Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Before Midnight [5/5]

Είναι ασφαλές να πούμε ότι κανένας από όσους είδαν το «Πριν το Ξημέρωμα» το 1995 δεν είχε προβλέψει ότι ο Ethan Hawke και η Julie Delpy θα επέστρεφαν στους ρόλους τους ως Jesse και Celine, 18 χρόνια μετά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κανένας δεν νομίζω να περίμενε ότι οι δύο συνέχειες που θα ακολουθούσαν θα ήταν τόσο μα τόσο καλές, που θα μας έκαναν να μιλάμε για μια τριλογία ορόσημο πλέον στην ιστορία του κινηματογράφου.

Και μιλώ για τριλογία γιατί το τρίτο (και τελευταίο;) μέρος, με τον εξαιρετικό τίτλο «Πριν τα Μεσάνυχτα», έρχεται δυναμικά να εδραιώσει την άποψη περί οροσήμου. Εννέα χρόνια μετά το «Πριν το Ηλιοβασίλεμα», η σχέση μεταξύ της Celine και του Jesse εξελίσσεται μέσα από μια πιο ώριμη οπτική γωνία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρεί την οικειότητα και τον ρομαντισμό όπως και πριν. Κατασκευασμένη ως κάτι πολύ περισσότερο από δύο χαρακτήρες που περπατούν μέσα στην πόλη μιλώντας με ένα μοναδικό κίνητρο, η ταινία βασίζεται περισσότερο στις συγκρούσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών, με τον Jesse και τη Celine να ξοδεύουν ισάξιο χρόνο καυγαδίζοντας όσο και φλερτάροντας, αποδεικνύοντας ότι η αγάπη είναι ένα πολύπλοκο πράγμα και ότι η νοσταλγική ρομαντική συνάντηση που ξεκινά μια σχέση ίσως να μην είναι αρκετή για να διατηρηθεί μια ζωή. Ακριβώς όπως και στις άλλες δύο συνέχειες, οι διάλογοι είναι τόσο καλά σχεδιασμένοι που είναι εντελώς αδύνατο να αποστασιοποιηθείς από το τι συμβαίνει σε αυτό το χαρισματικό ζευγάρι. Οι αμέτρητες λογομαχίες σχετικά με την εργασία, τα παιδιά, τη σεξουαλική ζωή και των γεγονότων του παρελθόντος γίνονται με ένα απόλυτα φυσικό και ανά στιγμές διασκεδαστικό τρόπο, ενώ είναι τέτοιος ο ρεαλισμός τους που πολύ λίγες ταινίες μπορούν να συγκριθούν, από άποψη αξιοπιστίας κι αυθεντικότητας, με το παρόν φιλμ.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, οφείλονται στην αγία τριάδα Hawke-Delpy-Linklater. Είμαι βέβαιος ότι όσο κι αν οι ταινίες αποτελούν ένα ταξίδι για τους χαρακτήρες του Jesse και της Celine, είναι μια εξίσου μαγευτική πορεία ζωής για τον Hawke και την Delpy. Αυτή η σειρά ταινιών θα είναι στα μάτια μου πάντα το μεγαλύτερο και καλύτερο έργο τους, οτιδήποτε άλλο κι αν κάνουν στο μέλλον. Από την ευαισθησία τους, το 1995, μέχρι την ωριμότητα τους το 2013, οι δυο τους ενηλικιώθηκαν επί της οθόνης, στο σενάριο και εκτός της ταινίας. Και στο «Πριν τα Μεσάνυχτα» ο Hawke και η Delpy είναι καλύτεροι από ποτέ. Ζητώντας τους να πάνε σε ένα διαφορετικό συναισθηματικό επίπεδο από ποτέ άλλοτε σε αυτή τη σειρά ή στην καριέρα τους, οι δυο τους είναι μαγευτικοί μαγνητίζοντας σε, σε κάθε σκηνή, σε κάθε στιγμή, σε κάθε δευτερόλεπτο, καθώς η μαγική κάμερα του Linklater τα καταγράφει όλα αβίαστα, επιτρέποντας στο κοινό να είναι απλά μύγες στον τοίχο τής πιο ακριβής σχέσης που ξεδιπλώθηκε ποτέ στη μεγάλη οθόνη.

Εν γένει, το «Πριν τα Μεσάνυχτα» είναι ένα ισχυρό παράδειγμα του αχειραγώγητου κινηματογράφου, εκεί όπου κάθε χαρακτήρας προσπαθεί να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά σε μια οικεία πραγματικότητα χωρίς να εξαναγκάζει καταστάσεις, δημιουργώντας ένα συναισθηματικό «rollercoaster», απίστευτα ακριβές και σαφές στη σύλληψη της αγάπης και της σχέσης των ζευγαριών, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να βιώσετε.

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Epic [1.5/5]

Το κακό με το «Μυστικό Βασίλειο του Δάσους» είναι ότι συγκρίνοντας το με τις ταινίες κινούμενων σχεδίων των τελευταίων ετών κατατάσσεται, σε μια υποτιθέμενη κλίμακα αξίας, με το ζόρι περίπου πάνω από τον μέσο όρο. Είναι εμφανέστατο ότι έχει ως στόχο του τη δημιουργία κάτι σπουδαίου, αλλά δυστυχώς καταλήγει να είναι μέτριο. Κάτι που μοιάζει να συμβαδίζει απόλυτα με την πορεία του στούντιο Blue Sky, εταιρίας υπεύθυνη για τα Rio, Robots και τη σειρά ταινιών Ice Age.

Κοιτώντας το καθαρά από τεχνική πλευρά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα άψογο animation, προσεγμένο στην εντέλεια και με ένα από τα πιο ωραία και ξεκούραστα 3D που έχω δει μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα. Εκεί που η ταινία παρουσιάζει αδυναμία και βρίσκεται, κατά κύριο λόγο, το μεγαλύτερο της πρόβλημα, είναι το σενάριο. Διαθέτοντας μια ιστορία απλή που παρά την ξέφρενη δράση (πολλές αλά Avatar αερομαχίες στις πλάτες των πτηνών και νυχτερίδων), δεν είναι πότε ιδιαιτέρως ελκυστική, αλλά και ασχολούμενη με ένα, λίγο συγκεχυμένο, οικολογικό μήνυμα το οποίο έχεις ξαναδεί σε δεκάδες άλλες ταινίες, το όλο εγχείρημα κάπου κουράζει. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι η ταινία μοιάζει να γράφτηκε στο πόδι. Σοβαρή εκεί που πρέπει, περιπετειώδης εκεί που χρειάζεται και φυσικά, όπως με τις περισσότερες ταινίες κινουμένων σχεδίων, πρέπει να υπάρχει κάποια κωμική ανακούφιση για τα παιδιά, κάτι που εδώ επιτυγχάνεται με τη μορφή ενός γυμνοσάλιαγκα κι ενός σαλιγκαριού. Και δυστυχώς παρά την (προς έκπληξη μου) καλή μεταγλώττιση, οι χαρακτήρες του έργου είναι τόσο απλά γραμμένοι, που ούτε στιγμή δεν μας κάνουν να εμπλακούμε μαζί τους.

Εν κατακλείδι, η ταινία μπορεί να είναι διασκεδαστική για τα πολύ μικρά παιδιά, αλλά για εμάς τους υπόλοιπους δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα όμορφα οπτικοποιημένο παραμύθι, το οποίο αξίζει να δεις μια φορά (σε DVD, κατά προτίμηση) απλά για να πεις ότι το είδες.

Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

Identity Thief [2/5]

Είναι ξεκάθαρο από το τρέιλερ και μόνο ότι το «Η Ζωή σου, Ζωή μου» δεν είναι ακόμα μια στερεότυπη «road trip» κωμωδία. Οι δυο πρωταγωνιστές συναντιούνται κάτω από τις πιο απίθανες συνθήκες. Τα αισθήματα έχθρας είναι εμφανή στα πρόσωπα και των δυο. Και είναι η ανάγκη που τους αναγκάζει να συνυπάρξουν σε ένα πολυήμερο ταξίδι.

Με βάση αυτή την έστω και στο ελάχιστο πρωτότυπη υπόθεση, ο σκηνοθέτης Seth Gordon, παρά τις προφανείς αδυναμίες της ταινίας, κάνει καλά τη δουλειά του. Και αυτό γιατί μέσα στον κυκεώνα των χιλιάδων άλλων βλακωδών ταινιών που βλέπουμε, το «Η Ζωή σου, Ζωή μου» τουλάχιστον καταφέρνει να σε κάνει να γελάσεις. Μέσα από ακραίες καταστάσεις και με ένα υπερφορτωμένο σενάριο με χιλιάδες διαφορετικές μη-αληθοφανείς καταστάσεις, θα μου πείτε. Αλλά, παρόλα αυτά, γελάς. Μόνο και μόνο η εμφάνιση της Melissa McCarthy θα σου προκαλέσει, θέλοντας και μη, ένα μειδίαμα. Και λέγοντας αυτό, ας αναφερθώ στον νούμερο ένα παράγοντα γέλιου του έργου…

Μετά την τεράστια επιτυχία του «Φιλενάδες» και την υποψήφια για Όσκαρ ερμηνεία της πριν από δύο χρόνια, η καριέρα της Melissa McCarthy είναι σε σταθερή άνοδο. Κέρδισε βραβείο Emmy για την υπέρ-επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά στην όποια πρωταγωνιστεί, το «Mike & Molly» (το βλέπουμε κι εδώ). Έκλεψε την παράσταση σε μικρούς ρόλους στις ταινίες «Καλά 40» και «The Hangover Part III». Και τώρα με το «Η Ζωή σου, Ζωή μου», αποδεικνύει ότι μπορεί να σηκώσει και μια ολόκληρη ταινία πάνω της. Με την ταινία να κάνει τα πάντα προκειμένου να τονίσει το κωμικό ταλέντο της McCarthy, εκείνη από την πλευρά της τα δίνει όλα κάνοντας μας να μιλάμε ξεκάθαρα για ένα one-woman-show, μέσα στο οποίο κλέβει επιδέξια κάθε στιγμή, ενώ ταυτόχρονα κλέβει και τις καρδιές του κοινού βρίσκοντας την ανθρωπιά μέσα στον ατελή χαρακτήρα της.

Με αυτά και με αυτά, για να το πω όσο πιο απλά μπορώ, το συγκεκριμένο έργο είναι ευχάριστο δεδομένου ότι θα κάτσετε να το δείτε χωρίς να έχετε υψηλές προσδοκίες. Σε καμία περίπτωση μια καλή, με κινηματογραφικούς όρους, ταινία, αλλά σίγουρα άκρως ψυχαγωγική.

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Now You See Me [3/5]

Οι αστυνομικές ταινίες που το κύριο θέμα τους περιστρέφεται γύρω από την εκτέλεση μια ληστείας αλλά και την μετέπειτα διαλεύκανση της, αποτελούν από μονές τους ένα είδος ταινιών εξαιρετικά ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί μια τέλεια εκτελεσμένη ταινία ληστείας μπορεί κατά τη γνώμη μου να ενθουσιάσει το κοινό πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε ταινία υψηλού προϋπολογισμού με τόνους οπτικών εφέ και 3D. Σκηνοθετημένη από τον Louis Leterrier, το «Η Συμμορία των Μάγων» είναι μια τέτοιου είδους ταινία, με τη μόνη διαφορά ότι εμπεριέχει μέσα το στοιχειό της «μαγείας». Φανταστείτε το «The Prestige» ενωμένο με το «Ληστεία αλά Ιταλικά». Ένας συνδυασμός από μόνος του άκρως ελκυστικός.

Το μεγάλο ατού του συγκεκριμένου φιλμ είναι ότι ξεκινά πολύ έξυπνα. Επαναλαμβάνοντας το μότο του («όσο πιο κοντά κοιτάς, τόσο λιγότερα βλέπεις»), πολλές φορές το έργο μάς βάζει κατευθείαν μέσα στο παιχνίδι της παρατήρησης της ευρύτερης εικόνας έναντι του κόλπου που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Με τις ανατροπές και τις εξελίξεις να ενθουσιάζουν και τις οφθαλμαπάτες να μετατρέπουν την αίθουσα σε μια τεράστια μαγική παράσταση, το έργο μετατρέπεται σε ένα επιδεικτικό μαγικό τρικ, το οποίο είτε θα προσπαθήσετε να το καταλάβετε, είτε θα προτιμήσετε να αφεθείτε στη δράση του: το μόνο σίγουρο είναι ότι θα το απολαύσετε. Χάρη, δε, στη γεμάτη ζωντάνια σκηνοθεσία του Leterrier, την έξυπνη φωτογραφία των Amundsen και Fong, το ρυθμικό μουσικό σκορ του Brian Tyler, ο τρόπος που βιώνουμε την ταινία είναι ακόμα πιο αληθινός και το ψυχαγωγικό κομμάτι του έργου είναι ακόμα πιο ενισχυμένο.

Ένα ακόμα θετικό στοιχειό της ταινίας είναι σίγουρα και το καστ της. Αν και σαν ρόλοι κανένας δεν είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος ως χαρακτήρας, όλοι τους βασίζονται στις δυνατότητες του κάθε ηθοποιού, αλλά και στην ύπαρξη σωστής χημείας μεταξύ τους. Συνολικά, το δεύτερο το έχουν. Μεμονωμένα, τώρα, ξεχωρίζει ο Woody Harrelson. Αδύναμο βρήκα τον Mark Ruffalo. Ικανοποιητικούς τους Isla Fisher, Melanie Laurent και Jesse Eisenberg. Ενώ οι δύο τιτάνες, Morgan Freeman και Michael Caine, αν κι έχουν ξανακάνει το ίδιο πράγμα ένα εκατομμύριο φορές πριν, είναι αρκετά αποτελεσματικοί προσδίδοντας και το απαραίτητο κύρος.

Τι είναι αυτό, όμως, που στερεί βαθμούς από τη «Συμμορία των Μάγων»; Ως επί το πλείστον, το ανεγκέφαλο τρίτο κομμάτι του σεναρίου τού οποίου το κύριο πρόβλημα (πέρα από το ανούσιο αισθηματικό κομμάτι) είναι ότι μας αφήνει με ένα μη-εντυπωσιακό και λίγο παράλογο τέλος. Ακόμα και έτσι, όμως, πιστεύω ειλικρινά ότι το «Η Συμμορία των Μάγων» είναι απλά μια ταινία που ουσιαστικά ο καθένας μπορεί να απολαύσει, αν είναι έστω και λίγο πρόθυμος να την δει χωρίς επικριτική ματιά. Εγώ, τουλάχιστον, έτσι την είδα και το καταχάρηκα.