Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

La Grande Bellezza [3/5]

Είμαι αρκετά διχασμένος όσον άφορα τη συγκεκριμένη ταινία. Από τη μία πλευρά, η πλοκή και οι χαρακτήρες του έργου είναι στοιχειά κάπως επιτηδευμένα (ακόμα και βαρετά σε ορισμένα σημεία), ενώ από την άλλη τα αιώνια θέματα με τα όποια καταπιάνεται και η αισθητική του καθιστούν την ταινία άξια παρακολούθησης. Ας τα πιάσουμε όμως τα πράγματα ένα-ένα, αρχίζοντας από τα θετικά.

Το «Η Τέλεια Ομορφιά» δεν είναι μια συμβατική ταινία με μια συγκεκριμένη αρχή, μέση και τέλος. Είναι περισσότερο σαν μια σειρά από εικαστικά και ποιητικά χρονογραφημένες εικόνες για την αγάπη, τη ζωή και τη λαχτάρα, μέσα από τα μάτια ενός κουρασμένου συγγραφέα, του Jep Gambardella, που πλησιάζει στο τέλος της ζωής του. Δοσμένα μέσα από το επιφανειακό μπλα-μπλα της καθημερινής φλυαρίας, τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται η ταινία είναι απλά: ζούμε, αγαπάμε, παύουμε να υπάρχουμε· θέλουμε, χρειαζόμαστε, σπάνια αποκτάμε. Το φόντο που συμβαίνουν όλα αυτά είναι η Ρώμη. Και η Ρώμη είναι η μεταφορά για τη ζωή. Και παρόλο που ικανοποιεί και διαποτίζει τις αισθήσεις των πρωταγωνιστών αρχιτεκτονικά, ιστορικά, πολιτιστικά, μαγειρικά, αισθητικά, σεξουαλικά, συχνά τους αφήνει με ένα αίσθημα κενού, έχοντας ανάγκη από κάτι άλλο, κάτι ουσιαστικό, κάτι περισσότερο. Και τι είναι αυτό το κάτι; Με μια λέξη: αγάπη. Με λίγα λόγια ακόμη: αίσθηση του ανήκειν.

Μέσα στην διάρκεια 142 λεπτών, τα μάτια μας καλούνται να απορροφήσουν κάποιες φαινομενικά αφηρημένες αλλά εντυπωσιακά όμορφες κινούμενες εικόνες. Ένα κλαμπ ανθρώπων που χορεύουν μέχρι το ξημέρωμα, μια καμηλοπάρδαλη να στέκεται ανάμεσα στους πετρώδεις τοίχους ενός κάστρου, ένα σμήνος από φλαμίνγκο που αναζητούν ανάπαυλα σε ένα έρημο μπαλκόνι πριν ξεκινήσουν το μεταναστευτικό τους ταξίδι και την πιο ισχυρή εικόνα από όλες: ενός τοίχου καλυμμένου από χιλιάδες φωτογραφίες που σκιαγραφούν τις αλλαγές στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη από μωρό σε παιδί κι από έφηβο σε άνδρα. Παρά την έλλειψη αφήγησης αυτό που σώζει αυτό το όλο εγχείρημα είναι τα περίπλοκα στρώματα οξύνοιας, βάθους και χιούμορ που υπάρχουν στην ταινία. Και χάρη σε όλα αυτά, το έργο του Sorrentino καταφέρνει να συλλάβει τη διαχρονική ομορφιά της αιώνιας πόλης, αλλά παράλληλα και την παρακμή, τη διαφθορά και τον ηδονισμό, αφήνοντας μας να αναρωτιόμαστε αν είναι ποτέ πραγματικά δυνατό να τα έχουμε όλα.

Όσες ωραίες εικόνες υπάρχουν στην ταινία, άλλες τόσες είναι και οι υπερβολές που διαθέτει. Ορισμένοι χαρακτήρισαν τον Sorrentino ως «τον νέο Fellini», αλλά το «ιταλός Luhrmann» νομίζω ότι του πάει περισσότερο, αφού κι αυτός, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και παραγεμίζει την οθόνη με τεχνάσματα. Οι οπτικές μεταφορές που χρησιμοποιεί είναι σε σημεία τραγικές, η επιμονή του στις χαμηλές γωνίες και το ανόητο μοντάζ θυμίζει Michael Bay, ενώ τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το θέμα της ταινίας, είναι ειρωνικό ότι το εντυπωσιακό έργο του κινηματογραφιστή του, Luca Bigazzi, κόβεται σε κάθε πλάνο χωρίς να μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως τη δουλειά του.

Κάπου εδώ θα ήθελα κάνω μια έκκληση αναστολής δημιουργίας ταινιών των οποίων οι αφηγήσεις βασίζονται σε χαρακτήρες που ψάχνουν για κάτι που στην πραγματικότητα συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους. Και τι εννοώ; Ανοίγοντας την ταινία με έναν ιάπωνα τουρίστα καθώς αυτός πέφτει νεκρός από μια μάλλον σοβαρή περίπτωση συνδρόμου Stendahl (μια ψυχοσωματική ασθένεια που προκαλεί γρήγορους χτύπους της καρδιάς, ίλιγγο, σύγχυση, ακόμη και παραισθήσεις, όταν εκτίθεται ένα άτομο στην τέχνη, συνήθως όταν η τέχνη είναι ιδιαίτερα όμορφη ή υπάρχει μεγάλος αριθμός έργων συγκεντρωμένα σε ένα χώρο) που προήλθε ατενίζοντας την ομορφιά του ρωμαϊκού τοπίου, είναι απορίας άξιο, σε ολόκληρη τη διάρκεια του έργου, γιατί ο πρωταγωνιστής δεν μπορεί να εκτιμήσει τα αισθητικά θαύματα της πόλης του και δεν κάνει κάτι άλλο με τα εκατομμύρια που έχει, παρά μονό ασχολείται με ατελείωτα πάρτι κι ανούσιο σεξ με όμορφες νεαρές γυναίκες. Που κι αυτό δύσκολη ζωή δεν το λες.

Χειρότερη, δε, είναι η γκρίνια των προνομιούχων ανθρώπων (συνήθως καλλιτεχνών) για τον φθόνο τους απέναντι στους «απλούς ανθρώπους». Και η ταινία του Sorrentino βρίθει από τέτοια συμπεριφορά με αποκορύφωμα τη σκηνή όπου ένα ζευγάρι λέει στον πρωταγωνιστή ότι τα σχέδιά τους για το βράδυ περιλαμβάνει έναν συνδυασμό σιδερώματος και παρακολούθησης τηλεόρασης. Ο πρωταγωνιστής απαντάει το βαρύγδουπο «Τι όμορφοι άνθρωποι που είστε» ενημερώνοντας τους παράλληλα για την πρόθεσή του να διασκεδάζει όλη τη νύχτα πηγαίνοντας για ύπνο την ώρα που εκείνοι θα σηκώνονται. Εκ μέρους των απλών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, καλώ των Sorrentino να ζήσει λίγο στον κόσμο μας για μερικές εβδομάδες, πριν αποφασίσει να μας ξαναπεί ποσό πολύ μας ζηλεύει.

Όπως λοιπόν είπα και στην αρχή αυτής της κριτικής, η συγκεκριμένη ταινία διχάζει. Πρόκειται για μια όμορφη και πολύτιμη ταινία με τέλειες λήψεις, ειρωνεία και την αίσθηση του ονείρου ή για μια ταινία της όποιας η ρηχότητα του σεναρίου της αντισταθμίζεται από τις υποδειγματικές εικόνες της αιώνιας ομορφιάς της Ρώμης. Τα συμπεράσματα δικά σας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου