Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

The Amazing Spider-Man [3/5]

Reboot. Σε κινηματογραφικούς όρους ισοδυναμεί με την εν μέρει ή και ολική απόρριψη μιας υπάρχουσας ταινίας ή σειράς ταινιών και την επανεκκίνηση της με καινούργιες ιδέες, ιστορίες ή στυλ αφήγησης. Αλλιώς «πώς να βγάλουμε περισσότερα λεφτά», κάτι που δυστυχώς για το The Amazing Spider-Man τείνει να κλίνει προς, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι δεν διαθέτει αρετές.

Από το 2005 έως το 2011 μόνο, τουλάχιστον καμιά δεκαπενταριά περιπτώσεις reboot έχουν πραγματοποιηθεί ή βρίσκονται στο στάδιο των γυρισμάτων. Κοινά χαρακτηριστικά σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι η όποια αφηγηματική συνέχεια προηγούμενων ταινιών με το ίδιο θέμα σβήνεται, με αποτέλεσμα ένα φρεσκαρισμένο franchise που και θα προσελκύσει ξανά ένα ευρύτερο κοινό και θα είναι και δικαιολογημένο. Και τι εννοώ με αυτό. Ας πάρουμε παράδειγμα το Batman Begins. Μιλάμε για ένα reboot το οποίο από όποια πλευρά και να το δεις, δικαιολογεί την ύπαρξη του. Χρονικά μεσολαβούσαν οκτώ χρόνια από την τελευταία ταινία Batman (το Batman & Robin του 1997). Εισπρακτικά η ταινία του 1997 ήταν μια μεγαλειώδεις αποτυχία, ενώ από καλλιτεχνικής πλευράς τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα. Στο τεχνικό κομμάτι, στα οκτώ χρόνια που μεσολάβησαν έγιναν θαύματα όσον αφορά τα εφέ, τα σκηνικά, τα κοστούμια, το μακιγιάζ, όλα. Τέλος, ερμηνευτικά μιλάμε για μέρα με νύχτα. Πέντε παράγοντες που πάνω-κάτω όλες οι ταινίες που δεχτήκαν τη μεταχείριση του reboot κάλυπταν (αντιπροσωπευτικά δείγματα τα Casino Royale, Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Εξέγερση, Star Trek, The Karate Kid και άλλα). Αναλύοντας τον νέο Spiderman θα ανακαλύψουμε ότι δεν υπήρχε η αναγκαιότητα για ένα reboot. Το χρονικό διάστημα μεταξύ του Spiderman 3 και του The Amazing Spider-Man είναι μόνο 5 χρόνια. Χρονικό διάστημα το οποίο δεν δικαιολογεί σχεδόν καθόλου το reboot. Εισπρακτικά τα Spiderman είναι από τις πιο επιτυχημένες τριλογίες στην ιστορία του κινηματογράφου, ενώ λαμβάνοντας υπόψιν ότι μιλάμε και καλλιτεχνικά και κριτικά για μια από τις καλύτερες τριλογίες, η όλη επαναπροσέγγιση του Spiderman φαντάζει ακόμα πιο παράλογη. Τέλος, τεχνικά (η τριλογία απαριθμεί 5 τεχνικές υποψηφιότητες για Όσκαρ) πέρα από το 3D δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο ακόμα κι από το πρώτο Spiderman. Μόνο ερμηνευτικά πρέπει να ομολογήσω ότι η νέα ταινία υπερτερεί κατά πολύ κι από τις τρεις προηγούμενες ταινίες. Με αυτά στο μυαλό, το The Amazing Spider-Man δεν δικαιολογεί την ύπαρξη του, παρά μόνο, κακά τα ψέματα, για να φέρει περισσότερα λεφτά. Και ενώ υπάρχουν πολλά να σου αρέσουν, δυστυχώς, δεν υπάρχουν αρκετά εδώ για να κάνουν το όλο εγχείρημα «amazing».

Ας το αναλύσουμε, όμως, λίγο περισσότερο και ας ξεκινήσουμε από την πλοκή του έργου. Με την ταινία να πλασάρεται στο εμπόριο ως η «ανείπωτη ιστορία» του Peter Parker, έχεις στο μυαλό ότι παρόλο που θα ασχοληθεί με κάποια, παρόμοια με την πρώτη ταινία, θέματα, θα ήταν περισσότερο η αφήγηση μιας διαφορετικής καταγωγής. Ότι θα βλέπαμε αυτό το κάτι παραπάνω που ενδεχομένως θα υπήρχε στο δάγκωμα της αράχνης. Με λύπη σας πληροφορώ ότι κάτι τέτοιο τελικά δεν υφίσταται. Θα μου πείτε, έως ένα βαθμό αναμενόμενο, αλλά εδώ, παρόλο που κάποια συγκεκριμένα γεγονότα διαθέτουν ένα κάποιο twist, το γενικό αφηγηματικό πλαίσιο είναι σχεδόν ίδιο με την πρώτη ταινία. Παρόλο που η ταινία ξεκινά δίνοντας μια τεράστια προσοχή για τους γονείς του Peter και το πώς ο θείος Ben και η θεία May έχουν αποκρύψει πράγματα από τον Peter, το όλο πράγμα καταλήγει να είναι απλά και μόνο το μέσο που οδηγεί τον Peter στην Oscorp για να δαγκωθεί από την αράχνη. Από εκεί και μετά, τα πάντα εξελίσσονται με εξωφρενικά παρόμοιο τρόπο με την ταινία του 2002. Χωρίς να θέλω να κάνω spoiler, όλα όσα νομίζετε ότι πρόκειται να συμβούν... συμβαίνουν. Ακόμη κι εάν κρίνεις την ταινία αξιοκρατικά αγνοώντας τις προηγούμενες ταινίες, υπάρχει μια αίσθηση του γνώριμου σε όλο το εγχείρημα. Ακόμα και ο κακός, παρά την εξαιρετική δουλειά από το τμήμα των οπτικών εφέ και την ερμηνεία του Rhys Ifans, μοιάζει ένα συνονθύλευμα του εγωιστή Green Goblin και της παραπλανημένης μεγαλοφυΐας του Doc Ock από τη δεύτερη ταινία του Raimi. Η μόνη αλλαγή εδώ είναι πως έχουμε πιο αυθεντικά στοιχεία από το κόμικ. Η αρχική κοπέλα του δίνει το παρόν, οι εκτοξευτές ιστού το ίδιο και γενικά η όλη ταινία είναι κάπως πιο πιστή στα κόμικ.

Και περνάμε στα υπόλοιπα. Το καστ της ταινίας είναι πραγματικά λαμπερό. Ο Andrew Garfield παίζει έναν εντελώς διαφορετικό Spiderman από εκείνον του Tobey Maquire. Σίγουρα ικανότερος σαν ηθοποιός, ο Garfield επιδεικνύει μεγάλο κωμικό ταλέντο, ενώ διαθέτει κι ένα εκπληκτικά εκφραστικό πρόσωπο. Από την άλλη, η Emma Stone, γλυκύτατη και χαριτωμένη, κάνει ότι καλύτερο μπορεί με τον αναπάντεχα μικρό και μέτρια γραμμένο ρόλο που έχει. Οι Sally Field και Martin Sheen κάνουν ακριβώς αυτό που περιμένετε να κάνουν, αλλά και μόνο το ότι παίζουν στην ταινία ανεβάζει το κύρος της κατά πολύ. Ο Dennis Leary είναι αξιοπρεπέστατος και παρόλο που παίζει έναν αυστηρό μεν πατέρα και υπηρέτη του νόμου, καταφέρνει να γίνει συμπαθής. Ενώ ο Rhys Ifans είναι ηθοποιάρα και το αφήνω εκεί. Η επιλογή του σκηνοθέτη Marc Webb, τώρα, οδήγησε στην επίτευξη μιας ελαφρώς off-beat αίσθησης, κάτι που δεν συναντάμε συχνά σε τέτοιου μεγέθους ταινίες. Υπάρχουν πιο ήσυχες στιγμές στο πλαίσιο της δράσης, που οι περισσότεροι σκηνοθέτες τέτοιων μπλοκμπάστερ δεν προσπαθούν καν για κάτι παρόμοιο. Όπως η σκηνή της διάσωσης ενός παιδιού (καλύτερη σκηνή της ταινίας για μένα), παιγμένη στην τελειότητα από τον Garfield, στην οποία ο Spiderman αντιλαμβάνεται τον σκοπό του. Εντυπωσιακές βρήκα και τις σκηνές που ο Spiderman πέταγε και ειδικά την χρήση μιας συγκεκριμένης κάμερας. Αν και υπήρχε ένα πρόβλημα με το μοντάζ, μιας και ήταν πολύ γρήγορο ανά στιγμές, το τελικό σκηνοθετικό αποτέλεσμα ήταν αρκετά καλό. Το The Amazing Spider-Man, τώρα, δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας πραγματικά στοιχεία όπου ήταν δυνατό και οπτικά εφέ όπου ήταν απαραίτητο. Μια έξυπνη κίνηση καθώς οι κινήσεις του Spiderman έμοιαζαν πιο αληθοφανείς από ποτέ. Από την άλλη, ο Lizard είχε λίγο άσχημο CGI στο πρόσωπο, αλλά στο σύνολο ήταν πολύ ρεαλιστικός. Το 3D υπαρκτό σε δυο-τρεις στιγμές μόνο.

Εντέλει, σίγουρα θα διασκεδάσεις και θα περάσει ευχαρίστα η ώρα σου, αλλά η ταινία, είτε πιστεύεις ότι έπρεπε να της κάνουν reboot ή όχι και παρά τα μερικά προτερήματα της, σε αφήνει με μια αίσθηση ανικανοποίητου.

The Lucky One [1/5]

Άλλο ένα μυθιστόρημα του Nicholas Sparks βρίσκει το δρόμο προς τη μεγάλη οθόνη. Το «The Lucky One» για την ακρίβεια είναι το έβδομο κατά σειρά βιβλίο του που μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη.

Με τον Efron να προσπαθεί να ξεπεράσει την εικόνα του ειδώλου μικρών κοριτσιών που απέκτησε από το High School Musical, αναλαμβάνει εδώ τον ρόλο του Logan Thibault, ενός πεζοναύτη που επιστρέφει στις ΗΠΑ μετά τον τρίτο γύρο του στο Ιράκ. Μαζί του έχει μια φωτογραφία μιας ανώνυμης γυναικάς που βρήκε στα ερείπια ενός σπιτιού μετά από έκρηξη. Αφού πρώτα πιστώνει την εικόνα με τη διάσωση της ζωής του, αποφασίζει να βρει την άγνωστη γυναίκα. Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι πάνω-κάτω γνωστά.

Και αυτό είναι το κύριο πρόβλημα της ταινίας, το γεγονός ότι μπορείτε να μαντέψετε το τέλος μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά. Συναισθηματικά σημαδεμένος πρωταγωνιστής: τσεκ. Όμορφη ανύπαντρη μητέρα: τσεκ. Εκκεντρική γιαγιά (η πάντα εξαιρετική Danner): τσεκ. Χαριτωμένο μικρό αγόρι: τσεκ. Όχι και τόσο καλός πρώην σύζυγος: τσεκ. Όλα τα συστατικά μιας ρομαντικής ταινίας δίνουν το παρόν. Τα πάντα είναι είτε βρεγμένα από βροχή ή λουσμένα στο χρυσό φως του ηλίου και μια σταθερή μουσική σε ενημερώνει για το ποιο υποτίθεται ότι είναι το κατάλληλο συναίσθημα που πρέπει να έχεις. Θα μου πείτε, αυτές οι ταινίες έχουν σχεδιαστεί να γίνονται αισθητές συναισθηματικά και όχι να βάζουν το κοινό να σκέπτεται. Παρόλα αυτά, όμως, αυτή η τυποποιημένη αφήγηση καθώς και η απουσία σκηνοθετικών εκπλήξεων και σεναριακών πρωτοτυπιών έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει απολύτως τίποτα να εκπλήξει το κοινό. Συμπέρασμα: όλα ωραία και καλά… αλλά όλα εξαιρετικά κοινότυπα.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Moonrise Kingdom [3/5]

Πάντα θα υπάρχει κάτι αναμφισβήτητα ευχάριστο στις ταινίες του Wes Anderson. Μπορεί να είναι ο νούμερο ένα ένοχος στην αναπαραγωγή του ιδίου στυλ ξανά και ξανά, αλλά οι απόψεις του πάνω σε διαφορετικά θέματα είναι αναπόφευκτα ενδιαφέρουσες. Εδώ, σπάζοντας την αλήθεια κάπως το καλούπι του, χρησιμοποιεί ως ραχοκοκαλιά την ιστορία μιας νεανικής αγάπης, προκειμένου να μιλήσει για ουσιώδη πράγματα.

Η ιστορία έχει ως έξης: σε ένα απόμερο νησί της Νέας Αγγλίας, ένα νεαρό αγόρι είχε εξαφανιστεί από τους προσκόπους. Ο αρχηγός των προσκόπων (Edward Norton) μαζί με τη βοήθεια του αρχηγού της τοπικής αστυνομίας (Bruce Willis) ξεκινούν την έρευνα για την ανεύρεση του. Αυτό που δεν γνωρίζουν είναι ότι στην πραγματικότητα, το αγόρι το έχει σκάσει μαζί με την κόρη του Bill Murray και της Frances McDormand. Συγχυσμένα και προβληματισμένα, τα δυο δωδεκάχρονα παιδιά τρέχουν μακριά μαζί, ελπίζοντας να βρουν ο ένας στον άλλον αυτά που δεν τους δίνουν οι μεγαλύτεροι. Καθώς η οικογένεια της κοπέλας, οι πρόσκοποι κι ο μοναχικός σερίφης ψάχνουν για τα παιδιά, μια επικίνδυνη καταιγίδα ετοιμάζεται να χτυπήσει το νησί. Ο Anderson παίρνει τον χρόνο του προκειμένου να μας παρουσιάσει τον νέο κόσμο που έχει κατασκευάσει, αλλά και να αναπτύξει σωστά όλους τους χαρακτήρες. Μόλις αυτό επιτευχτεί και οι δύο νεαροί εραστές τελικά συναντηθούν, η όλη υπόθεση επιταχύνει.

Όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, ο Anderson εγχέει χαρούμενα έξυπνα κομμάτια στο στερεοτυπικά ιδιόμορφο στυλ του, δημιουργώντας ένα οπτικά δελεαστικό κι επιδέξια ευρηματικό έργο, γεμάτο με τη φωτεινή παστέλ αισθητική που τον χαρακτηρίζει. Πιο συγκλονιστικό από όλα, όμως, είναι το γεγονός πως αυτή είναι η πρώτη ταινία που ο Anderson προσφέρει ωμά ένα εύκολο να αποκρυπτογραφηθεί μήνυμα. Ξεκινώντας αλλά και τελειώνοντας με μια ηχογράφηση που εξηγεί το πώς να οικοδομήσουμε μια συμφωνία, ο Anderson θέτει ένα κομμάτι χαρτί μπροστά από το πρόσωπό μας, που γραφεί: «Αυτή είναι η ιστορία περίπου. Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε την». Ενώ κερασάκι στην τούρτα είναι και το εξαιρετικό σάουντρακ της ταινίας (σας συνιστώ να καθίσετε μέχρι τους τίτλους τέλους για να το εκτιμήσετε πλήρως). Όλα αυτά μαζί με μια πλειάδα ιδιόρρυθμων χαρακτήρων, παιγμένοι στην εντέλεια από ένα επιτελείο εξαίσιων ηθοποιών, μετατρέπουν το «Ο Έρωτας του Φεγγαριού» σε μια τόσο παράξενη ταινία που βλέπεται όχι μόνον άνετα, αλλά και με φοβερό ενδιαφέρον.

Οι ταινίες του σκηνοθέτη Wes Anderson μπορεί να είναι είτε ευχάριστα παράξενες είτε οδυνηρά ιδιόρρυθμες, ανάλογα με την άποψή σας. Η τελευταία του ταινία, μια κωμωδία σχετικά με τους κινδύνους και τους πόνους της νεανικής αγάπης, δεν παρεκκλίνει ούτε στιγμή από το μοναδικό στυλ του σκηνοθέτη, αλλά για πρώτη φορά η ιδιοσυγκρασία του δεν είναι απωθητική.

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Les Infideles [0.5/5]

Πολλές απατημένες σύζυγοι, απεγνωσμένες απόπειρες αποπλάνησης, Λολίτες, ζευγάρια σε κρίση, είναι μερικά από τα θέματα με τα όποια καταπιάνονται επτά διαφορετικοί σκηνοθέτες έχοντας πάντα σαν πρωταγωνιστές τον πρόσφατα βραβευμένο με Όσκαρ Jean Dujardin και τον Gilles Lellouche.

Όπως συμβαίνει σε κάθε σπονδυλωτή ταινία, οι ιστορίες που την αποτελούν είναι και καλές και κακές. Το «6+1 Απιστίες», λοιπόν, είναι μια συλλογή από έξι επιμέρους επεισόδια που απεικονίζουν διαφορετικές καταστάσεις. Όλες, όμως, έχοντας σαν άξονα τους το ίδιο θέμα: τη μοιχεία ή πιο συγκεκριμένα την ανδρική απιστία στις διάφορες εκδοχές της. Δυστυχώς, η παραπάνω σύνθεση δεν βγαίνει στο πανί, όπως πιστεύω θα περίμεναν οι συντελεστές τις. Η ιδέα που έχουν εξαντλείται γρήγορα και το έργο προσπαθεί να βγάλει ζουμί από την τελική ανατροπή της ταινίας. Με μονό μια ιστορία να είναι κάπως έξυπνη, οι υπόλοιπες βρίθουν από κλισέ και σποραδικά έξυπνες ατάκες, με αποτέλεσμα να παρακολουθείς μια σειρά από μικροαστικές αρλούμπες και εξόφθαλμο κιτς.

«6+1 απιστίες», ο τίτλος της ταινίας στα ελληνικά. 6+1 βλακείες θα το έλεγα εγώ…

American Reunion [2.5/5]

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι έχουν περάσει 13 χρόνια από τότε που πρωτοσυναντήσαμε τους Jim, Michelle, Oz και Stiffler στο πρώτο (και καλύτερο) American Pie. Στο «American Reunion», όλοι οι γνώριμοι μας χαρακτήρες επιστρέφουν και μας προσφέρει όλα όσα προσδοκούσαμε.

Όπως και με τις τρεις πρώτες ταινίες (δεν μετράω τις υπόλοιπες, κατευθείαν σε DVD, συνέχειες), δεν είναι η δράση, η περιπέτεια ή η σύνθετη πλοκή που το κοινό αναζητά από το συγκεκριμένο franchise. Όχι, αυτό που θέλει είναι το γέλιο. Ομολογουμένως, δεν είναι όλα τα αστεία επιτυχημένα και υπάρχει ακόμα άφθονο χιούμορ τουαλέτας, αλλά η ταινία θα σας κάνει να γελάσετε. Αρκετά, κιόλας. Η έξυπνη γραφή του διδύμου Jon Hurwitz και Hayden Schlossberg χειρίζεται με τρυφερότητα και κατανόηση του χαρακτήρες, με την πλοκή του καθενός να εξελίσσεται φυσιολογικά και σωστά. Υπάρχει μια ωραία ισορροπία μεταξύ του χαζού και του έξυπνου, του γελοίου και του εγκάρδιου. Με τους Hurwitz, Schlossberg να είναι σίγουρα οπαδοί του πρωτοτύπου, υπάρχουν πολλές αναφορές σε προηγούμενες καταστάσεις και γεγονότα, καθώς και μουσικές επιλογές που θα σου φάνουν οικείες. Κάτι που κάνει το «American Reunion» πιο εύκολα προσιτό σε εκείνους που θυμούνται με στοργή την πρώτη ταινία. Για όσους, όμως, δεν γνωρίζουν τις προηγούμενες ταινίες του franchise, θα πρέπει να καλύψουν τη διαφορά πριν κατευθυνθούν στο σινεμά. Αλλιώς, μπορεί να αισθανθούν ότι βρίσκονται στο reunion ενός ξένου, παρακολουθώντας παρέες να αναπολούν στιγμές ανωριμότητας από το παρελθόν τους.

Όπως αναφέρθηκε, όλο το καστ είναι επανενωθεί. Ο Jason Biggs, ο οποίος πραγματικά αρνείται να μεγαλώσει, είναι συμπαθής και ιδιαίτερα απολαυστικός ως Jim. Οι Chris Klein, Thomas Ian Nicholas και Eddie Kaye Thomas τα καταφέρνουν περίφημα χωρίς να έχουν να κάνουν τίποτα το ιδιαίτερο. Ο Eugene Levy είναι αναμενόμενα εξαιρετικός ως ο πατέρας του Jim. Αλλά για μια ακόμη φορά, οι περισσότερες από τις καλύτερες σκηνές κι ατάκες της ταινίας προέρχονται από τον χαρακτήρα του Seann William Scott, τον Stifler. Ο «Stifmeister», λοιπόν, επιστρέφει και είναι σε μεγάλα κέφια. Ο πιο καλογραμμένος χαρακτήρας μακράν και προς έκπληξη όλων, η καρδιά της ταινίας. Δυστυχώς, τα κορίτσια της παρέας (Alyson, Tara και Mena) έχουν μικρούς ρόλους, ενώ και οι νέες γυναικείες προσθήκες στο καστ υπάρχουν κατά κύριο λόγο για οφθαλμόλουτρο.

Το «American Reunion», λοιπόν, είναι μια επανένωση τόσο για το κοινό όσο και για τους χαρακτήρες στην οθόνη. Χωρίς ποτέ να αποκτά την εικόνα μιας αξέχαστης κωμωδίας, προσφέρει δυο χαλαρές ώρες γέλιου με μπόλικη δόση νοσταλγίας.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Mon Pire Cauchemar [1/5]

Σκηνοθετημένο από την Anne Fontaine, το «Ούτε στον Εχθρό μου!» ακολουθεί την Isabelle Huppert καθώς αυτή είναι αναγκασμένη να υποστεί τα καμώματα ενός αγροίκου φαφλατά ονόματι Patrick (Benoit Poelvoorde) που εντέλει η άφιξη του επηρεάζει τις ζωές όλων γύρω του.

Η σκηνοθέτης κάνει μια θαυμάσια δουλειά στο να εμφυσήσει το αρχικό μέρος της ταινίας με μια ανάλαφρη, κινούμενη με γρήγορους ρυθμούς, αίσθηση που είναι δύσκολο να της αντισταθείς. Αυτή η απροσδόκητα ακαταμάχητη συμβατική ατμόσφαιρα ενισχύεται από τις χαρισματικές ερμηνείες όλων των εμπλεκόμενων. Ακόμα και η παγωμένη προσωπικότητα της Huppert είναι σε τέλεια αντίστιξη με τη χαλαρή συμπεριφορά του Poelvoorde. Δυστυχώς, όμως, αυτή η γεμάτη ζεστασιά ατμόσφαιρα διαρκεί μέχρι τα μισά περίπου του έργου, αφού από ένα σημείο και μετά, η ταινία θα υποστεί μια περίεργη τονικά αλλαγή καθώς η Fontaine αρχίζει να δίνει έμφαση στα μελοδραματικά σημεία των χαρακτήρων. Η μετατροπή της ταινίας σε ένα παραδοσιακό γαλλικό δράμα που περιστρέφεται γύρω από την απιστία, την μητρότητα κι ένα κλισέ ρομάντζο είναι πέρα για πέρα ενοχλητική και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταινία, στην προσπάθεια της να φτάσει στην ολωσδιόλου αδιάφορη κλιμάκωση της, εξαντλείται σιγά-σιγά.

Η Fontaine ήθελε να κάνει μια επιπόλαιη φαρσοκωμωδία, αλλά η ταινία της δεν είναι ούτε αστεία αρκετά για να δικαιολογήσει τον τίτλο κωμωδία, ούτε αρκετά συγκινητική για να υπερνικήσει τα μπαγιάτικα αστεία και να θεωρηθεί δράμα. Αντ’ αυτού, είναι ένα άνισο κι αδιάφορο έργο που θα αφήσει τους θεατές σαστισμένους κι απογοητευμένους.

What to Expect When You're Expecting [1/5]

Κάθε φορά που μια κωμωδία υπερηφανεύεται ότι έχει πάνω από πέντε πρωτοκλασάτους ηθοποιούς στο καστ της, τότε αυτό προμηνύει σχεδόν πάντα προβλήματα. Ακόμα κι όταν είναι εισπρακτικές επιτυχίες (θυμηθείτε τα Απλώς δεν σε Γουστάρει, Valentine’s Day και New Year’s Eve), παίρνουν χάλια κριτικές, κυρίως λόγω του κακού σεναρίου τους που βασίζεται περισσότερο στην αναγνωρισιμότητα των ηθοποιών παρά στην υπόθεση. Το «Τι Να Περιμένεις Όταν Είσαι Έγκυος» πάσχει ακριβώς από το ίδιο πρόβλημα.

Το σενάριο είναι μια χούφτα από ιδέες που δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν από μονές τους μια ταινία, οπότε ο σκηνοθέτης Kirk Jones τις ανακατεύει, παρατείνοντας τες κατά πολύ. Στην απόπειρα του να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα μέσα στο φιλμικό δίωρο, πέφτει σε τρία σημαντικά λάθη. Δεν διεισδύει σε βάθος σε καμία από τις πέντε ιστορίες και έτσι δεν δίνει την ευκαιρία στο κοινό να δεθεί με καμία από αυτές, δεν κρατά σωστές ισορροπίες αφού αντί να παρέχει ένα ενδιαφέρον δέσιμο της ιστορίας οι χαρακτήρες πάνε κι έρχονται από σκηνή σε σκηνή αντιδρώντας σε καταστάσεις και τέλος, μέσα σε ένα γενικότερα χαλαρό και χαριτωμένο κλίμα, μιλά για καταστάσεις που πραγματικά μπορεί να πάνε στραβά -επιπλοκές γέννας, αποβολές- χωρίς να εμβαθύνει και πολύ. Το φιλμ είναι όλα όσα περιμένετε να δείτε από μια ταινία για την εγκυμοσύνη: πρωινή ναυτία, αύξηση βάρους, εναλλαγές της διάθεσης, σπάσιμο νερών, ο αγώνας δρόμου για το νοσοκομείο. Όλα σε υπερβολικό βαθμό όμως.

Ας μην είμαι, όμως, άδικος. Στην ταινία παίζουν δυο ηθοποιοί που κατάφεραν να προσφέρουν αρκετό χιούμορ και συναίσθημα: Anna Kendrick, εξαιρετικά χαριτωμένη, φτιαγμένη για σαφώς σημαντικότερα πράγματα, είναι η καρδιά της ταινίας, και Elizabeth Banks, που παρόλο που δεν βοηθιέται από το σενάριο, δεν διστάζει να τσαλακώσει την εικόνα της και να παραδώσει μια over-the-top ερμηνεία που σου προκαλεί αβίαστα το γέλιο. Πέρα από αυτό, όμως, το «Τι Να Περιμένεις Όταν Είσαι Έγκυος» μας παρέχει πολλά από αυτά που περιμέναμε, αλλά λίγα από αυτά που πραγματικά ελπίζαμε. Η μόνη έκπληξη εδώ είναι ότι δεν την σκηνοθετεί ο Garry Marshall, ονομάζοντας το «Mother’s Day»…

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Prometheus [2.5/5]

Είκοσι χρόνια μετά τη δημιουργία δυο κλασσικών πλέον sci-fi ταινιών (Alien και Blade Runner), o Άγγλος σκηνοθέτης Ridley Scott επιστρέφει στο είδος, και το franchise, που τον βοήθησε να παγιώσει το όνομά του. Ο «Προμηθέας», γραμμένος από τους Jon Spaihts και Damon Lindelof, είναι μια μαγευτική οπτικά και πνευματική ταινία που αποφεύγει τη δράση, παρά το μέγεθος του προϋπολογισμού του, και αντ’ αυτού θέτει τη βάση του σε δυνητικά ελκυστικές ιδέες για την πίστη, την επιστήμη και τις απαρχές της ανθρωπότητας.

Αλλά είναι ο χειρισμός αυτών των θεμάτων που κάνει τον «Προμηθέα» μια αμετάκλητα λανθασμένη ταινία. Γνωρίζαμε εξαρχής ότι η ταινία δεν θα απεικόνιζε το κλασικό, που όλοι γνωρίζουμε κι αγαπάμε, Άλιεν και ότι θα επικεντρώνονταν περισσότερο στις ζωές των άλλων εξωγήινων, γνωστών ως Μηχανικών. Είναι εκείνοι που πιλόταραν το διαστημόπλοιο με το θανατηφόρο φορτίο που ανακάλυπτε η Ripley και το πλήρωμα της στην αρχική ταινία του Scott. Μια ιδέα που αγκαλιάστηκε με θέρμη, περιμένοντας με ανυπομονησία να δούμε κάτι το μοναδικό, αλλά με αρκετά «κλεισίματα του ματιού» που θα κρατούσαν όλους τους φαν του franchise (συμπεριλαμβανομένου κι έμενα) χαρούμενους. Αυτό, όμως, που είδαμε είναι ένα χάος από ιδέες, οι οποίες είναι ενδιαφέρουσες στην καλύτερη περίπτωση και χάλια διατυπωμένες στη χειρότερη. Είναι σαφές ότι η ιστορία ξεκίνησε ως ένα prequel του Alien, αλλά όταν ο Scott ανακοίνωσε ότι δεν ήθελε να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη διαδρομή, μια πληθώρα εναλλακτικών ιδεών φαίνεται να έχουν ενσωματωθεί στην αρχική ιστορία, αντί να ξεκινήσει το όλο θέμα και πάλι από το μηδέν. Και το αποτέλεσμα είναι μια ιστορία αφηρημένη, με πλοκή που οδηγεί σε ανεξήγητα αδιέξοδα. Το είδος, δε, των αλληλεπιδράσεων που τόσο τέλεια όριζε τους χαρακτήρες, τόσο στο πρώτο Alien όσο και στο σίκουελ του James Cameron, αναλώνεται εδώ σε κακές σκηνές (με χειρότερη την αλληλεπίδραση μεταξύ Elba και Theron, που φαντάζει βγαλμένη από άλλη ταινία) και εντελώς κοινότυπους διάλογους («Αν δεν το σταματήσουμε, δεν θα υπάρχει σπίτι για να γυρίσουμε»).

Αλλά το πιο επιβαρυντικό πράγμα του σεναρίου είναι το πώς κάνει τη συμπεριφορά και τα κίνητρα των Μηχανικών αναπόσπαστο κομμάτι των μηχανορραφιών του σεναρίου, αποτυγχάνοντας όμως να εξηγήσει επαρκώς έστω κι ένα από αυτά. Πράγμα που δεν προκαλεί έκπληξη, αφού ασχολείται με ανεξήγητα θέματα. Αλλά δεν μπορεί να είμαι ο μονός που κάτι τέτοιο το βρίσκω απογοητευτικό από όποια πλευρά και αν το δεις, ειδικά όταν αυτό καθιστά εξαιρετικά δύσκολο να διακρίνει κανείς τους καταλυτικούς παράγοντες σε πολλές από τις σκηνές της ταινίας, που μοιάζουν αποσυνδεδεμένες από το υπόλοιπο έργο. Ένας από τους κύριους λόγους της λαμπρότητάς του Alien ήταν η απλότητά του. Αν κάποιος σε ρωτούσε τι διαπραγματευόταν, θα μπορούσες να του δώσεις μια ικανοποιητική απάντηση σε 10 δευτερόλεπτα. Στο βασικό αυτό επίπεδο, ήταν μια απλή ταινία τρόμου, αλλά αυτή η απλή ιδέα, στη συνέχεια, ανυψωνόταν από το άψογο της παραγωγής, του σεναρίου, της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας. Ο «Προμηθέας» μπορεί να υπερηφανεύεται για πολλές από αυτές τις ιδιότητες, αλλά η πλοκή είναι τόσο μπερδεμένη που αποσταθεροποιεί ολόκληρη την ταινία.

Το χειρότερο είναι ότι ο «Προμηθέας» δεν είναι μια κακή ταινία. Αν το θεωρήσουμε ως ένα εντελώς αυτόνομο έργο, είναι μια αρκετά καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας και ίσως αξίζει τουλάχιστον τρία αστέρια. Όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Scott, οπτικά είναι εκθαμβωτική, σαν παράγωγη είναι αξιοθαύμαστη και το φουτουριστικό σύμπαν ζωντανεύει μπροστά στα ματιά μας με απίστευτα γραφικά, σκηνικά και κοστούμια. Αλλά, τελικά, επειδή η ιστορία έχει τέτοια συσχέτιση με τις ταινίες «Alien», συμπεριλαμβανομένου και της τελικής συνδετικής σκηνής, είναι σχεδόν αδύνατο να το δούμε ως μια ξεχωριστή οντότητα και, δυστυχώς, δεν μπορεί παρά να απογοητεύσει. Παρά το μεγαλείο του «Προμηθέα» που υπάρχει σε στιγμές, η ταινία έχει μια απογοητευτική τρίτη πράξη, μια σειρά από στερεότυπους χαρακτήρες και μια απροσδόκητη έλλειψη έντασης.