Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Λάρισα: Εμπιστευτικό [0/5]

Μετά τη «μεγάλη», λοιπόν, επιτυχία του I Love Karditsa, ο Στράτος Μαρκίδης αποφάσισε να γυρίσει ακόμα μια ελληνική κωμωδία με ένα πλήθος ηθοποιών. Η μόνη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι: γιατί;;;

Πραγματικά, δεν ξέρω τι να γράψω για το συγκεκριμένο έργο αφού κατά την διάρκεια της προβολής του είχα πολλές απορίες. Σκεφτόμουν, πότε επιτέλους θα γυριστεί σε αυτή την χώρα μια πραγματικά αστεία κωμωδία; Γιατί πρέπει σχεδόν σε κάθε σύγχρονη ελληνική ταινία να υπάρχει και μια ερωτική σκηνή που συνήθως δεν εξυπηρετεί την πλοκή και χρησιμεύει μόνο στην προβολή του κάλλους των πρωταγωνιστών; Γιατί σε τέτοιου είδους ταινίες προτιμούνται γνωστοί ηθοποιοί, κατά προτίμηση αναγνωρίσιμοι από επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, και το κυριότερο, αυτοί πώς δέχονται να παίξουν;

Με τον Γιάννη Ζουγανέλη να διεκδικεί επάξια τον τίτλο του χειρότερου, η πληθώρα των ηθοποιών εδώ απλά περιφέρεται χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα! Η Μπέσυ Μάλφα προτάσσει το στήθος της, ο Μάριος Ιορδάνου κυκλοφορεί γυμνόστηθος, η Τιτίκα Σαριγκούλη τυποποιημένη πλέον κάνει το ίδιο σε κάθε ρόλο και πραγματικά θα μπορούσα να πω κάτι για όλο το καστ αλλά δεν θα το κάνω. Τίποτα και κανένας δεν σώζεται από αυτή την ταινία. Όλα είναι ίδια, το ένα κλισέ διαδέχεται το άλλο σε μια φαρσοκωμωδία χωρίς χαρακτήρες, οι οποίοι μπλέκουν σε αφελέστατες κι εξευτελιστικές καταστάσεις, οι ιστορίες όσο και να το θέλει η ταινία δεν δένουν μεταξύ τους και δεν έχουν (σημαντικό για μια ταινία) συνοχή. Επιπροσθέτως, υπάρχει αφθονία σαχλών αστείων κι ανεκδιήγητων διαλόγων σε τοπική διαλεκτό και μια Έφη Παπαθεοδώρου με ύφος «κόβεται το σεξ» να πετάει σεξιστικού περιεχομένου υποτιθέμενα χιουμοριστικά σχόλια ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και εσύ από κάτω συνεχίζεις να απορείς και να σκέπτεσαι: ειλικρινά, αυτό έχει να δείξει το ελληνικό σινεμά; Χειρότερο κι από το πιο αδιάφορο ελληνικό σήριαλ.

Πραγματικά, με θλίβει το γεγονός ότι βάζω τον χαμηλότερο βαθμό ως σήμερα σε μια ελληνική ταινία, αλλά συγγνώμη τέτοιες ταινίες καλό είναι να μην βγαίνουν στους κινηματογράφους, πρώτον γιατί χαλάνε την εικόνα ολόκληρου του ελληνικού σινεμά και δεύτερον γιατί τον πηγαίνουν χρόνια πίσω στην δεκαετία της βιντεοταινίας…

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Sherlock Holmes: A Game of Shadows [3.5/5]

Να πω την αλήθεια, δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην πρώτη ταινία. Μου φαινόταν μια κάπως περίεργη μεταφορά του Σέρλοκ Χολμς στο σινεμά, αφού ήμουν συνηθισμένος να τον βλέπω πιο αξιοπρεπή, κομψό και αριστοκρατικό. Βλέποντας όμως και τις δυο ταινίες, τη μια μετά την άλλη, κατάλαβα για ποιο λόγο ο Χολμς του Guy Ritchie έχει κάνει τόση επιτυχία, αφού αποτελεί την επιτομή των έξυπνων, γεμάτων ωραίο χιούμορ και σκηνών δράσης περιπετειών.

Η πρώτη ταινία ήταν πιστή στο μύθο του Χολμς κι όμως κατάφερνε να είναι πρωτότυπη, πνευματώδης και γεμάτη ενέργεια. Η δεύτερη διαθέτει όλα τα στοιχεία της πρώτης, αλλά τα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Εισάγει στην εξίσωση την λογοτεχνική νέμεση του Χολμς τον καθηγητή Μοριάρτι, ο οποίος παρόλο που εμφανίζεται μόνο δυο φορές στην αρχική μυθιστοριογραφία του Conan Doyle, στην συνέχεια τού δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση και αντιμετωπίζεται πλέον ως κύριος ανταγωνιστή του. Το δίδυμο Χολμς – Μοριάρτι, λοιπόν, αποτελεί πρώτης τάξεως υλικό για την δημιουργία μιας εκρηκτικής περιπέτειας, ενώ επιπροσθέτως δίνει την δυνατότητα στην ταινία να μετατοπίσει την δράση καλύπτοντας ένα μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και όχι μόνο το Λονδίνο, κάνοντας ακόμα πιο ενδιαφέρον οπτικά το αποτέλεσμα. Με γρήγορο ρυθμό και άκρως διασκεδαστικούς διάλογους, η δράση εδώ δεν είναι υπερβάλλουσα απλά και μόνο για να γεμίσουν οι σκηνές αλλά είναι ως επί το πλείστον έξυπνη.

Και αυτό επιτυγχάνεται λόγο δυο ονομάτων: Guy Ritchie και Robert Downey Junior. Ο πρώτος χαρακτηριστικός και διαφορετικός διαθέτει ένα δικό του σκηνοθετικό στυλ. Σκηνοθέτης ταινιών όπως το Δύο Καπνισμένες Κάννες και το Η Αρπαχτή, διαθέτει πείρα σε γρήγορες ταινίες και γνωρίζει πώς να δημιουργήσει δυναμικές καταστάσεις στις οποίες ο Χολμς και ο Γουάτσον συμμετέχουν, χωρίς να παρεκκλίνουν από τους χαρακτήρες τους. Με τις σκηνές να παγώνουν συνεχώς για την ανάδειξη της δράσης, με σούπερ αργές κινήσεις, πριν από την επιτάχυνση τους ή επανάληψη τους σε πραγματικό χρόνο, καταφέρνει και κρατάει την ενέργεια της ταινίας σε υψηλά επίπεδα. Και ο δεύτερος διαθέτει την απαραίτητη φαντασμένη προσωπικότητα η οποία ταιριάζει γάντι στον ήρωα του Χολμς, καταφέρνοντας να δημιουργήσει έναν γοητευτικό χαρακτήρα ο οποίος είναι ταυτόχρονα εκκεντρικός, ιδιοφυής και τρελός.

Πέρα από τους δυο αντίπαλους, όμως, ιδιαίτερο βάρος έχει δοθεί και στον Γουάτσον (πολύ καλός ο Jude Law) αφού πλέον οι δύο τους είναι σε μια πολύ πιο ισότιμη σχέση, με τον Χολμς να βασίζεται πάνω του όταν η ζωή του απειλείται και όταν χρειάζεται έναν συνέταιρο. Ο Jared Harris, από την άλλη, πλάθει έναν εξαιρετικό κακοποιό κάνοντας τον Μοριάρτι να φαντάζει σαν μια ισότιμη ιδιοφυΐα με τον Χολμς. Ο ανταγωνισμός τους οδηγεί σε ένα συναρπαστικό φινάλε, η λύση του οποίου είναι τόσο λαμπρά εκτελεσμένη που είναι αναζωογονητικό να βλέπεις την τελική αναμέτρηση μιας τέτοιας ταινίας να βασίζεται στην ανθρώπινη εξυπνάδα και όχι στην ικανότητα του καυγά. Μοναδικό μικρό μειονέκτημα ο χειρισμός του χαρακτήρα της Noomi Rapace. Δεν είναι κακός, απλά δεν κάνει και πολλά.

Η ετυμηγορία λοιπόν. Το «Sherlock Holmes 2: Το Παιχνίδι των Σκιών» είναι μια απίστευτα έξυπνη ταινία που απλά τυχαίνει να είναι και μια εξαιρετική ταινία δράσης την ίδια στιγμή.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

A Screaming Man [2/5]

Ένας πατέρας κι ο γιος του (Youssouf Djaoro και Dioucounda Koma) διαχειρίζονται μια πισίνα σε ένα ξενοδοχείο. Διδάσκουν μαθήματα, μαζεύουν τις πετσέτες, την κλείνουν το βράδυ. Ο Adam, ο πατέρας, αντιμετωπίζεται από σχεδόν όλους ως «πρωταθλητής» αφού κάποτε ήταν όντως πρωταθλητής κολύμβησης. Ο Abdel, ο γιος, ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του. Οι νέοι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, όμως, προσφέρουν στον Abdel τη δουλειά του πατέρα του και βάζουν υπεύθυνο τον Adam στην πύλη του ξενοδοχείου. Η μονότονη στολή στη νέα του θέση και η ταπεινωτική για τον ίδιο νέα του δουλειά, τον κάνει να αισθάνεται ότι μόνη επιλογή του είναι να απαλλαγεί από τον γιο του ώστε να μπορέσει να αναλάβει ξανά τη θέση του ως ο άνθρωπος της πισίνας.

Η ταινία ασχολείται με τον αγώνα ενός ανθρώπου με την αλλαγή. Αλλαγή ως προς την οικογένειά του που ωριμάζει, στη χώρα του που έχει δεχθεί επίθεση από αντάρτες, στο γεγονός ότι η παρηγοριά του στην εργασία του στην πισίνα τού έχει αφαιρεθεί μετά από μια ολόκληρη ζωή που πέρασε κοντά της. Μέσα σε όλη αυτή την αλλαγή, ο άνθρωπος προσπαθεί να δημιουργήσει κάποιου είδους σταθερά. Πρέπει να δώσει προτεραιότητα στην οικογένεια του, στην κοινωνία γύρω του ή στην ίδια του την ταυτότητα; Με αυτές τις σκέψεις παίρνει μια απόφαση που τον στοιχειώνει και τον κάνει να αγωνίζεται με το αν και πώς αυτή μπορεί να αντιστραφεί. Είναι έτσι όμως δομημένος ο χαρακτήρας του Adam που ξενίζει. Δεν φέρεται όπως οι κανονικοί άνθρωποι και οι επιλογές του δεν συνάδουν με την πραγματική, ανθρώπινη αίσθηση. Αυτή η προδοσία απέναντι στο ίδιο του τον γιο δεν είναι μόνο ότι είναι απίθανο να συμβεί, μεταφέρεται κι εκτός της οθόνης, έτσι ώστε κανένα από τα αντικρουόμενα συναισθήματα του Adam δεν επαληθεύονται από τους θεατές αποτρέποντας έτσι το κοινό από την κατανόηση του χαρακτήρα και από την δυνατότητα της μετέπειτα συγχώρεσης του. Ενώ ο Adam φαντάζει ένας περήφανος άνθρωπος, του οποίου η ταπείνωση δεν αποτελεί ισχυρό κίνητρο για μια τέτοια πράξη εναντίον του γιου του.

Το «Η Κραυγή ενός Ανθρώπου» αφήνει όλο το βάρος του στους θεατές να ανακαλύψουν το νόημα στην ταινία, μέσα όμως από μια ιστορία η οποία δεν φαίνεται σωστή. Ο Adam δεν μπορεί ποτέ να γίνει ο απλός, καθημερινός άνθρωπος που ο συγγραφέας/σκηνοθέτης τον θέλει να είναι, επειδή οι επιλογές του, όσο δύσκολες κι αν μπορεί να είναι, έχουν μηδαμινό ρόλο αναλογιζόμενοι την κατάσταση της ζωής του. Η ταινία είναι ένας στοχασμός πάνω στο πέρασμα του χρόνου και πώς είναι να βλέπεις τον εαυτό σου να αντικαθίσταται από τη νεότερη γενιά, αλλά και μια ταινία για την πολιτική κατάσταση και τον πόλεμο στο Τσαντ. Και ενώ συνολικά βλέπω με συμπάθεια τα πολιτικά θέματα της ταινίας και τη λεπτή κινηματογράφηση της και παρόλο που η ταινία έχει κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση, θεωρώ ότι είναι άξια ενός τέτοιου επαίνου, αλλά απλά δεν είναι για μένα.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

My Week with Marilyn [3.5/5]

Είμαστε τόσο απασχολημένοι με την εικόνα μιας διασημότητας, που συχνά ξεχνάμε ότι η εικόνα αυτή δεν είναι το πραγματικό πρόσωπο. Μας είναι επίσης πολύ εύκολο να κρίνουμε μια διασημότητα, όταν αποδειχθεί ότι είναι διαφορετική από την ιδέα που έχουμε γι’ αυτήν στο μυαλό μας ή ακόμα χειρότερα, όταν μπαίνει σε μπελάδες με τον νόμο. Υποθέτουμε ότι οι διάσημοι έχουν ό, τι θέλουν και ότι απλώς εκμεταλλεύονται το σύστημα, όταν πέσουν έξω. Μια τέτοια διασημότητα που έχει κριθεί και απασχολήσει τον τύπο αλλά και ολόκληρο τον κόσμο είναι αναμφισβήτητα η Marilyn Monroe.

Ποιος δεν θα ήθελε να είναι η Marilyn Monroe; Να έχει την ομορφιά της, τη γοητεία της αλλά και τη φωνή της, πράγματα που συμβαδίζουν με το ακαταμάχητο sex-appeal της. Άνδρες και γυναίκες την κοιτούν με δέος και θαυμασμό. Τα στούντιο ήθελαν διακαώς να δουλέψουν μαζί της. Και το χρήμα έρεε άφθονο για εκείνην αλλά και για όποιον είχε κάποια σχέση μαζί της. Όμως, πίσω από αυτήν την εικόνα βρίσκεται μια ανασφαλής, μελαγχολική γυναίκα που αντιμετωπίζει συνεχώς την κριτική και την προδοσία. Οι εραστές της αισθάνονται σαν να τους χειρίζεται και να υπονομεύει τα όνειρα τους. Οι συνεργάτες της την κρατούν χαπακωμένη έτσι ώστε να κοιμάται συνεχώς για να έχει τεράστιες ποσότητες ενέργειας όταν βρίσκεται μπροστά στην κάμερα. Σκηνοθέτες ουρλιάζουν γιατί είναι δύσκολο να συνεργαστούν μαζί της, παρά το γεγονός ότι αυτή απλά προσπαθεί να καταλάβει τον χαρακτήρα που παίζει. Το «Επτά Μέρες με τη Μέριλιν» μας παρουσιάζει με μια ματιά την πραγματική Marilyn Monroe, το πρόσωπο πίσω από τη διασημότητα.

Ένα ακριβές προφίλ του οριστικού συμβόλου του σεξ του 20ου αιώνα, όμως, είναι σίγουρα ένα δύσκολο έργο. Κι εδώ η ταινία δεν επιχειρεί να είναι μια πλήρης βιογραφία, αλλά απλώς μια σύντομη απεικόνιση της ύπαρξής της, η οποία επιτυγχάνεται καλύτερα αφού, μακριά από τη φρενίτιδα του λαμπερού Χόλιγουντ, η ιστορία εξελίσσεται στην ήσυχη αγγλική ύπαιθρο δίνοντας μας μια πιο οικεία μορφή της γυναίκας. Μιας γυναίκας που εδώ ερμηνεύεται από την Michelle Williams. Ποιος το περίμενε ότι η κοπελίτσα από το «Dawson`s Creek» θα θεωρούταν σήμερα μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της. Μετά το Μυστικό του Brokeback Mountain και το Blue Valentine, η Williams βαδίζει ολοταχώς για την τρίτη της οσκαρική υποψηφιότητα και γιατί όχι, τη νίκη. Η ομορφιά και το χάρισμα της Monroe παρουσιάζονται σε εντυπωσιακό βαθμό από την ίδια. Ενσαρκώνει τέλεια το νευρικό άγχος της, την έλλειψη αυτοπεποίθησης, τη συνεχή ανάγκη της για αποδοχή και την ικανότητα της να γοητεύει. Αντιλαμβάνεται, επίσης, την πραγματική Marilyn Monroe. Δεν είναι μόνο η Williams μια μεγάλη ηθοποιός, αλλά δείχνει και ότι η Marilyn Monroe είναι μία από τις μεγαλύτερες ηθοποιούς. Σε μια υπέροχη σκηνή όπου βομβαρδίζεται από ένα κοπάδι ανδρών, η Marilyn γυρνά στον παρτενέρ της και ρωτά: «Να γίνω εκείνη;» και μεμιάς μετατρέπεται από ένα σκεπτικό νεαρό κορίτσι σε μια σεξοβόμβα. Κανείς δεν ήξερε το πραγματικό πρόσωπο της Marilyn Monroe, επειδή ήταν τόσο καλή στο καμουφλάρισμα του.

Και ενώ η Michelle Williams σε σαγηνεύει σε σημείο που όταν δεν βρίσκεται στην οθόνη την αποζητάς, η ίδια η ταινία είναι ήπια. Το σενάριο απλά εξιστορεί τα γεγονότα χωρίς ανατροπές, χωρίς εκπλήξεις, με κανένα μυστικό, καμία ασάφεια, κανένα σκοτάδι, τίποτα που θα μπορούσε να πάει την ταινία ένα σκαλί παραπέρα. Ο σκηνοθέτης, λίγο-πολύ, απλά μας τροφοδοτεί με το «μετά την αυτοκτονία» κλισέ που θέλει την Monroe να είναι ένα μοναχικό και αφελές παιχνίδι σε έναν κόσμο ανδρών, το οποίο είναι μεν διασκεδαστικό αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Θα μπορούσαν να είχαν κάνει πολύ περισσότερα με το χαρακτήρα της, να την δείξουν εκτός ελέγχου, αινιγματική, μυστηριώδη, αυτό που πραγματικά πιστεύω ότι ήταν.Κάπως έτσι, λοιπόν, η ταινία χάνει κάπου την αξία της σεναριακά. ενώ κάποιοι μπορεί να την βρουν και βαρετή.

Καλλιτεχνικά τώρα, η ταινία είναι άριστη. Σκηνικά, κοστούμια, φωτογραφία απεικονίζουν πολύ όμορφα κι εύστοχα την όμορφη καλοκαιρινή Αγγλία, ενώ η μουσική επένδυση απογειώνει το έργο. Στους δεύτερους ρόλους, ο Kenneth Branagh είναι εξαιρετικός στην απεικόνιση του Laurence Olivier που παλεύει για να γίνει διάσημος σταρ, ο βραβευμένος με Tony, Eddie Redmayne, είναι πολύ καλός ως ο μόνος άνθρωπος που φαίνεται να καταλαβαίνει ποια πραγματικά είναι η Marilyn και την ερωτεύεται, και πάντα μα πάντα ειδική μνεία στην υπέρτατη Judi Dench που με δυο-τρεις ατάκες κλέβει όλες τις σκηνές που εμφανίζεται. Το «Επτά Μέρες με τη Μέριλιν» είναι ένα γλυκό και συγκινητικό έργο που μιλά για τα παρασκήνια του Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια μεταφέροντας μας στην χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, κάτι που από μόνο του είναι λόγος να δεις την ταινία. Προσθέστε εδώ τον μύθο της Marilyn Monroe και την ανεπανάληπτη ερμηνεία της Williams και αυτό που έχετε είναι μια από τις πιο ελκυστικές ταινίες της χρονιάς.

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Puss In Boots [2/5]

Βλέποντας την ταινία μεταγλωττισμένη, έκτος από σπάνιες περιπτώσεις, πάντα χάνει κάτι από την αξία της. Αν και πιστεύω ότι είναι η ίδια η ιστορία της ταινίας ο βασικός λόγος που δεν την ευχαριστήθηκα τόσο πολύ.

Η ταινία αποτελεί spin-off από το Σρεκ, εστιάζει στον χαρακτήρα του Γάτου Σπιρουνάτου και με την προσθήκη πολλών περιέργων χαρακτήρων, όπως ένα ομιλών αυγό, μια μικρή χρυσή χήνα και ένα πλήθος γατών, καταφέρνει να έχει ένα έξυπνο χιούμορ με αρκετά πνευματώδη πειράγματα και αναφορές. Διαθέτει, δε, ένα εξαιρετικό animation (παρατηρήστε την υφή του κοστουμιού της Kitty Softpaws που μοιάζει με πραγματικό δέρμα) ενώ το 3D είναι ένα από τα καλυτέρα που έχω δει. Υπάρχει γενικά μια αφθονία όμορφων εικόνων και χρωμάτων στην ταινία. Αλλά αυτό το «ανόητο» animation πάσχει από έλλειψη πρωτοτυπίας και διαθέτει μια προβλέψιμη πλοκή με ένα άνευ ενδιαφέροντος στόρι προδοσίας.

Με την απλότητα της να είναι λίγο απογοητευτική για τους ενήλικες, συνολικά το «Puss in Boots» είναι άπλα διασκεδαστικό και χαριτωμένο, αλλά θα αρπάξει, από την άλλη, τις καρδιές των παιδιών που σίγουρα θα το απολαύσουν.

The Artist [4.5/5]

Η πιο μαγική στιγμή στο «The Artist» είναι στην έναρξη, όταν η εικόνα στο πανί σβήνει, η μουσική σωπαίνει σιγά-σιγά και αυτό που μένει είναι αυτός ο, άγνωστος στο ευρύ κοινό, ηθοποιός να στέκεται καθώς ο θόρυβος του προβολέα ακούγεται στο παρασκήνιο. Είναι μια ονειρεμένη στιγμή, ύμνος στον κινηματογράφο.

Ως επί το πλείστον, σε μια σιωπηλή και μαυρόασπρη ταινία είναι δύσκολο να εξηγήσουμε τι είναι αυτό το τόσο εξαιρετικό στην πλοκή της που σε συναρπάζει, ενώ είναι περισσότερο το ύφος της ταινίας, που δικαιολογεί την υψηλή βαθμολογία. Η ταινία ιδιοποιείται όμορφα το λεξιλόγιο της σιωπηλής εποχής. Οι οπτικές ενδείξεις του φωτός και οι σκοτεινές σκιές είναι πολύ σημαντικές εδώ, διότι δεν υπάρχει ήχος να ενημερώσει την αφήγηση. Όταν ένα πλήθος χειροκροτεί άγρια σε μια σκηνή, δεν ακούμε τίποτα. Σε μια άλλη όταν ο πρωταγωνιστής σηκώνει τα χέρια στο κεφάλι του και κοιτάζει στον ουρανό για να ουρλιάξει, ο ήχος είναι εκκωφαντικός μέσα στη σιωπή. Στη θέση της οποίας, έχουμε μια πλούσια (ως επί το πλείστον) μουσική παντρεμένη με την πανέμορφη αντίθεση του ασπρόμαυρου φιλμ.

Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Michel Hazanavicius αγαπά σαφώς τη γλώσσα του κινηματογράφου και με μια σειρά από σκηνές αναλαμβάνει να εξιστορήσει την ιστορίας αγάπης της ταινίας του. Καρέ προς καρέ είναι γεμάτα με μια αίσθηση κατάπληξης και όμως είναι εξαιρετικά απλά στην σύλληψη τους. Παρατηρήστε τον τρόπο που η δυσαρεστημένη νοικοκυρά (Penelope Ann Miller) μουντζουρώνει αφηρημένα το πρόσωπο στις φωτογραφίες του συζύγου της ή πώς η Missi Pyle μάς δίνει, ξεκαρδιστικά, να καταλάβουμε όλη τη σχέση με τον συμπρωταγωνιστή της με μια μόνο ματιά.

Ένα σιωπηλό ερωτικό γράμμα προς τις πρώτες ημέρες του κινηματογράφου, αυτό το αριστούργημα χρησιμοποιεί τον ήχο ή την έλλειψη αυτού με ευφάνταστους τρόπους και έχει την ακριβή εμφάνιση και αίσθηση μιας ταινίας γυρισμένης τη δεκαετία του 1920. Κρατάει, όμως, τα καλύτερα στοιχειά από τις πραγματικές ταινίες εκείνης της εποχής. Δεν λείπουν καρέ και οι κινήσεις των ηθοποιών είναι ρευστές, όχι νευρικές ή βιαστικές. Διάτιτλοι χρησιμοποιούνται, αλλά με φειδώ, επιτρέποντας στον θεατή να συνδεθεί με τους χαρακτήρες, μέσα από την ανάγνωση των χειλιών και τις χειρονομίες των ηθοποιών, οι οποίοι βασίζονται σε εκφράσεις του προσώπου και τη γλώσσα του σώματος για να δείξουν συναίσθημα, αλλά η εκτέλεση τους είναι συγκρατημένη αποφεύγοντας μελοδραματικά πρόσωπα όπως στις παραγωγές της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Αυτή είναι η σιωπηλή εποχή όπως την έχουμε φανταστεί τώρα. Ο Hazanavicius σκηνοθετεί χρησιμοποιώντας τη μορφή και, ναι, τα κλισέ της εποχής και φτιάχνει μια βαθιά, πολύ σύγχρονη ταινία για το πώς ο κινηματογράφος μάς μαγεύει και μας συγκινεί. Το «The Artist» είναι γοητευτικό από την αρχή μέχρι το τέλος, με τους Dujardin και Bejo να λάμπουν σε κάθε σκηνή.

Με το Ο Πατριώτης να είναι η τελευταία σιωπηλή ταινία που προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1929, νομίζω ότι αυτό φέτος θα αλλάξει. Χρειάζεται κότσια για να κάνεις μια βουβή ταινία το 2011. Το γεγονός ότι είναι τόσο καλή, είναι απλώς ένα πρόσθετο όφελος. Ως κομμάτι ιστορίας, συλλαμβάνει έξοχα την περίοδο του ερχομού του ήχου, αλλά ως πλοκή μιλάει επίσης για το εγώ και τον μεταβατικό χαρακτήρα της φήμης. Με μια λέξη, είναι εντυπωσιακό και θυμίζει τα κλασσικά έργα όπως το Τραγουδώντας στη Βροχή, το Η Λεωφόρος της Δύσεως κ.α. Τολμώ να πω ότι κατατάσσεται δίπλα σε αυτά.

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Νήsos 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού [1/5]

Κι εκεί που το Νήsos αποτελούσε μια άνιση μεν αλλά με αρχή, μέση και τέλος ελληνική ταινία που διέθετε μια πλοκή στην οποία είχε πέσει μια κάποια δουλειά, έρχεται το «Νήsos 2: Το Κυνήγι του Χαμένου Θησαυρού» να μας διαλύσει όλες τις ελπίδες για καλό «εμπορικό» ελληνικό σινεμά.

Με ένα σενάριο που δεν βοηθά καθόλου τους μονοδιάστατους χαρακτήρες να αναπτύξουν κάτι αξιόλογο, ολόκληρη η ταινία κινείται σ’ ένα παρόμοιο επίπεδο με την πρώτη. Αλλά ότι έμοιαζε έξυπνο και πρωτότυπο στο πρώτο μέρος, εδώ χάνει την άξια του και μοιάζει αναμασημένο έτοιμο προϊόν προς άμεση κατανάλωση.

Με τη διαδρομή από την αρχή μέχρι το τέλος να μην επιφυλάσσει εκπλήξεις, στο «Νήsos 2» είναι εντονότατη η αίσθηση του φιλμ που είναι χτισμένο στη λογική τού προσλαμβάνουμε 5-6 τηλεοπτικά αναγνωρίσιμα πρόσωπα, βάζουμε και δυο-τρία χοντροκομμένα αστεία και έχουμε έτοιμο το υλικό να βγει στις αίθουσες. Μονό που στην συγκεκριμένη περίπτωση, η ταινία δεν έχει και πολύ πλακά. Ολόκληρη η πλοκή της βασίζεται στην αφέλεια, τα κυνηγητά και τις συμπτώσεις υποβιβάζοντας το θέαμα στα επίπεδα τηλεοπτικού σίριαλ.

Φωτεινές στιγμές στην ταινία που βγάζουν γέλιο είναι όταν εμφανίζεται η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου γιατί μόνο τότε το χιούμορ είναι έξυπνο, ενώ απίστευτα low-point είναι οι δυο μικρού μήκους ταινίες που παρεμβάλλονται στη διάρκεια της. Κρίμα γιατί, όπως και στη πρώτη ταινία, μου είναι αδύνατο να διώξω από το μυαλό μου τη σκέψη τού πόσο καλή ταινία θα μπορούσε να είναι.

Take Shelter [3/5]

Η ταινία αποτελεί μια πραγματική μάχη ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Ο Nichols δημιουργεί το τέλειο μίγμα αγωνίας, δράματος και παραφροσύνης ενώ καταφέρνει και κρατά την ταινία σε μια τεταμένη ένταση παραμένοντας ενοχλητική για τον θεατή σε όλη την διάρκεια της. Το «Καταφύγιο» είναι μια ταινία τρόμου που δεν μοιάζει με καμία άλλη, γιατί δεν έχει καμία σχέση με τέρατα ή φαντάσματα. Αντ’ αυτού, επιτρέπει την αίσθηση του τρόμου να μας καταβάλλει με πράγματα οικεία για μας.

Η οικονομική και οικολογική κρίση, η ψυχική υγεία, η δυναμική της οικογένειας, η ψυχολογία του πώς δημιουργούμε οι ίδιοι τα προβλήματα μας ... είναι όλα εδώ, θαμμένα σε μια ταινία που μιλάει για τόσα πολλά πράγματα, και όμως, αφηγηματικά, είναι τόσο απλή. Με ένα θέμα που μπορεί να ληφθεί και ως μια αλληγορία για την αβεβαιότητα απέναντι στους δύσκολους καιρούς καθώς και για την υποστήριξη των αγαπημένων μας ενόψει των αυξανόμενων δυσκολιών που θα συναντήσουμε η ιστορία εδώ είναι βαθιά και περίπλοκη.

Δυνατό χαρτί της ταινίας το πρωταγωνιστικό δίδυμο. Ο Michael Shannon είναι απίστευτος στον ρόλο ενός συζύγου και πατέρα που αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο φόβο του: να χάσει την οικογένειά του. Χωρίς να είναι σίγουρος αν θα είναι από μια πιθανή καταιγίδα που έρχεται ή αν η καταιγίδα είναι το αποτέλεσμα μιας οικογενειακής ασθένειας που φοβάται πως έχει. Βλέποντας τη ζωή, και την ψυχική υγεία, του να ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του, μπορεί να είναι συγκρατημένος το ένα δευτερόλεπτο και να χάνει τον έλεγχο το επόμενο. Ανησυχία, αγάπη, απογοήτευση, θυμός και συμπόνια έχουν οντότητα και εκδηλώνονται στο απίστευτα εκφραστικό πρόσωπο του. Αντίθετα, η Jessica Chastain είναι η προσωποποίηση της γεμάτης ζεστασιάς και συμπόνιας αφοσιωμένης συζύγου, που απεγνωσμένα προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει. Στοργική όταν πρόκειται για την οικογένειά της, αλλά από τη στιγμή που ο σύζυγος της κάνει μερικά πράγματα εν αγνοία της, βλέπουμε μια διαφορετική πλευρά της. Όταν αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα τής κατάστασής του, καταφέρνει να κάνει τον θεατή να συμπάσχει μαζί της.

Ολόκληρη η ταινία δεν απογοητεύει, μέχρι τα τελευταία 10 λεπτά. Ο σκηνοθέτης κλείνει την ταινία με ένα ανοιχτό όσο κι αναπάντεχο τέλος. Αλλά υπάρχει σε αυτό νόημα ή ήταν, στην τελική, απαραίτητο ένα τέτοιο τέλος; Καθόλου κι αν μη τι άλλο, έκανε όλη την ταινία λιγότερο ενδιαφέρουσα για μένα, επειδή μετατόπισε το κέντρο βάρους της από θέματα ψυχικής υγείας σε κάποιο απροσδιόριστο ασαφές φάντασμα, παύλα, όραμα. Παραδέχομαι ότι υπάρχει μια τέχνη σε ένα αμφιλεγόμενο τελείωμα αλλά εδώ ο σεναριογράφος ζητά από τον θεατή, πολύ ξεκάθαρα, να αποκρυπτογραφήσει την έννοια του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά είναι κάπως παράξενο κι απωθητικό λαμβάνοντας υπόψη τη λεπτότητα της προσέγγισης του θέματος της ταινίας μέχρι εκείνο το σημείο. Με πολλή συγκίνηση και σασπένς, η ταινία διερευνά κατά πόσο ένα άτομο έχει χάσει το μυαλό του ή όχι, και ανεξάρτητα από το ποια είναι η απάντηση, το «Καταφύγιο» παραμένει μια αξέχαστη εμπειρία στο σινεμά με καθηλωτικές ερμηνείες από τους Shannon και Chastain.

Mission: Impossible – Ghost Protocol [2/5]

Το, περιέργως ακόμα συμπαθές, franchise αποτελεί ένα από τα πιο άνισα στην κινηματογραφική ιστορία, με την ποιότητα να ανεβοκατεβαίνει από το ένα έργο στο άλλο. Το πρώτο έργο του Brian De Palma, εγώ δεν το θυμάμαι ως μια ταινία δράσης. Ίσως η μνήμη μου είναι ελαττωματική αλλά ήταν λίγο πολύ ένα κατασκοπικό θρίλερ. Πιο αργό σε ρυθμό απ’ ότι οι συνέχειες που ακολούθησαν και περισσότερο εξαρτώμενο από την ένταση και την πονηριά, παραμένει ακόμα το καλύτερο της σειράς. Στην συνεχεία τον John Woo που εισήγαγε τη δράση δημιουργώντας το απαράδεκτο M:I2, ενώ την σκυτάλη πήρε αμέσως μετά ο J.J. Abrams ο οποίος κατάφερε να προσθέσει κάποια διασκέδαση και προσωπικότητα στο franchise, μετατρέποντας το αρκετά καλό Mission: Impossible 3 σε αυτό που πλέον είναι γνωστό ως «θεαματική δράση», με εντυπωσιακές σκηνές, με απίστευτα τεχνολογικά gadget και με έξυπνες δόσεις χιούμορ εκεί που πρέπει.

Με τις ερμηνείες σε αυτό το είδος να περνούν πάντα σε δεύτερη μοίρα, όλα τα συστατικά των τριών προηγούμενων επιστρέφουν, όχι όμως στον βαθμό που περιμένεις. Δράση υπάρχει αλλά όχι αρκετή, gadget υπάρχουν αλλά όχι πολύ επιτυχημένα, θεαματικές σκηνές υπάρχουν, με αποκορύφωμα αναμφίβολα το ήδη γνωστό Burj Khalifa κομμάτι στο Ντουμπάι, μια σκηνή που ειλικρινά σου κόβει την ανάσα, αλλά παρόλα αυτά φαντάζουν λίγες. Ο Brad Bird (στην πρώτη του live-action ταινία) σκηνοθετεί μια οπτικά εντυπωσιακή και άκρως ψυχαγωγική ταινία που όμως, όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, έχεις την αίσθηση ότι κάτι έλειπε. Και αυτό είναι ένα δυνατό στόρι. Η ταινία ξεκίνα δυναμικά με θετικό το γεγονός ότι όπως και στο πρώτο φιλμ, το τέταρτο μέρος εστιάζει λιγότερο στο χαρακτήρα του Ethan Hunt και περισσότερο στην δυναμική της ομάδας, δίνοντας την ευκαιρία στους χαρακτήρες να επιτύχουν το απίστευτο με τη χρήση ενός σούπερ υπολογιστή ή κάποιας άλλης εξαιρετικής συσκευής. Ξεφουσκώνει, όμως, πολύ γρήγορα αφού το ερώτημα που έχεις καθώς την παρακολουθείς είναι γιατί γίνονται όλα αυτά…

Φυσικά και υπάρχουν ανάλογου τύπου ταινίες που δεν δίνουν σωστές ή λογικές εξηγήσεις αλλά ακόμα κι αυτές δεν φαντάζουν τόσο ανούσιες όσο το «Πρωτόκολλο Φάντασμα». Αυτό συμβαίνει γιατί ποτέ δεν εξηγούνται οι πραγματικοί στόχοι του κακού της υπόθεσης (πιο μονοδιάστατος ρόλος από αυτόν του Michael Nyqvist δεν έχει γραφτεί) αφού θέλει να φέρει ΗΠΑ και Ρωσία σε πόλεμο, απλά γιατί μπορεί! Χωρίς έναν αξιόλογο αντίπαλο αυτό που μένει είναι οι πρωταγωνιστές να παλεύουν να σώσουν τον κόσμο από κάτι που ξέρουμε εξαρχής ότι δεν θα καταφέρει να τους νικήσει. Αν μπορείτε να τα δεχτείτε όλα αυτά, τότε το μονό σίγουρο είναι ότι θα διασκεδάσετε.

Margin Call [4/5]

Μια μέρα στη ζωή του καπιταλισμού, όχι όμως μια οποιαδήποτε ημέρα αλλά η επόμενη ημέρα. 24 ώρες από τη ζωή ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (φανταστείτε κάτι σε Lehman Brothers), στο οποίο επικρατεί πανικός όταν αποκαλύπτεται μετά από έρευνα ένα λάθος. Ένα λάθος που με αλυσιδωτές αντιδράσεις απειλεί με κατάρρευση όχι μόνο της εταιρίας αλλά και ολόκληρου του οικονομικού συστήματος.

Με μια μεθοδική και ψύχραιμη αφήγηση και με μια επίκαιρη παραγωγή που χρησιμοποιεί το φόντο της πραγματικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος J.C. Chandor χτίζει σταδιακά τους χαρακτήρες του και δημιουργεί μια αίσθηση τρόμου. Από την πρώτη, συγκλονιστική, σκηνή το βλέμμα σου είναι καρφωμένο στην οθόνη κι εκεί παραμένει καθ` όλη την διάρκεια.

Η οικονομική κατάρρευση μιας τράπεζας δεν είναι ένα τυπικό θέμα για ψυχαγωγία. Βήμα-βήμα περιγράφονται κι αναλύονται τα στάδια που οδηγούν στην πτώση, αλλά το έξυπνο εδώ είναι ότι αυτό γίνεται με κατανοητό τρόπο. Φυσικά και υπάρχουν οικονομικές ορολογίες αλλά οι δημιουργοί της ταινίας γνωρίζουν ότι απευθύνονται και σε κόσμο που δεν ξέρει και χρησιμοποιούν τα «απλά αγγλικά». Μέσα από συζητήσεις στις αίθουσες συνεδριάσεων, ο Chandor παίρνει τους άμεσα εμπλεκόμενους και μπαίνει βαθιά στο χρηματοοικονομικό σύστημα της εποχής μας όπου οι άνθρωποι είναι αθλητές με τους μισθούς, αντί αριθμών, στην πλάτη τους. Ενώ, η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή του Margin Call είναι η ισορροπία με την οποία κάθε χαρακτήρας παρουσιάζεται. Η κλιμάκωση της ταινίας επιτρέπει στην δημιουργία ενός πολύπλευρου πορτρέτου για το πώς κάθε ένας από αυτούς τους ανθρώπους εξουσίας ανταποκρίνεται σε ένα ηθικό και υλικό δίλημμα ερευνώντας παράλληλα τις κατηγορίες των προσωπικοτήτων που λαμβάνουν αποφάσεις όπως αυτές, αποφάσεις που θα επηρεάσουν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Μια προσέγγιση που βοηθά τους θεατές να ταυτιστούν με κάποιους από τους κύριους υπευθύνους της συνεχιζόμενης κρίσης, των οποίων οι εκτεταμένες επιλογές διαβρώνουν γρήγορα την εμπιστοσύνη μας στο σύστημα.

Ξεκινώντας από τους χαμηλόμισθους και ανεβαίνοντας σταδιακά φτάνοντας μέχρι τον Διευθύνων Σύμβουλο της εταιρείας, John Tuld (Jeremy Irons), ο οποίος εμφανίζεται με ένα ελικόπτερο, η ταινία είναι μια διατριβή πάνω στη δεοντολογία και την ηθική. Και ό, τι λέγεται, δεν είναι τόσο σημαντικό. Τι είναι πιο σημαντικό… είναι αυτό που δεν λέγεται. Αυτό που υπονοείται. Ό, τι εμπίπτει στην εκκωφαντική σιωπή μεταξύ των ευφυέστατων διαλόγων. Αυτή η ρεαλιστικότητα στην όλη ταινία πετυχαίνεται και λόγω του πραγματικά ονειρεμένου καστ της ταινίας. Ο Kevin Spacey και οJeremy Irons κλέβουν την παράσταση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Simon Baker, Stanley Tucci, Penn Badgley και Demi Moore δεν είναι εξαιρετικοί. Μοναδική παραφωνία ο Paul Bettany, ο οποίος νομίζω ότι άλλαξε 3 με 4 φορές προφορά κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Κατά ένα μέρος θρίλερ, κατά ένα μέρος μελέτη χαρακτήρων και κατά ένα μέρος κατηγορητήριο για την ανεξέλεγκτη απληστία στο σημερινό οικονομικό σύστημα, το Margin Call αποτελεί ένα δυνατό δράμα που μιλάει έξυπνα για την εποχή που ζούμε. Μη το χάσετε.

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Καλό Σαββατοκύριακο!!

Από δευτέρα έρχονται κριτικές για:


Margic Call
Take Shelter
This Must Be The Place
Mission Impossible 4
Νήσος 2
50/50
The Artist
Puss In Boots
My Week With Marylin

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

In Time [2/5]

Η ιδέα για μια κοινωνία που οι πλούσιοι ζουν περισσότερο σε βάρος των φτωχών, που πεθαίνουν νωρίς με το προσδόκιμο ζωής να είναι η νομισματική μονάδα αποτελεί ένα ωραίο και πρωτότυπο θέμα. Ο συγγραφέας/σκηνοθέτης Andrew Niccol (Gattaca, The Truman Show) ενώ διαθέτει, στα χαρτιά τουλάχιστον, μια εξαιρετική υπόθεση, βγαλμένη λες και από μυθιστόρημα του Philip K. Dick, φαίνεται να μην γνωρίζει τι να την κάνει αφού αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητες για μια sci-fi αλληγορία για την τρέχουσα οικονομική κρίση ή μια κοινωνική κριτική του κόσμου που το σενάριο τού παρέχει απλόχερα.

Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μια κριτική του φόβου του πολιτισμού μας για το γήρας και τον θάνατο, είναι όμως έτσι δομημένη και σκηνοθετημένη που κάτι τέτοιο απλά δεν υφίσταται. Η δράση προχωρεί αργά με τυχαίες εκρήξεις βίας, πολλά ερωτήματα μένουν αναπάντητα, θέματα δεν αναπτύσσονται, ενώ από ένα σημείο και μετά αυτό που ξεκινά ως μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα καίγεται πολύ γρήγορα και μετατρέπεται σε μια ταινία με ένα πρωταγωνιστικό ζευγάρι να αποτελεί ένα αντίστοιχο φουτουριστικό «Μπόνι και Κλάιντ» και να τρέχει σε έναν αγώνα δρόμου ενάντια στον χρόνο. Υπάρχει φυσικά μια αόριστα σοσιαλιστική άποψη στο θέμα της ανακατανομής του πλούτου, δεν είναι όμως ποτέ σαφές ποιος είναι ο τελικός στόχος για τους δύο ληστές πρωταγωνιστές, έχοντας ως αποτέλεσμα να νιώθεις σαν να χάθηκε κάτι στην διάρκεια.

Οι Justin Timberlake, Amanda Seyfried και Cillian Murphy είναι αξιοπρεπέστατοι και δεν θα βγουν ζημιωμένοι. Η ταινία είναι διασκεδαστική, πολλές φορές όμως έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το ρολόι. Πραγματικά ενδιαφέρουσα ιδέα... πραγματικά λανθασμένη εκτέλεση!

New Year's Eve [1.5/5]

Με την παρέλαση μιας πληθώρας αστέρων, το New Year’s Eve είναι το είδος της ταινίας που δαπανά περισσότερα χρήματα για ένα, όχι και τόσο ταλαντούχο, αλλά πολύ γνωστό καστ, χωρίς να ενδιαφέρεται για μια καλή σκηνοθεσία, για ένα σενάριο που να αξίζει, κ.τ.λ.

Κλασικά, λοιπόν, σε τέτοιου είδους ταινίες το πρόβλημα είναι ότι κάποιες ιστορίες είναι καλές, κάποιες μέτριες και κάποιες πραγματικά κακές. Στο New Year’s Eve, πέραν από μια-δυο κάπως συμπαθητικές (Michelle Pfeiffer: παντοτινή αξία), όλες οι υπόλοιπες αποτελούν πιθανότατα υλικό που δεν χωρούσε στο Valentine’s Day. Έτσι, με την πολύ εύκολη και απλή μετάθεση της ημέρας από 14 Φεβρουαρίου σε 31 Δεκεμβρίου έφτιαξαν αυτό εδώ το έτοιμο για ευρεία κατανάλωση πρωτοχρονιάτικο έργο που προσπαθεί να μας πείσει ότι χωρίς έρωτα και αγάπη, χαΐρι στην ζωή σου δεν θα δεις!

Δεν θα περάσετε άσχημα αφού παρόλο το χιλιοειπωμένο θέμα της, αυτού του είδους οι ταινίες καταφέρνουν να σε διασκεδάζουν. Απλά, πραγματικά αναρωτιέμαι ποια είναι τα επόμενα σχέδια του σκηνοθέτη… το «Thanksgiving Day»;;;

Shark Night 3D [1/5]

Μετά το περσινό Piranha 3D, φέτος έχουμε το Shark Night 3D. Κι ενώ το πρώτο αποτελούσε το απόλυτο splatter με την διασκέδαση να φτάνει στο αποκορύφωμα της, φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και για το δεύτερο.

Μια ομάδα έξι κολεγιόπαιδων παίρνουν τα τέλεια σμιλεμένα σώματα τους, πηγαίνουν ανυποψίαστα για ένα χαλαρωτικό Σαββατοκύριακο και... ναι, μάντεψες σωστά, αυτό ακριβώς που νομίζεις, συμβαίνει. Απλά σε 3D.

Σπαταλώντας πολύ χρόνο για τους αδιάφορους χαρακτήρες της ταινίας και με όλες αυτές τις επεξηγήσεις κι αναλύσεις για το πώς οι καρχαρίες βρέθηκαν στην λίμνη, τι ειδή καρχαριών υπάρχουν εκεί και ούτω καθεξής, οι σεναριογράφοι κάνουν ένα μέγα λάθος. Παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά χάνοντας την ευκαιρία να το διασκεδάσουν και μαζί να ψυχαγωγήσουν και τους θεατές, κάτι που οι δημιουργοί του περσινού Piranha ήξεραν καλά.

Όταν τελικά οι καρχαρίες κάνουν την εμφάνισή τους, πουθενά σε οποιαδήποτε από τις σκηνές δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος αγωνίας ή σοκ ή πρωτοτυπίας. Ενώ κάποιες σκηνές, τις οποίες πραγματικά θα ήθελα να περιγράψω για να καταλάβετε πόσο κακογραμμένο φιλμ είναι, απλά θα σου προκαλέσουν το γέλιο. Το αποτέλεσμα, λοιπόν, είναι μια φτωχή παραγωγή, με κάπως άσχημα εφέ, χωρίς πολύ αίμα, χωρίς πολύ γυμνό και με ένα 3D να υπάρχει, επί της ουσίας, σε… μια σκηνή!!! Νοικιάστε ξανά τα Σαγόνια του Καρχαρία…

King of Devil's Island [3.5/5]

Βρισκόμαστε στο 1915, στο απομονωμένο, χειμωνιάτικο Bastoy. Εδώ βρίσκεται ένα σχολείο μεταρρύθμισης για αγόρια που έχουν παραβεί το νόμο. Η ταινία ανοίγει με την άφιξη ενός νέου κρατούμενου, του επαναστατικού Erling (Benjamin Helstad). Στην πρώτη συνάντησή του με τον διευθυντή (πολύ καλός ο Stellan Skarsgard), του δηλώνει ότι η αποστολή του σχολείου είναι να βρουν τον καλό χριστιανό που κρύβεται μέσα στα αγόρια. Αμέσως, ο Erling παίρνει την απόφαση να αποδράσει.

Διαθέτοντας πολλές από τις συμβάσεις τέτοιου είδους ταινιών, όπως σεξουαλική κακοποίηση, αυτοκτονία κι ανεπιτυχείς αποδράσεις, και με την ισχυρή πειθαρχία, την ιεραρχία μεταξύ των κρατουμένων, τις σκληρές τιμωρίες όταν παραβιάζουν τους κανόνες και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του διευθυντή να δίνουν το παρόν για να υποστηρίξουν το κύριο θέμα, ο σκηνοθέτης Marius Holst καταφέρνει και δίνει στο όλο εγχείρημα μια φρέσκια ματιά κάνοντας σας να νιώθετε ότι το βλέπετε για πρώτη φορά.

Ο Erling (Benjamin Helstad) είναι ο επαναστάτης. Ο ξανθός Olav (Trond Nilssen) είναι ο ηγέτης του κοιτώνα, ένας τρόφιμος παράδειγμα για τους άλλους, και ο Ivar (Magnus Langlete) είναι το θύμα. Με το βασικό συστατικό όλων των ταινιών που έχουν να κάνουν με φυλακές κι αποδράσεις, την ανάπτυξη δηλαδή ενός αισθήματος υποστήριξης για τους αδύναμους που θέλουν να ξεφύγουν, να διατηρείται αναλλοίωτο, το Βασιλιάς σε μια Κόλαση από την πρώτη κιόλας εισαγωγική σκηνή καταφέρνει να σε ρουφήξει στο σκληρό περιβάλλον του και να μην σε αφήσει ούτε στιγμή. Γυρισμένο σε αποχρώσεις του μπλε και του γκρι και με εκπληκτική φωτογραφία από τον John Andreas Andersen, το έργο αποπνέει μια μελαγχολία. Παράλληλα, το απίστευτα καλογραμμένο σενάριο με αρκετό ρεαλισμό δίνει ώρα στους χαρακτήρες να ξεδιπλωθούν και αφήνει τους ηθοποιούς να κάνουν ότι καλύτερο μπορούν. Ο Helstad και ο Nilssen, μάλιστα, δημιουργούν δυο απίστευτα λεπτομερείς κι αντιθέτους χαρακτήρες που εξελίσσονται σε όλη την διάρκεια της ταινίας. Αναπτύσσεται μια φιλία μεταξύ τους, κάτι που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον, και κερδίζει πόντους αφού σε κάνει να νοιάζεσαι ακόμα περισσότερο για αυτούς.

Μην παίρνοντας το μέρος καμιάς πλευράς και αφήνοντας τον θεατή να επιλέξει και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, αυτό το σκοτεινό κεφάλαιο στην ιστορία της Νορβηγίας είναι ένα καθηλωτικό δράμα για την ενηλικίωση, τη φιλία, την αδικία και την κατάχρηση της εξουσίας. Με την ταινία να τελειώνει με μια αιματηρή εξέγερση και μια συναρπαστική μάχη για τη ζωή σε μια παγωμένη θάλασσα, το Βασιλιάς σε μια Κόλαση μπορεί να το έχουμε δει στο παρελθόν, αλλά όταν γίνεται τόσο καλά… τι σημασία έχει.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Moneyball [3/5]

Το Moneyball είναι μια αληθινή ιστορία. Βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα με το ίδιο όνομα από τον Michael Lewis, που καταγράφει το χρονικό της ζωής του Billy Beane, γενικού διευθυντή των Oakland Athletics. Σε αυτό το σημείο της ζωή του που παρακολουθούμε, η ομάδα του είναι στα χειρότερα της και ψάχνει να βρει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα απέναντι στις άλλες ομάδες και να κερδίσει. Έτσι, αντί της φυσικής κατάστασης και της φήμης, ο Beane (Brad Pitt), μαζί με τον νέο βοηθό του, Peter Brand (Jonah Hill), θα χρησιμοποιήσουν στατιστικά στοιχεία για τη μελέτη της αξίας των παικτών και θα αλλάξουν το παιχνίδι για πάντα.

Παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, δεν έχω καμία γνώση πάνω στο μπέιζμπολ, ούτε είχα ακουστά ποτέ τον Billy Beane. Βλέποντας το Moneyball, όμως, μπορώ να διαβεβαιώσω πως, παρόλο που διαθέτει φυσικά κάποια ορολογία και ονόματα, δεν προορίζεται μόνο για τους οπαδούς του μπέιζμπολ που στο κάτω-κάτω δεν είναι και τόσοι πολλοί στην Ελλάδα. Ο Bennett Miller καταφέρνει να φτιάξει ένα φιλμ εμπνευσμένο από το άθλημα, το οποίο είναι προσιτό σε όλους και είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένο από τον Wally Pfister που καταφέρνει να σε εισάγει στον κόσμο του μπέιζμπολ.

Μια ταινία σαν αυτή, όμως, με ένα πάνω-κάτω κοινότυπο θέμα, είναι σημαντικό να κρατήσει το ακροατήριό της. Και εδώ σημαντικό ρόλο παίζει το εξαιρετικό μα άνισο σενάριο των Steven Zaillian και Aaron Sorkin, οι οποίοι ενώνουν τη ρομαντική πλευρά του μπέιζμπολ (φανταστείτε το μπέιζμπολ του Ο Ξυπόλητος Τζο) μαζί με την τεχνολογική και πολιτισμική επανάσταση του 21ου αιώνα και δημιουργούν μια διασκεδαστική ταινία με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό.

Βασικό της θέμα: ο αθλητισμός είναι μια επιχείρηση. Με την πρώτη σκηνή της ταινίας να δείχνει τον αγώνα των Oakland Athletics εναντίον των Yankees όπου αντί για το σκορ εμφανίζονται οι προϋπολογισμοί της κάθε ομάδας (100 εκατομμύρια vs. των 39 εκατ.), γίνεται σαφές ότι μπορεί οι οπαδοί να έχουν μια αίσθηση ότι η ομάδα με την όποια παθιάζονται εκπροσωπεί την πόλη τους στο άθλημα που αγαπούν, αλλά ο αθλητισμός αποτελεί πρώτα και κύρια, μια επιχείρηση. Και το Moneyball επικεντρώνεται σε αυτή την πτυχή των επιχειρήσεων του μπέιζμπολ, και το κάνει με έναν τρόπο συναρπαστικό, εύκολο να ακολουθηθεί και να κατανοηθεί πώς λειτούργει η διοίκηση μιας ομάδας.

Εκεί που υστερεί είναι στην ανάπτυξη και στις σχέσεις των χαρακτήρων. Με τον Beane και τον Brand να αποτελούν τους μόνους πλήρως συνειδητοποιημένους χαρακτήρες η ταινία ρίχνει όλο το βάρος της εκεί. Ο πρώτος, πρώην παίκτης, γνωρίζει από πρώτο χέρι το μπέιζμπολ κι έχει κατανοήσει το πρόβλημα που υπάρχει, είναι αδιάλλακτος στις αποφάσεις του δείχνοντας όμως και μια κάποια ευαισθησία, δεδομένου ότι λαχταρά να περνά περισσότερο χρόνο με την 12 χρονών κόρη του (Kerris Dorsey). Και ο δεύτερος είναι αυτός που έχει βρει τη λύση στο πρόβλημα αλλά δεν σκαμπάζει και πολύ από μπέιζμπολ και δεν ξέρει από δουλειές και χειρισμό των ανθρώπων. Αποτελούν ουσιαστικά ένα σύνολο αντιθέσεων που συμπληρώνουν κατά κάποιον τρόπο ο ένας το άλλον. Οι στιγμές μαζί τους είναι μερικές από τις κυριότερες στιγμές της ταινίας, όπως όταν σε μια παρατεταμένη σκηνή οι δυο τους προσπαθούν να ανταλλάξουν παίκτες από το τηλέφωνο με διάφορες άλλες ομάδες. Η σκηνή είναι ξεκαρδιστική και διαφωτιστική και δίνει πραγματικά την εντύπωση ότι αυτοί οι δύο τύποι έχουν γίνει και φίλοι παρά τις τεράστιες διαφορές τους. Δυστυχώς, όμως, πέρα από τους δύο, όλοι οι υπόλοιποι είναι μονοδιάστατοι χαρακτήρες. Με πιο σημαντικό τον Phillip Seymour Hoffman, ο οποίος είναι θλιβερά χρησιμοποιημένος στον ρόλο του Art Howe που έχει υποβιβαστεί στο να δείχνει μπερδεμένος με τη συμπεριφορά του Beane. Η Robin Wright εμφανίζεται για περίπου πέντε λεπτά ενώ οι παίκτες, όπως ο Scott Hatteberg (Chris Pratt), ο David Justice (Stephen Bishop) και ο Chad Bradford (Casey Bond), δεν βλέπουμε ποτέ πόσο συνέβαλαν στην επιτυχία της ομάδας αφού το σενάριο απλά δεν ασχολείται με αυτούς.

Ο Sorkin έχει γράψει και το The Social Network που αποτελούσε μια λαμπρή αληθινή ιστορία για την απληστία και την αφοσίωση. Το Moneyball, δυστυχώς, δεν διαθέτει μια αντίστοιχα τόσο δυνατή θεματική ραχοκοκαλιά, ενώ αυτή η περιοδικά έξυπνη ιστορία για ανθρώπους που τολμούν να σκεφτούν διαφορετικά, που διαθέτει, δεν εκτελείται σωστά. Όπως και στην προηγούμενη ταινία του (Capote), ο Bennett Miller σκηνοθετεί με μια σίγουρη, άμεση προσέγγιση, γεμάτος αυτοπεποίθηση και συνέπεια. Το ύφος του είναι φιλόδοξο κι εστιασμένο, προχωρώντας την ιστορία με καλό ρυθμό. Παραδόξως, όμως, το Moneyball δεν είναι ποτέ τόσο συναρπαστικό, όσο θα μπορούσε να είναι αφού είναι όλα εδώ. Όλα εκείνα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε τέτοιες ταινίες: η ομάδα που χάνει αλλά μετά αρχίζει να κερδίζει. Οι επικριτές που αποδεικνύονται λανθασμένοι. Το τελικό μεγάλο παιχνίδι και ούτω καθεξής. Συνολικά, διαθέτει προτερήματα, αλλά επειδή θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη, βγήκα από την αίθουσα απογοητευμένος.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Arthur Christmas [4/5]

Κάθε χρόνο, είναι βέβαιο ότι θα βγει στους κινηματογράφους μια ταινία που θα ασχολείται με τα Χριστούγεννα. Οι περισσότερες από αυτές ξεχνιούνται εύκολα, ενώ είναι κάποιες λίγες που θα παίζονται κάθε χρόνο τέτοια εποχή στην τηλεόραση και με το που θα τις βλέπεις θα ξέρεις ότι έρχονται οι γιορτές. Το Arthur Christmas ανήκει ξεκάθαρα στην δεύτερη κατηγορία.

Ανανεώνοντας τον μύθο του Αϊ Βασίλη φέρνοντας τον κατευθείαν στα δεδομένα του 21ου αιώνα, το παλιό έλκηθρο και το ιπτάμενο ελάφι έχουν φύγει κι έχουν αντικατασταθεί από ένα υπερηχητικό σκάφος που μοιάζει με το USS Enterprise, με το κέντρο ελέγχου της αποστολής να είναι επανδρωμένο με εκατοντάδες ξωτικά. Σε μια εκπληκτική εναρκτήρια σεκάνς, που θυμίζει λίγο James Bond και Mission Impossible, ο στρατός αυτός των ξωτικών κατεβαίνει στη Γη και το μοίρασμα των δώρων σε όλα τα παιδιά του κόσμου αρχίζει. Από εκεί και πέρα, παρακολουθούμε τον Άρθουρ, τον γιο του Αϊ Βασίλη, στην προσπάθεια του να πάει το μοναδικό δώρο που δεν παραδόθηκε στην μικρή Γκουεν με την βοήθεια του Grandsanta, και τον αδελφό του, Steve, να προσπαθεί να τους αποτρέψει γιατί πιστεύει ότι το ένα δώρο στα δισεκατομμύρια δεν έχει τόσο μεγάλη αξία. Το αναπάντεχο αυτό γεμάτο δράση road-movie ξενικά, προσφέροντας μια απολαυστική κινηματογραφική εμπειρία πριν από τις διακοπές που οι γονείς και τα παιδιά θα εκτιμήσουν.

Το σενάριο που έγραψε ο Peter Baynham (που έχει γράψει μεταξύ άλλων και το … Μπόρατ) αποτελεί τον νούμερο ένα λόγο που η ταινία είναι τόσο απροσδόκητα καλή, αφού είναι γεμάτο πνευματώδεις και καυστικούς διαλόγους, πανέξυπνα γραμμένους χαρακτήρες, όπως ενός ξωτικού λαθρεπιβάτη που ονομάζεται Μπριόνι, και το πιο σημαντικό είναι πως δεν αναλώνεται σε slap-stick ή γεμάτο pop αναφορές αστεία και δεν αποτελεί μια ευκαιριακή προσπάθεια της Aardman να βγάλει όπως-όπως μια ταινία για να «πιάσει» το κοινό των Χριστουγέννων, αφού στον πυρήνα της υπάρχει μια καλά αναπτυγμένη ιδέα που θυμίζει σε όλους το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων. Ναι, είναι προφανές, αλλά είναι δοσμένο τόσο αποτελεσματικά, που μετατρέπει το Arthur Christmas: Ο Γιος του Αϊ Βασίλη σε μια… πραγματική απόλαυση! Να σημειώσω εδώ ότι την είδα μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, πράγμα που δεν το συνηθίζω αλλά μπορώ να πω ότι αυτή την φόρα η ελληνική βερσιόν ήταν κάτι παραπάνω από εξαιρετική.

Επιπλέον, με ένα εξαιρετικό 3D και με σκηνές όπως εκείνη όπου ζέβρες, ελέφαντες κι άλλα ζώα της Αφρικής επιπλέουν σαν μπαλόνια στον αέρα μετά από τυχαίο πασπάλισμα τους με την μαγική σκόνη του Αϊ Βασίλη, να διαθέτουν μια σουρεαλιστική μαγεία, είναι σαφές ότι η Aardman, δείχνοντας πραγματικό πάθος για να πει αυτή την ιστορία, μετέτρεψε την ταινία και σε ένα οπτικό υπερθέαμα.

Για να το πω πιο απλά: όλα μου άρεσαν σε αυτή τη, εμπλουτισμένη με άφθονο χιούμορ για όλες τις ηλικίες, συγκινητική χριστουγεννιάτικη ιστορία! Στην πραγματικότητα, το Arthur Christmas: Ο Γιος του Αϊ Βασίλη φαντάζει σαν το απροσδόκητο δώρο έκπληξη της σεζόν. Το συστήνω ανεπιφύλακτα.