Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

The Lost City of Z [3/5]

Η «Χαμένη Πόλη του Ζ», η νέα ταινία του Τζέιμς Γκρέι, μας οδηγεί στα βάθη της βολιβιανής ζούγκλας εξιστορώντας μια επική ιστορία που εκτείνεται αρκετές δεκαετίες. Με βάση το μυθιστόρημα του ίδιου ονόματος του Ντέιβιντ Γκραν, η ταινία μιλά για τον βρετανό αντισυνταγματάρχη Πέρσιβαλ Χάρισον Φόσετ, ο οποίος στις αρχές του εικοστού αιώνα τόλμησε να πάει σε μέρη που λίγοι άνθρωποι είχαν επισκεφθεί. Το 1906 και κατ` εντολή της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, ο Φόσετ διατάχθηκε να μεταβεί στις αγεωγράφητες ζούγκλες της Βραζιλίας προκειμένου να χαρτογραφήσει μια περιοχή. Εκεί θα ανακαλύψει κάτι που θα τον στοιχειώνει σε όλη του τη ζωή. Μια χαμένη πόλη που θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας πιο προηγμένος πολιτισμός στη Νότια Αμερική, πολύ πριν από τον λεγόμενο δυτικό κόσμο.

Με τις πρώτες εικόνες της «Χαμένης Πόλης του Ζ» να μοιάζουν ντεμοντέ, σαν να έχουν ξεπηδήσει από μια διαφορετική εποχή, ο κινηματογραφιστής Ντάριους Κόντζι ακολουθεί μια οπτική ιδέα που μοιάζει με ένα ζωντανό βιβλίο ιστορίας. Πριν η ταινία αποκαλύψει τις αφηγηματικές φιλοδοξίες της, ο Γκρέι σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αουτσάιντερ σε ένα χρυσό πλαίσιο παρουσιάζοντας τόσο την ομορφιά όσο και τη φρίκη στη μεγάλη οθόνη. Καταγράφει την πορεία μιας ερεθιστικής εξερεύνησης που μεταφέρει τον πρωταγωνιστή του ανάμεσα σε δύο ηπείρους σε μια εποχή που ο κόσμος βρίσκεται σε κατάσταση αναταραχής. Πριν ο Φόσετ βρει την αληθινή του μοίρα, ο Γκρέι, ως προσεκτικός χρονικογράφος, επιλέγει να διηγηθεί μια δική του εκδοχή του μύθου, ασχολούμενος τόσο με το ανθρώπινο, ον όσο και με τη κοινωνική δομή μέσα στην οποία κινούνται. Από το πρώτο κιόλας λεπτό, σαν θεατής είσαι σίγουρος ότι αυτό το ταξίδι θα είναι γεμάτο περιπέτεια κι εξερευνητικό πνεύμα. Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι…

Το λάθος του Γκρέι που στερεί πόντους στο τόλμημα του είναι ότι από ένα σημείο και μετά αρχίζει να ασχολείται με την εμμονή ενός ανθρώπου, χωρίς όμως να την μπερδεύει καταλλήλως με το κοινωνικό περιβάλλον ή το ιστορικό υπόβαθρο της πλοκής. Παραμένοντας πάντα στην πλευρά του υποτιθέμενου ήρωα, ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει τον στόχο του και δεν αφήνει την ταινία του να ανασάνει. Απεικονίζοντας την ηρωική αναζήτηση ενός χαμένου πολιτισμού από απόσταση, φορτώνει την ταινία με σκηνές οι οποίες είναι πιθανώς πραγματικά περίπλοκες και θεαματικές, αλλά δεν έχουν σημασία για την πραγματική δράση ούτε για την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο λόγος που ο Φόσετ ξεκινά το ταξίδι του δεν έχει αναπτυχθεί σωστά. Δεν πηγάζει από ένα υπερβολικά ισχυρό όραμα, του οποίου η εξουσία καθορίζει εντελώς τη δράση του πρωταγωνιστή. Πηγάζει από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η αναζήτηση θα δημιουργήσει ένα τέτοιο όραμα. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον και τα συναισθήματα για τα όσα διαδραματίζονται στη οθόνη αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό στο μυαλό του θεατή.

Ακόμα και έτσι, το «Η Χαμένη Πόλη του Ζ» δεν χαρακτηρίζεται ως μια αποτυχημένη ταινία, αφού είναι πλούσια σε ομορφιά, νοήματα και αξιόλογες ερμηνείες. Ο Τσάρλι Χάναμ, κάλος ως Φόσετ, φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει χτίσει τον χαρακτήρα του από την αρχή μέχρι το τέλος, υποδύοντας τον όχι μόνο ως ένα δυναμικό εξερευνητή αλλά κι ως έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις εμμονές του. Σε δυο καθαρά υποστηρικτικούς ρόλους, η Σιένα Μίλερ και ο νέος Spiderman Τομ Χόλαντ κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν εκμεταλλευόμενοι όλες τις συνθήκες που τους παρέχει το σενάριο. Ενώ ο Ρόμπερτ Πάτινσον, καλύτερος από όλους, προσφέρει μια εκπληκτικά ωραία και συγκρατημένη ερμηνεία ως ο πιστός και συμπαθητικός σύντροφος του Φόσετ. Όλα τα προαναφερόμενα στο σύνολό τους φτιάχνουν μια όμορφα δημιουργημένη ταινία που ίσως αξίζει να δει κάποιος για την υπέροχη κατασκευή της, αλλά η ιστορία της δεν συγχωνεύεται ποτέ σε κάτι το μοναδικό ή εντελώς πρωτότυπο.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

The Fate of the Furious [2.5/5]


Το franchise του «Fast and Furious» ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του κινηματογράφου. Το μυστήριο είναι ότι η συγκεκριμένη σειρά ταινιών χωρίς αξιώσεις έχει καταφέρει και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής με τα χρόνια, όταν όλα τα άλλα franchise πασχίζουν να κρατήσουν τους φαν τους. Η δημοτικότητα αυξάνεται από χρόνο σε χρόνο με έσοδά που αγγίζουν τα τέσσερα δισεκατομμύρια και με επικερδέστερη την προηγούμενη έβδομη ταινία.

Για όποιον έχει δει έστω και μία από τις προηγούμενες, θα γνωρίζει ότι τα «Fast and Furious» έχουν ως θεματικό άξονα τους αγώνες αυτοκινήτων, ληστείες και την απεικόνιση χαρακτήρων, μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Το «Fast & Furious 8: Μαχητές των Δρόμων» δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο σκηνοθέτης Γκάρι Γκρέι και ο σεναριογράφος Κρις Μόργκαν προσφέρουν για σχεδόν δυο ώρες ένα και μόνο πράγμα: διασκέδαση. Όσο πιο ηλίθια, θορυβώδεις κι εκρηκτική, τόσο το καλύτερο. Με το πόδι μόνιμα στο πεντάλ του γκαζιού, θα πρέπει να γνωρίζετε πολύ καλά τι πάτε να δείτε. Με τα επίπεδα βλακείας να φτάνουν σε νέα ύψη, το «Fast & Furious 8» δεν χάνει σχεδόν καμία ευκαιρία να υπερβάλλει στα πάντα, σε σημείο που θα σας πιάσουν τα γέλια. Η διαφορά εδώ είναι ότι αυτές οι εξωφρενικές στιγμές μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί με τόση χαρά, που δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα άλλο παρά να τις απολαύσετε.

Εκτός από τη δράση, οι χαρακτήρες για μία ακόμα φορά αποτελούν σημαντικό πυλώνα στήριξης της ταινίας. Οι φαν μπορούν να προσβλέπουν στη θέαση των αγαπημένων τους σταρ, καθώς και μερικών γκεστ εμφανίσεων από προηγούμενα φιλμ. Σε γενικές γραμμές, το «Fast & Furious 8» δίνει μεγάλη έμφαση στην εξυπηρέτηση των οπαδών: μικρές αναφορές και νύξεις δίνουν στο κοινό την αίσθηση ότι εξακολουθούν να είναι μέρος μιας οικογένειας. Αυτό λειτουργεί συνολικά αρκετά καλά. Φυσικά, οποιαδήποτε προσδοκία για κάτι το σεναριακά ευφυές θα πρέπει σαν θεατής να το αφήσεις έξω από την αίθουσα. Και ακόμα και τότε, πολλοί διάλογοι θα σας κάνουν να φρίξετε και ατάκες να παραλογίσετε από το πόσο κλισέ είναι.

Συμπερασματικά, όσοι δεν αντέχουν να δουν κάτι τόσο χαζό ας μην περάσουν ούτε απ` έξω. Για τους λάτρεις των γρήγορων αυτοκινήτων και της περιπέτειας, το «Fast & Furious 8» αξίζει μια επίσκεψη στον κινηματογράφο.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

The Boss Baby [2/5]

Η νέα ταινία της DreamWorks Animation υπόσχεται να μας μεταφέρει, με υπέροχη φαντασία, στο βασίλειο της αχαλίνωτης φαντασίας ενός 7χρονου παιδιού, όταν το νέο μέλος της οικογένειας δεν είναι ένα συνηθισμένος μπέμπης, αλλά ένα εξωφρενικά πρώιμο, ευέξαπτο μωρό με ένα σκούρο επαγγελματικό κοστούμι. Δυστυχώς, όμως, ο σεναριογράφος Μάικλ ΜακΚάλερς και οι δημιουργοί της ταινίας μοιάζουν να βασίζονται μονομερώς σε καλαμπούρια κι ατελείωτη δράση, αφήνοντας στο περιθώριο όλα τα υπόλοιπα.

Βασισμένη στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο της συγγραφέως Μάρλα Φρέιζι, η DreamWorks στήνει μια χιουμοριστική ιστορία γύρω από την οικογένεια και το νόημά της, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει μια έμμεση κριτική διαφόρων θεμάτων όπως η εταιρική κουλτούρα, η εξουσία, το χρήμα και άλλα πολλά. Ανά διαστήματα καταφέρνει να βρει την ουσία της και με γεμάτη καρδιά σου προσφέρει δυνατές στιγμές. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πλοκή διερευνά τις έννοιες αυτές για είκοσι λεπτά και στη συνέχεια συμπληρώνει τον υπολειπόμενο χρόνο με το σύνηθες άγευστο και γεμάτο ενήλικες αναφορές χιούμορ, σήμα κατατεθέν του στούντιο. Χωρίς να ξέρει τι ακριβώς θέλει να είναι, λοιπόν, το όλο εγχείρημα παρασύρεται στο χάος και τη φασαρία αντί να ξεχωρίζει.

Αλλά ας το παραδεχτούμε, είναι φτιαγμένο για παιδιά και σίγουρα δεν θα ενδιαφερθούν για τα σημεία της πλοκής που δεν έχουν νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα θα απολαύσουν την ταινία, αν μη τι άλλο, χάρη στο πολύχρωμο animation και την όμορφη μεταγλώττιση. Εν κατακλείδι, οι ενήλικοι θα απογοητευτούν, τα παιδιά θα πάρουν όσα ζητήσουν και με το παραπάνω.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

The Secret Scripture [1.5/5]

Βασισμένο στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρι με τον ίδιο τίτλο, η «Μυστική Γραφή» είναι η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του έξι φορές υποψήφιου για Όσκαρ Τζιμ Σέρινταν. Θέλοντας να τονίσει την κυριαρχία της εκκλησίας στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια των ετών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιρλανδός σκηνοθέτης προσπαθεί να σκιαγραφήσει την τοιχογραφία μιας κοινωνίας επηρεασμένης από μια θολή αλήθεια για χρόνια, αλλά δυστυχώς δεν του βγαίνει.

Αν και το έργο διαθέτει μια λαμπερή καλλιτεχνική κομψότητα και μια δυνατή σκηνοθεσία, το όλο εγχείρημα δεν υποστηρίζεται από ένα στιβαρό σενάριο για να το απογειώσει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της πλοκής είναι ότι σιγά-σιγά, αλλά σταθερά, γλιστρά στο εύκολο μελόδραμα, αφήνοντας σε επιφανειακό κομμάτι την κοινωνική και θρησκευτική πτυχή της εποχής, αφού αποτυγχάνει να την πάει πέρα από την απλή αντίθεση ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες. Επιπρόσθετα, χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά, ο σκοτεινός χαρακτήρας που βρίσκεται στο επίκεντρο παραμένει υπερβολικά κλειστός στην προσωπική του ευτέλεια, με αποτέλεσμα να υποτιμά επιπλέον το πλαίσιο της ιστορίας. Γεμάτη και με άλλα, πάρα πολλά αδύναμα σημεία, η υπόθεση της καταλήγει να εξελίσσεται ως ένα υπερβολικό ρομάντζο, τόσο αργό σε ρυθμό που χάνει τακτικά την προσοχή μας. Για να γίνουν δε τα πράγματα χειρότερα, μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει την επικείμενη μοίρα της ταινίας. Απόλυτα προβλέψιμη στα μισά του έργου, ίσως να εξηγείται καλύτερα στο μυθιστόρημα (δεν το έχω), αλλά εδώ μοιάζει βεβιασμένη κι ανολοκλήρωτη.

Η ταινία του Τζιμ Σέρινταν σώζεται κάπως χάρη στις δύο ηθοποιούς που υποδύονται τον κύριο χαρακτήρα. Από τη μία η Ρούνεϊ Μάρα δίνει ζωή σε μια επιμονή και δυναμική γυναίκα χαρακτηριζόμενη από αντισυμβατικότητα και αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί την ζωή της και τα θέλω της. Από την άλλη η τεράστια Βανέσα Ρεντγκρέιβ καταφέρνει να μεταδώσει, κυρίως με τα μάτια της, τη φλόγα του πάθους που καίει μέσα της. Πέρα από αυτές τις δύο, χωρίς να διαθέτει κάποιο ίχνος πρωτοτυπίας, το «Η Μυστική Γραφή» δεν είναι τίποτα άλλο από μια μετριότητα.