Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Steve Jobs [4/5]

Η μεταφορά της ζωής ενός ανθρώπου στον κινηματογράφο είναι πάντα μια δύσκολη κι ενίοτε σκοτεινή υπόθεση. Ως μια ακόμη ταινία για τον αινιγματικό ιδρυτής της Apple, το «Steve Jobs» κάνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό και γι` αυτό ξεχωρίζει. Κάποιες φορές, αντί να πεις ολόκληρη την ιστορία, η επικέντρωση σε μία στιγμή μπορεί να εγκλωβίσει μέσα της όλα όσα αξίζει να ειπωθούν. Έχοντας αυτό στο μυαλό του, ο σεναριογράφος Aaron Sorkin δεν μας εξιστορεί την ιστορία της ζωής του Τζομπς, αλλά μας περιγράφει εκείνες τις στιγμές στις οποίες είναι πιο εκτεθειμένος και αλληλοεπιδρά με όλους, ενώ ταυτόχρονα αλλάζει το τοπίο των σύγχρονων υπολογιστών. Μοιάζοντας λοιπόν περισσότερο σε ένα θεατρικό έργο παρά σε μια παραδοσιακή κινηματογραφική ταινία, το φιλμ είναι δομημένο σε τρία τμήματα, όπου το κάθε ένα έχει στο επίκεντρο του το λανσάρισμα συγκεκριμένων προϊόντων: του Macintosh (1984), του NeXTcube (1988) και του iMac (1998).

Με βάση τα παραπάνω, θεωρητικά το έργο δεν θα έπρεπε να πετύχει. Όπως όλα τα σενάρια του Sorkin είναι πάρα πολύ φλύαρο και υπάρχει λίγη έως καθόλου δράση. Για την ακρίβεια, είναι μόνο άνθρωποι που μιλούν ο ένας στον άλλο -ως επί το πλείστων σε ζεύγη- και κυρίως για κομπιουτερίστικα πράγματα. Επιπρόσθετα, ο Fassbender δεν μοιάζει και πολύ στον Τζομπς, ενώ τέλος ο χαρακτήρας του είναι λίγο-πολύ ένας αντιήρωας. Κι όμως, το έργο δεν λειτουργεί απλά, αλλά αριστεύει χάρη στους συντελεστές του. Από την μια, ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Danny Boyle καταπιάνεται με ένα σχεδόν ακατόρθωτο έργο και το κάνει με απόλυτη αυτοπεποίθηση κι αυτοκυριαρχία. Χωρίς αυτόν, η ρουτίνα του «Steve Jobs» θα ήταν αρκετά κουραστική. Από την άλλη, δεν είναι μυστικό ότι κάθε λέξη που γράφει ο Sorkin είναι σημαντική. Κάτι που ισχύει και εδώ περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μια και η -σε τρία μέρη δομή του- είναι άξια επαίνου. Κάθε σκηνή είναι μια ψυχρή αντιπαράθεση, κάθε χαρακτήρας του δράματος είναι μια λεπτομερής προσωπικότητα, και κάθε κομμάτι του διαλόγου ξεχειλίζει από βαρύτητα.

Ερμηνευτικά μπορείς να κρίνεις την ποιότητα της ηθοποιίας από το κατά πόσο διαπέρνα την οθόνη. Όπως ο Σαίξπηρ, οι λέξεις του Sorkin απαιτούν μια ειδική ικανότητα έτσι ώστε να ειπωθούν με τη σωστή προσποίηση. Όταν ένα μάτσο από αυθεντίες βάζουν τα δυνατά τους, τότε το μόνο που μπορείτε να περιμένετε είναι τίποτα λιγότερο από ερμηνείες που άνετα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως masterclass. Ο Michael Fassbender λάμπει τόσο πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, που μας κάνει να επικεντρωθούμε σε αυτά που λέει τόσο κατάφωρα και υποσυνείδητα που το μυαλό μας δεν αποσπάται ούτε στιγμή από το αν του μοιάζει ή όχι. Οι συναναστροφές του με την Kate Winslet είναι συναρπαστικές. Εκείνη είναι απτόητη η φωνή της λογικής, το συναίσθημα της ταινίας. Επιβεβαιώνοντας μας για ακόμα μία φορά ότι είναι μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, παραδίδει μια εξαίσια ερμηνεία, άξια υποψήφια για Όσκαρ. Το υπόλοιπο υποστηρικτικό καστ δίνει τον καλύτερο του εαυτό. Ξεχωρίζουν ο Jeff Daniels στον ρόλο του πρώην CEO της Apple, Τζον Σκάλεϊ, αλλά και ο Michael Stuhlbarg ως ένας από τους πιο βασικούς μηχανικούς της εταιρείας.

Καλά όλα αυτά θα μου πείτε, αλλά γιατί με αφορά η ταινία; Αναλογιζόμενος ότι μετά τον θάνατο του Στιβ Τζομπς το 2011 έχουν γίνει περισσότερες από μία ντουζίνα ντοκιμαντέρ, ταινίες μεγάλου μήκους και αφιερώματα στην τηλεόραση που περιστρέφονται γύρω από τα σημαντικότερα γεγονότα στην καριέρα του, μπορώ να αντιληφθώ την ερώτηση. Η διαφορά εδώ είναι ότι, σε αντίθεση με τις περισσότερες βιογραφίες, το «Steve Jobs» καθιστά σαφές από την πρώτη λέξη ότι ο ήρωας του είναι συχνά εντελώς αντιπαθητικός.

Κι όμως, ακόμα κι έτσι εμείς τον υποστηρίζουμε. Θέλουμε να πραγματοποιήσει αυτό που μόνο εκείνος ξέρει τόσο καλά, ενώ ταυτόχρονα ελπίζουμε ότι θα ζητήσει συγγνώμη σε αυτούς που έχει αδικήσει, με γνώμονα αυτά που έχει αδικηθεί. Βλέπουμε ότι ο Τζομπς είναι κάτι περισσότερο από μια συλλογή από ελαττώματα και αρετές. Είναι μια μάζα από αντιφάσεις, ενώ παραμένει εκπληκτικά συνεπής. Με άλλα λόγια, το έργο κάνει αυτό που ελάχιστες βιογραφίες κάνουν: ξεκοκαλίζει πλήρως έναν άνθρωπο που ενώ αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη δημιουργία εργαλείων που θα βελτίωναν την επικοινωνία των ανθρώπων, εκείνος αδυνατούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους γύρω του.

Τα τελευταία χρόνια, ο κόσμος λέει κοροϊδευτικά πως δεν γυρίζονται πλέον ταινίες όπως παλιά. Όποιος το λέει αυτό, καλό θα είναι να πάει να δει το «Steve Jobs», μια ταινία αναμφισβήτητα για ανθρώπους και όχι για το θέαμα. Για τις ιδέες και τις σχέσεις και το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον. Μια ταινία που ενώ μιλάει για ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο, μπορούμε να δούμε τα κουσούρια και τα ελαττώματά του, καθώς και τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του να αντανακλώνται σε όλους μας.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Νοτιάς [3.5/5]

Δεκατρία χρόνια μετά την «Πολίτικη Κουζίνα», της δεύτερης πιο εμπορικής ταινίας της τελευταίας δεκαπενταετίας, ο Τάσος Μπουλμέτης επιστρέφει με μια ιστορία ενηλικίωσης με φόντο μια Ελλάδα που αλλάζει στα ταραχώδη χρόνια των 1960, 1970 και των 1980. Το ταξίδι από την εφηβεία προς την ενηλικίωση παρουσιάζεται με μια αλά «Φόρεστ Γκαμπ» ιστορία, δίνοντας την ευκαιρία στον σκηνοθέτη να δημιουργήσει ένα γράμμα αγάπης για τον κινηματογράφο σε στυλ «Σινεμά ο Παράδεισος».

Με πολύ χιούμορ και συγκίνηση, σκιαγραφεί την ιστορία της Ελλάδας μέσα από τα μάτια ενός ονειροπόλου νέου, ο οποίος, στα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα και τις αρχικές του ανησυχίες, μέσα από τις ιστορίες και τους μύθους, προσπαθεί να διαχειριστεί τον κοινωνικό του περίγυρο, την οικογένειά του και το περιβάλλον του. Σε επιφανειακό κομμάτι, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι το έργο είναι μια κωμωδία με ευαίσθητο χιούμορ, πιστό στην αισθητική της «Κουζίνας». Ο Μπουλμέτης, όμως, δεν αγγίζει μόνο επιδερμικά το θέμα του, αλλά το πάει ένα βήμα παραπέρα, μετατρέποντας το σινεμά σε μια διέξοδο μέσω της φαντασίας από τα δεινά. Και την αγάπη, αλλά και αλλαγή στους μύθους, προσωπικούς κι εθνικούς, εφάμιλλη της αναζήτησης όλων των Ελλήνων για κάτι καλύτερο. Προσθέτοντας και την εξίσωση της ηλικίας μας, υπενθυμίζει ότι τα νιάτα είναι αυτά που μπορούν να κάνουν την αλλαγή φροντίζοντας να σεβαστούν το παρελθόν.

Κινηματογραφικά το κάνει εξαιρετικά. Αν και υπάρχει ένα θέμα με τη χρήση και την αληθοφάνεια των εφέ, αυτό δεν σημαίνει ότι η απεικόνιση της παλιάς Αθήνας και των διαφόρων εποχών δεν είναι εξαίσια μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Ξυπνώντας σίγουρα αναμνήσεις στους μεγαλύτερους και εξιτάροντας την περιέργεια των νέων, ο Μπουλμέτης καταφέρνει κι ενισχύει το μήνυμα που θέλει να περάσει χάρη στις εικόνες του. Η φωτογραφία είναι άψογη, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι αυθεντικά, η καλλιτεχνική διεύθυνση μαγεύει και, φυσικά, οι μελωδίες δια χειρός Ευανθίας Ρεμπούτσικα σε ταξιδεύουν νοσταλγικά. Πολύτιμη είναι και η βοήθεια των ηθοποιών. Αν και ο Γιάννης Νιάρρος δεν αποτελεί τον ιδανικό πρωταγωνιστή και κάπως χάνεται στις απαιτήσεις του ρόλου, χάρη στους γύρω του διασώζεται. Με εξέχουσα την παρουσία του βραβευμένου στη Βενετία Θέμη Πάνου, ο οποίος είναι εξαιρετικός στον ρόλο του, όλο το καστ δίνει ζωή στους χαρακτήρες και καταφέρνει κι ανεβάζει επίπεδο στους -η αλήθεια ολίγον κοινότοπους ανά στιγμές- διαλόγους, δίνοντάς τους υπόσταση και συναίσθημα.

Το βασικό μειονέκτημα του φιλμ είναι σεναριακό. Το μήνυμα είναι σεβαστό, είναι σημαντικό, είναι εξαιρετικά δοσμένο, αλλά δεν παύει να είναι «τετριμμένο» και επαναλαμβανόμενο. Μέσα από διαφορετικές οπτικές, η σημασία της αλλαγής ζει μέσα στην πλοκή βαραίνοντας κάθε διάλογο και προσδίδοντας του κάτι το διδακτικό. Ως εκ τούτου, τα 98 λεπτά της διαρκείας της μοιάζουν περισσότερα μετά τη μία ώρα. Μεταφορικά «νοτιάς» σημαίνει γονιμότητα και καρποφορία. Βέβαια, σκουριάζει και τα σίδερα και τρυπάει τα κόκαλα, που λέει ο λόγος, όταν είναι στις κακές του. Φυσάει στις κάτασπρες αυλές και στις θολωτές καμάρες σφυρίζει, ψιθυρίζει, πεισμώνει είναι δηλαδή ένα ζιζάνιο, αγόρι ελληνόπουλο που παίζει αλλά και δημιουργεί. Όταν ο τίτλος της ταινίας λοιπόν υποδηλώνει ξεκάθαρα το νόημα της, τότε ένα κομμάτι της μαγείας. αν δεν ξεφύγεις λίγο από το θέμα και δεν κάνεις τα όσα έχεις βάλει τους ήρωες σου να λένε, χάνεται.

Ακόμα και έτσι, όμως, την ταινία πρέπει να τη δεις. Γιατί το πιο φοβερό είναι ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Πέρα από τα κτήρια, όλα παραμένουν ίδια. Πεποιθήσεις, πολιτικές, ονόματα. Μόνο που τώρα δεν υπάρχει ένας Ωνάσης. Δυστυχώς, η ιστορία δεν τελειώνει, η θάλασσα απέραντη και εμείς ακόμα εδώ. Μάλλον ήρθε η στιγμή της αλλαγής. Αυτό από μόνο του αξίζει.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

The Big Short [4/5]

Ένα καυστικό κατηγορητήριο, μια πολιτική σάτιρα, και ένα σοβαρό δράμα με κωμικά στοιχεία, το «Μεγάλο Σορτάρισμα» είναι ίσως η πιο ξεχωριστή ταινία του 2015. Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο, το έργο ακολουθεί μια ομάδα κυνικών, διορατικών και καιροσκοπικών μικροεπενδυτών, καθώς ανακαλύπτουν την επικείμενη κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας. Ερευνώντας, εξηγώντας, αλλά και «απολαμβάνοντας» τον παραλογισμό που οδήγησε στην κατάρρευση των ενυπόθηκων δανείων, η ταινία αποτελεί τη συμπύκνωση ενός απίστευτα περίπλοκου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, μέσα σε ένα ανθρώπινο δράμα που κοσκινίζει τους πάντες και τα πάντα, φτάνοντας στην καρδιά του θέματος.

Γνωστότερος από κωμωδίες τύπου «Ο Παρουσιαστής: Ο Θρύλος του Ron Burgundy» και «Μπάτσοι από τον Πάγκο», ο σκηνοθέτης Adam McKay κάνει στροφή 180 μοιρών καταπιανόμενος με ένα τόσο σοβαρό θέμα. Κι όμως, μαζί με τον σεναριογράφο Charles Randolph καταφέρνουν και φτιάχνουν μια διασκεδαστική, τολμηρή κι αδυσώπητα βάναυση στην επιδίωξη της αλήθειας ταινία που μοιάζει μοναδική. Τόσο ο «Δρόμος του Χρήματος» το 2011, όσο κι ο «Λύκος της Wall Street» το 2013 εξιστορούσαν μια παρόμοια ιστορία, αλλά είναι λες και το «Μεγάλο Σορτάρισμα» κατάφερε να την πει πραγματικά. «Δεν βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, είναι μια», η ταινία προλογίζει, ξεκινώντας μια βουτιά σε μια από τις χαμηλότερες στιγμές της Αμερικής εδώ και δεκαετίες. Και η μεγαλύτερη δύναμη του McKay εδώ είναι η διαφάνεια. Το «Μεγάλο Σορτάρισμα» ξέρει τι θέλουν οι θεατές, καταλαβαίνει πώς να το πακετάρει, ενώ παράλληλα διατηρεί τη σημαντικότητα της. Δεν έχει σημασία πόσο κυνικοί ήσασταν ή είστε απέναντι στο οικονομικό μας σύστημα, το φιλμ θα σας κάνει να νευριάσετε ή να συγκινηθείτε, ενώ γελάτε.

Για κάποιους, οι εκκεντρικότητες της ταινίας μπορεί να είναι λίγο υπερβολικές. Το σπάσιμο του τέταρτου τοίχου, αλλά και η cameo εμφάνιση διασήμων που εξηγούν χρηματοοικονομικούς όρους, συμβάλλουν μεν στη μοναδικότητά της, αλλά μπορεί επίσης να έχουν ως συνέπεια μια αίσθηση αποπροσανατολισμού από τη συνολική αφήγηση. Χάρη στο απίστευτα ταλαντούχο καστ, όμως, το κοινό ποτέ δεν αισθάνεται χαμένο. Όλοι τους, ανεξάρτητα από το πόσο μικρός η μεγάλος είναι ο ρόλος, δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό, διαθέτοντας το ακριβές πάθος που ο McKay απαιτεί. Υπάρχει όμως ένας καθαρός νικητής, και το όνομά του είναι Steve Carell. Με τους υπόλοιπους χαρακτήρες να είναι εντυπωσιασμένοι με την ίδια τους την εξυπνάδα ή επικεντρωμένοι στα χρήματα που θα βγάλουν, ο Carell προσδίδει στον χαρακτήρα την ανθρωπιά. Το σοκ και ο θυμός του είναι αισθητός σε κάθε σκηνή. Ο σκηνοθέτης τον χρησιμοποιεί για να μας υπενθυμίσει ότι ενώ γελάμε με την ηλιθιότητα και την απερισκεψία της Wall Street, στην πραγματικότητα πολλοί άνθρωποι καταστράφηκαν.

Χωρίς να είναι βαρετή ούτε για ένα δευτερόλεπτο, αυτή η σύγχρονη ιστορία της ηθικής ασχολείται με ένα πολύ σοβαρό θέμα, αλλά το κάνει με ευχάριστο τρόπο. Το χιούμορ παραμένει άθικτο, ακόμη κι αν η σοβαρότητα της ιστορίας έχει ολέθριες συνέπειες. Ίσως είναι το ταλέντο του McKay για την κωμωδία που βοηθά στη διατήρηση της σάτιρας, χωρίς να αφαιρεί πόντους από το δράμα. Με άλλα λόγια, το «Μεγάλο Σορτάρισμα» ποτέ δεν προσπαθεί να είναι χαριτωμένο ή πολιτικά αμερόληπτο, και είναι αυτή η γλυκόξινη ποιότητά του που το μετατρέπει σε μία από τις καλύτερες, αλλά και πιο σημαντικές ταινίες της χρονιάς.