιερώσεις από νοικοκυρές, μαρτυρίες γιατρών, την ακτοφυλακή να βγαίνει σε αποστολές διάσωσης στα ταραγμένα νερά, ένα αλιευτικό για αχινούς και άλλες πολλές διαφορετικές μεταξύ τους σκηνές, των οποίων η καταγραφή τους θα μπορούσε να περάσει σαν αυθόρμητη, αν η προσεκτική τοποθέτηση της κάμερας και τα, ως επί το πλείστων, στατικά πλάνα δεν πρόδιδαν την πλαστότητα τους.

Προκειμένου να διαθέτει η ταινία μια ραχοκοκαλιά, ο ντόπιος Samuele Pucillo παρουσιάζεται σταδιακά ως πρωταγωνιστής της ταινίας. Παιδιαρίζοντας σε όλο το νησί, αδιαφορώντας για το χάος γύρω του, ο 12χρονος είναι ένας αβίαστα χαρισματικός χαρακτήρας τον οποίο χαίρεσαι να παρακολουθείς και ο Rosi μοιάζει να το γνωρίζει αυτό συλλαμβάνοντας κάθε λεπτό με την κάμερα του τη ζωηρή εκκεντρικότητα του. Ωστόσο, και ενώ η «Φωτιά στη Θάλασσα» ξοδεύει όλο και περισσότερο χρόνο με τον Samuele με τους μετανάστες να κάνουν σύντομες εμφανίσεις, κάποιος αρχίζει να αναρωτιέται αν ο Rosi είναι ένας ικανός ή ένας ευκαιριακός σκηνοθέτη. Το ζήτημα με το οποίο καταπιάνεται είναι άκρως επίκαιρο και συναισθηματικά τεταμένο. Οι εικόνες οι οποίες μας δείχνει, ναι μεν είναι σοκαριστικές, αλλά ούτε μία στιγμή δεν είναι κάτι παραπάνω από επιφανειακές. Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι το ζήτημα από μόνο του είναι σπουδαίο, οπότε η απλή απεικόνιση του αρκεί, ισχυρισμός με τον οποίο συμφωνώ.

Εδώ, όμως, ο Rosi εμπλουτίζει την ταινία με απλούς παραλληλισμούς, ολοφάνερες αλληγορίες και ξεκάθαρα υπονοούμενα αναφορικά με το προσφυγικό. Ναι, διαθέτει σκηνές που χτυπούν κατευθείαν νεύρο, ναι το θέμα του είναι πέρα για πέρα σημαντικό και πρέπει να απεικονιστεί, όχι όμως έτσι. Η ταινία του μοιάζει τόσο συγκυριακή, όσο και οπορτουνιστική. Επιπρόσθετα, ένα αξιολάτρευτο μικρό αγόρι δεν μπορεί είναι να αποτελεί αντιπροσωπευτικό κομμάτι ενός ολόκληρου νησιού. Σκιαγραφώντας ελάχιστους άλλους χαρακτήρες, που ούτως ή άλλως διαθέτουν πάρα πολύ λίγο χρόνο στην οθόνη, το φιλμ του 52χρονού σκηνοθέτη δεν καταφέρνει ποτέ να είναι ένα αντιπροσωπευτικό πορτρέτο της ζωής στο νησί.

Συμπερασματικά, οποιοδήποτε ντοκιμαντέρ που κινητοποιεί τον θεατή να λάβει σοβαρά υπόψη την ακραία φρίκη που βιώνουν οι μετανάστες είναι αξιέπαινο. Εδώ όμως τα πράγματα είναι είτε εκτός θέματος (στην καλύτερη περίπτωση), είτε αόριστα συμβολικά (στη χειρότερη) μην πείθοντας ότι ταιριάζουν, ή υφαίνουν μεταξύ τους μιας ζωτικής σημασίας ιστορία που αγκαλιάζει αυτούς που τόσο απεγνωσμένα προσπαθούν να ξεφύγουν από τη δυστυχία.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Eddie the Eagle [3/5]

Εκατοντάδες, ίσως ακόμη και χιλιάδες βιογραφίες κυκλοφορούν σε ετήσια βάση. Πολλές από αυτές είναι σκοτεινές και σοβαρές, ενώ άλλες βασίζονται στα γεγονότα και υπάρχουν μόνο για να μυήσουν το κοινό σε υποθέσεις που δεν γνωρίζει. Είναι πολύ σπάνιο μια βιογραφία να έχει δημιουργηθεί απλά και μόνο για τη διασκέδαση του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται κάποιου είδους ανάλυση. Το «Έντι ο Αετός» είναι ακριβώς αυτό. Εξιστορώντας τη ζωή του Eddie Edwards, από την παιδική ηλικία του μέχρι τη στιγμή που θα μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που είχε αληθινή αγάπη για τον αθλητισμό και τίποτα περισσότερο, το έργο παρέχει αβίαστα γέλιο και συγκίνηση σε ισόποσες δόσεις.

Διαθέτοντας ένα soundtrack γεμάτο μουσική της δεκαετίας του 1980 και ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό δίδυμο, το φιλμ απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες. Αν και σαν ταινία κινείται σε όλη την διάρκεια της εκ του ασφαλούς, προς τιμήν της καταφέρνει και υψώνεται πάνω από τα κλισέ της και ξεχωρίζει. Ίσως γιατί δεν υπάρχουν ενοχλητικοί χαρακτήρες που προσπαθούν να είναι αστείοι, ούτε ανόητα ρομαντικές δευτερεύουσες πλοκές ή μια υπερβολικά συναισθηματική ομιλία που δίνεται σε μια ομάδα από παίκτες λέγοντάς τους να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό. Ίσως, πάλι, γιατί το ελαφρώς κωμικό concept και η παιχνιδιάρικη διάθεση της σου προσφέρει ένα άκρως απολαυστικό δίωρο. Ενδεχομένως, βεβαία, η άποψη που σχηματίζεις να είναι γιατί όλοι μας αγαπάμε καλές ιστορίες για ανθρώπους αουτσάιντερ που πέτυχαν, και οι αθλητικές ταινίες αποτελούν πάντα μια καλή οδό για να ευδοκιμήσουν.

Όπως και να έχει, το «Έντι ο Αετός» ξέρει τι πτυχή της ιστορίας θέλει να πει και αυτή αφηγείται χωρίς να στερείται έμπνευσης. Ελαφριά, άκρως ψυχαγωγική και με ένα σαφές μήνυμα για την απόκτηση της ζωής που επιθυμείς υπερπηδώντας τα εμπόδια και αποδεχόμενος τον αγώνα που χρειάζεται για να φτάσεις εκεί, η ταινία του Dexter Fletcher είναι η feel-good ταινία της σεζόν.

Midnight Special [2.5/5]

Σκηνοθετημένο και γραμμένο από τον Jeff Nichols, το έργο του 37χρονου δημιουργού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως η ματιά του πάνω στην επιστημονική φαντασία. Στη συνέντευξη τύπου της ταινίας στο φετινό φεστιβάλ του Βερολίνου, ο σκηνοθέτης ούτως η άλλως σχολίασε, μεταξύ άλλων, το πώς η συγκεκριμένη ταινία έχει έντονες σεναριακές αναφορές στον John Carpenter, τον Steven Spielberg και σε πολλούς άλλους. Μετά τη θέαση του φιλμ, όμως, αμφιβάλλω ότι οι λάτρεις των ταινιών sci-fi θα το εκτιμήσουν, και αυτό γιατί θα έρθουν αντιμέτωποι με μια αργή ταινία που όχι μόνο δεν δίνει απαντήσεις στις ερωτήσεις που θέτει, αλλά δεν διευκρινίζει τίποτε σε ένα γενικότερο νόημα.

Το «Ο Εκλεκτός της Νύχτας» αφηγείται την ιστορία του Roy (Michael Shannon) και του οχτάχρονου γιου του, Alton (Jaeden Lieberher), οι οποίοι προσπαθούν να ξεφύγουν τόσο από μια μυστηριώδη αίρεση στην οποία ανήκαν στο παρελθόν, όσο κι από μια κυβερνητική υπηρεσία. Ο Alton είναι μοναδικά ταλαντούχος με υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες τόσο ο πατέρας του, όσο κι όλοι οι υπόλοιποι πασχίζουν να κατανοήσουν ή να αξιοποιήσουν.

Ο Nichols, γνωστός από όλες τις προηγούμενες ταινίες του («Ένα Καλοκαίρι», «Το Καταφύγιο», «Ιστορίες Πυροβολισμών») για την αφηγηματικά ανθρώπινη προσέγγιση των θεμάτων με τα οποία ασχολείται, δεν εξετάζει, για ακόμα μία φορά, την πλοκή μέσα από μια γεμάτη sci-fi δράση οπτική, αλλά αποφασίζει να εστιάσει περισσότερο στη μυστηριώδη ανατροφή του Alton. Δεν υπάρχουν εξωγήινοι, δεν υπάρχουν όπλα λέιζερ, ούτε θεαματικές αποδράσεις, υπάρχουν μόνο οι σχέσεις που περιστρέφονται γύρω από τη βαρυτική δύναμη του χαρακτήρα του Alton. Αλλά, στηριζόμενο πλήρως στο μυστήριο του Alton, ο «Εκλεκτός της Νύχτας» μοιάζει ελάχιστα δομημένος, με ένα κομμάτι του να είναι πάρα πολύ ασαφές. Γνωρίζουμε ότι ο Alton είναι προικισμένος, αλλά δεν ξέρουμε ποτέ πραγματικά τι στόχος πρέπει να επιτευχθεί. Ποια είναι η σημασία αυτού του παιδιού; Τι κάνουν οι δυνάμεις του και πώς τις απέκτησε; Μήπως οι άνθρωποι που προσπαθούν να τον συλλάβουν ή να τον προστατεύσουν, γνωρίζουν κάτι που εμείς αγνοούμε;

Η σκηνοθετική σιγουριά του Nichols είναι εμφανέστατη στον τρόπο που κατασκευάζει αυτές τις ασάφειες. Ωστόσο, προκειμένου να συμμετάσχει το κοινό πλήρως με αυτό το επίπεδο αοριστολογίας, πρέπει να υπάρχει μια συναισθηματική σύνδεση, κάτι που θα το κάνει να νοιάζεται για τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα ερωτήματα θα απαντηθούν ή όχι. Σκηνοθετώντας με το κεφάλι του, και όχι με την καρδιά του, στηρίζεται πάρα πολύ στην ασάφεια της κατάστασης ως πηγή σύνδεσης με τους χαρακτήρες. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό για να στηρίξει το σύνολο της ταινίας και κατά συνέπεια, επειδή υπάρχει έλλειψη συμπάθειας από τη σκοπιά του κοινού, σε κάνει να διακρίνεις ψεγάδια της ταινίας που διαφορετικά θα περνούσαν απαρατήρητα. Ακόμα κι έτσι όμως, το «Ο Εκλεκτός της Νύχτας» δεν μπορείς επ` ουδενί να πεις ότι είναι μια κακή ταινία. Έχει μια ισχυρή εναρκτήρια σεκάνς, άκρως ενδιαφέρουσες ιδέες που παραπέμπουν στην ιστορία των ταινιών επιστημονικής φαντασίας και εξαιρετικές ερμηνείες. Όμως, διαθέτοντας ελάχιστο συναίσθημα και μικρές δόσεις ψυχαγωγίας, μέχρι να φτάσει το έργο στην τρίτη πράξη, η καρδιά σας και το μυαλό σας είναι ήδη αλλού.