Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

King Arthur: Legend of the Sword [2/5]

Σύμφωνα με τη Wikipedia, ο βασιλιάς Αρθούρος είναι ένα πρόσωπο αμφίβολης ιστορικής αυθεντικότητας πάνω στο οποίο συγκεντρώνονται τα αρχετυπικά ιδανικά της βρετανικής μοναρχίας. Ο ιδρυτής του τάγματος των «Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης» διαθέτει τέτοιο μυθολογικό υλικό που μπορεί να διαμορφωθεί και να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κινηματογραφικής αγοράς. Έτσι, αν και έχει πάμπολλες φορές μεταφερθεί στον κινηματογράφο, αυτό δεν σταμάτησε τη Warner Bros. από το να χρηματοδοτήσει ακόμα μία φορά την ιστορία, σε σκηνοθεσία Γκάι Ρίτσι και με τον υπότιτλο «Ο Θρύλος του Σπαθιού».

Ο Ρίτσι, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχει ένα δικό του σκηνοθετικό στυλ που λειτουργούσε άψογα στις «Δύο Καπνισμένες Κάννες» και το «Η Αρπαχτή», είχε ενδιαφέρον στα «Sherlock Holmes» και, προς τιμήν του, δεν χρησιμοποιήθηκε πολύ στην τελευταία του ταινία «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.». Εδώ, παρόλο που ο σκηνοθέτης προσπαθεί (όταν και όσο μπορεί) να αφηγηθεί μια παλιά ιστορία με μια νέα ματιά με γνώμονα το ύφος του, το τελικό αποτέλεσμα είναι χαοτικό. Η αρχή της; Εξαιρετική! Κομψή, έξυπνα μονταρισμένη και γεμάτη ενδιαφέρουσα δράση και πλοκή. Στην συνέχεια, όμως, η σκηνοθεσία του 48χρονου σφύζει τόσο πολύ από πεποίθηση που παύει να είναι ευχάριστη για τον θεατή. Οι σκηνές κόβονται υστερικά γρήγορα με την πρόφαση της δημιουργικότητας. Για παρατεταμένες σεκάνς δράσης και φαντασίας, τα χαοτικά εικαστικά και το ακανόνιστο μοντάζ δεν δίνουν ποτέ χώρο στην ταινία να αναπνεύσει. Ενώ κλασσικά η κάμερα περιστρέφεται γύρω από τους πρωταγωνιστές με slow-motion ή fast-forward. Τίποτε δεν έχει σημασία όμως αφού είναι δύσκολο να δούμε τι συμβαίνει και να μπούμε μέσα στην υπόθεση. Και το χειρότερο, δεν μας ενδιαφέρει!

Αυτό συμβαίνει γιατί τούτο το υπερβολικά φιλόδοξο θέαμα πάσχει από το ίδιο πρόβλημα που έχουν όλες οι ταινίες στις οποίες τα οπτικά εφέ έχουν φροντιστεί περισσότερο από τους ηθοποιούς. Σαν θεατής εγκλωβίζεσαι στην προσπάθεια σου να επενδύσεις την προσοχή σου σε χαρακτήρες που δεν την αξίζουν. Ο Ρίτσι φαίνεται να έχει επίγνωση του προβλήματος, δεδομένου ότι περιστασιακά σταματά τη δράση αγκαλιάζοντας πραγματικά κάθε σταγόνα δράματος. Δώρον άδωρον, αφού η ντοπαρισμένη προσέγγισή του υπερβαίνει της ιστορίας κάνοντας το όλο εγχείρημα άσκοπο. To μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η ταινία είναι γεμάτη με κούφιους χαρακτήρες. Το «Βασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού» αγωνίζεται με προβλήματα ρυθμού και μια ιστορία που επιτρέπει ελάχιστη δημιουργία χαρακτήρων. Ενδεχομένως, ενδιαφέροντες λαογραφικοί χαρακτήρες, όπως ο Μέρλιν και η Κυρά της Λίμνης, υποβιβάζονται και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενίσχυση του πρωταγωνιστή και της ιστορίας του. Το έργο είναι τόσο απασχολημένο στο να μας εντυπωσιάσει οπτικά, που μετατρέπεται σε μια υποχρεωτική σειρά σκηνών για έναν ακούσιο ήρωα, έναν καρικατουρίστικο κακό και τη -χωρίς σάρκα και οστά- αντιπαλότητα τους.

Πέραν αυτού, ο Ρίτσι μαζί με τους υπόλοιπους τρεις σεναριογράφους γεμίζουν την πλοκή με τις συμβάσεις μιας ιστορίας προέλευσης που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Δημιουργούν άλλο ένα μπλοκμπάστερ με μια οικεία ιστορία και τη σαφή πρόθεση την οικοδόμηση franchise. Στην προσπάθεια τους να ενσωματώσουν το όραμα όλων, αλλά και να το ρυθμίσουν ώστε να υπάρχει συνέχεια, δημιουργούν μια ταινία κάτω του μετρίου με τις ελπίδες μιας συνέχειας που υπόσχεται να είναι πιο ενδιαφέρουσα.. Η πρωτοτυπία, σε μια γνωστή σε μεγάλο βαθμό ιστορία, είναι περιορισμένη, καθιστώντας την εκτέλεση πιο σημαντική και όπως προαναφέραμε δεν τα πάει καλά σε αυτό το τομέα. Ίσως είμαι υπέρμετρα αυστηρός σε ένα franchise που θα μπορούσε να είναι πολύ διασκεδαστικό. Στα θετικά οι φιλόδοξες προσπάθειες του Χάναμ και του Λο, αλλά και το απίστευτο μουσικό σκορ του Ντανιέλ Πέμπερτον. Σε κάθε περίπτωση, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα βρουν κάποια απόλαυση σε αυτή την αναμφισβήτητα ξέφρενη βόλτα. Απλά, μην περιμένετε πάρα πολλά…

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

The Dinner [2/5]

Για πολλούς ανθρώπους, τα μεγάλα οικογενειακά γεύματα είναι ένα καθαρό βάσανο. Παλιές ιστορίες αναθερμαίνονται και ντροπιαστικές στιγμές συζητιούνται έως ότου κάποιο να χτυπήσει φλέβα και να προκαλέσει αμηχανία, σιωπή και τεταμένη διάθεση. Στο «Δείπνο» του Όρεν Μούβερμαν αυτό ακριβώς συμβαίνει. Με βάση το ομότιτλο μυθιστόρημα του ολλανδού Χέρμαν Κοχ, η πλοκή του έργου εξελίσσεται σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Εκεί δυο ζευγάρια θα συναντηθούν για φαγητό με σκοπό να συζητήσουν για τους γιους τους. Σε πρώτο επίπεδο όλα είναι πολιτισμένα, όμως πίσω από την αρχική απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται μια σκοτεινή πλευρά, που με την πρώτη αφορμή φέρνει στο προσκήνιο διαβρωμένες σχέσεις.

Δομημένο σε έξι μενού, πάντα εφοδιασμένα με ένα σύντομο κείμενο, αυτό το «Δείπνο» χωρίζεται με βάση τα διαφορετικά πιάτα του γεύματος, τα οποία πρέπει να «καταναλωθούν». Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η τροφή σερβίρεται και επιδεικνύεται, μια βαθιά διακλαδισμένη δομή μέσα στα δυο αντρόγυνα αποκαλύπτεται στον θεατή. Ο διαχωρισμός μεταξύ καλού και κακού δεν έχει σημασία, διότι οι συμπάθειες που αναπτύχθηκαν αρχικά ανατρέπονται όσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο πυρήνας της ιστορίας. Όσο ενδιαφέρουσα όμως κι αν είναι αυτή η ατμόσφαιρα ανεκδήλωτης έντασης που κυριαρχεί στη διάρκεια του πλουσιοπάροχου δείπνου, η σκηνοθεσία του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτης («Παράπλευρες Απώλειες») ξεφεύγει χάρη στην πίστη του ότι μπορεί να τα κάνει όλα και καλά.

Τα πολλά επίπεδα που εκτυλίσσονται και πιθανότατα λειτουργούν στο μυθιστόρημα εδώ κουράζουν, αφού από ένα σημείο και μετά το «Δείπνο» μετατρέπεται σε ένα εξαντλητικό ντιμπέιτ όπου ο συμβολισμός της εναλλαγής των πιάτων υπόσχεται να φέρει φρέσκο αέρα, ο οποίος δεν έρχεται ποτέ. Ο θεατής κυριολεκτικά καταπνίγεται στις πληροφορίες που καλείται να συλλέξει, ενώ τα αναρίθμητα φλασμπάκ δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση κάνοντας το έργο να χάσει την -ήδη ταλαιπωρημένη- εστίασή του. Επιπλέον, η πραγματική ηθική συζήτηση είναι τόσο μικρή που δεν ανταποκρίνεται πραγματικά στο δίλημμα των γονέων. Έτσι, η κεντρική σύγκρουση λειτουργεί σχεδόν σαν μια προσθήκη στον πραγματικό πυρήνα της ταινίας.

Η ερώτηση «πού το πάει;» δεν είναι το μόνο πράγμα που ίσως σας κρατήσει το ενδιαφέρον σας, αφού το εξαιρετικό καστ παρέχει αρκετές στιγμές ερμηνευτικών απολαύσεων. Πρώτος και καλύτερος ο Στιβ Κούγκαν, που για ακόμα μία φορά αποδεικνύεται λαμπρός δραματικός ηθοποιός ερμηνεύοντας τον ηθικολογικά κυνικό και ψυχολογικά κουρασμένο χαρακτήρα του στην εντέλεια. Ο Ρίτσαρντ Γκιρ συνεχίζει να δέχεται ρόλους ανάδειξης του ταλέντου του, τους οποίους διεκπεραιώνει έκτακτα. Ενώ, τέλος, η Λόρα Λίνεϊ και η Ρεμπέκα Χολ διαπρέπουν υπενθυμίζοντας μας τις υποκριτικές ικανότητες τους. Επιπρόσθετα, ίσως αξίζει να τη δείτε και για τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά όπου όλα όσα αποκαλύπτονται για τους χαρακτήρες φαντάζουν πολύ κοντά στην πραγματικότητα.

Εν γένει, όμως, το «Το Δείπνο» είναι μια ατελής, περιστασιακά εντυπωσιακή ταινία που πιστεύει λίγο στον εαυτό της και ακόμα λιγότερο στο κοινό της.