Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

The Avengers: Age of Ultron [3.5/5]

Ανταποκρινόμενος στις αντιδράσεις του κοινού για τον βραδύ ρυθμό της εναρκτήριας σεκάνς στην προηγουμένη ταινία, ο Whedon γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει το κοινό και δεν σπαταλά καθόλου χρόνο στο να του το δώσει. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, γνωρίζεις ότι η δράση και τα ειδικά εφέ θα είναι σε αφθονία στο «Εκδικητές: Η Εποχή του Ultron» και πως οι ήρωες της Marvel είναι έτοιμοι, πρόθυμοι και για ακόμα μία φορά ικανοί να σώσουν τον κόσμο. Πατώντας φουλ γκάζι σε όλη τη διαδρομή, τα ισοπεδώνουν όλα και δεν αφήνουν αρκετό χρόνο για να εμπλακούμε σε κάτι άλλο πέρα από το οπτικό υπερθέαμα. Όχι ότι έχει σημασία, ούτω ή άλλως είναι δύσκολο να είναι κάποιος πάρα πολύ επικριτικός για τη συγκεκριμένη ταινία, αφού με κάθε τρόπο επιτυγχάνει αυτό που είχε βάλει ως στόχο: να είναι μια μεγαλύτερη σε κλίμακα και διασκεδαστικότερη εκδοχή του προκατόχου του.

Με τους «Εκδικητές» να έχουν εδραιώσει την ομάδα των ηρώων καθώς και την πρώτη τους συνάντηση, η «Εποχή του Ultron» μπορεί να επικεντρωθεί στην περιπέτεια, τη δυναμική μεταξύ τους και την αφηγηματική εξέλιξη. Οι δραστηριότητες και οι σχέσεις μέσα στην ομάδα είναι κεντρικής σημασίας για το έργο. Από τη μία πλευρά, αυτό παρέχει ένα μεγάλο μέρος της κωμικής ανακούφισης (η οικειότητα γεννά φιλικές νευρώσεις). Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια διάσταση της τριβής, ιδίως όσον αφορά την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πρωταγωνιστές μεταξύ τους. Όπως και οι περισσότερες ταινίες με υπερήρωες, η πλοκή εξασφαλίζει ότι υπάρχει αφθονία σε κίνδυνο όχι μόνο για τους πρωταγωνιστές, αλλά και για τον κόσμο γενικότερα. Δοσμένη σε μια υπερβολική κλίμακα, η απειλή που οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι φοβερά κακή και λειτουργεί με έναν τέρμα κακοήθη τρόπο. Ιδιωτική ζωή, υπολείμματα του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και οι κίνδυνοι της τεχνολογίας είναι καλά πακεταρισμένα στον ανταγωνιστή της ταινίας, κάτι που κάνει το διακύβευμα ακόμα πιο εύληπτο σε εμάς.

Το όραμα του Whedon και όλα όσα καταφέρνει εδώ, είναι πραγματικά μοναδικά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο ίδιος και λαμπρός σκηνοθέτης είναι αυτός που εξακολουθεί να κρατάει ψηλά τους παλμούς και να δίνει στο κοινό αυτό που θέλει. Όμως, ενώ όλα αυτά και ευπρόσδεκτα είναι και άξια, από την ταινία μοιάζει να λείπει μια πρωτότυπη αλλά και συνεκτική ιστορία. Προσπαθώντας να μιμηθεί τον συμπιεσμένο τρόπο αφήγησης ενός κόμικ, ο Whedon μεταπηδά σεναριακά από τη μια σκηνή στην άλλη παλεύοντας να δέσει όσα περισσότερα νήματα είναι δυνατόν. Αυτό λειτουργεί άψογα μέχρι να σταματήσει κάποιος και να προσπαθήσει να συναρμολογήσει μερικές από τις διαφορετικές σκηνές. Θα αντιληφθεί ότι αντί για την ανάπτυξη μιας πληρέστερης αφήγησης, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια σειρά από συντομεύσεις. Επιπρόσθετα, η πληθώρα των ιστοριών των πρωταγωνιστών -για να μην αναφέρουμε την εισαγωγή πολλών νέων χαρακτήρων- δημιουργεί μια δυσκολία στο να συμβαδίσεις με το τι συμβαίνει, αναλογιζόμενος και τις προηγούμενες ταινίες/σειρές.

Και μια και αναφερθήκαμε στις προηγούμενες ταινίες, όσο καλός κι αν είναι ο Whedon, δυστυχώς παίζει μόνος του. Και τι εννοώ. Υπάρχουν πολλά στοιχεία με τα οποία διαφωνεί με τις προηγούμενες ταινίες και τα οποία απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη. Όπως, παραδείγματος χάρη, η απόφαση που παίρνει ο Tony Stark στο τέλος του «Iron Man 3», αγνοείται για χάρη νέων gadget. Ή, ακόμα χειρότερα, οποιαδήποτε ουσία για τη σχέση του Captain America και της Black Widow στο «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» απορρίπτεται με μία μόνο ατάκα. Σε κάθε περίπτωση είναι ανέφικτο η ταινία να επιτύχει τον ίδιο ενθουσιασμό με την πρώτη. Και οι όποιες μικρές λεπτομέρειες στερούν βαθμούς από την ταινία, δύσκολα αφαιρούν πόντους από τη συνολική επίδραση. Αυτό εδώ το blockbuster θα σας παρέχει την ανώτατη απόλαυση στο σινεμά και θα σας βάλει στο τρυπάκι να φωνάξετε: Marvel phase 3, begin!

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Run All Night [1.5/5]

Κανένας δεν περίμενε ποτέ αυτή τη δεύτερη ζωή στην καριέρα του Liam Neeson. Πριν από το 2009, στο μυαλό μας τον είχαμε ως έναν αρκετά καλό δραματικό ηθοποιό, γνωστό για τη συμμετοχή του στο αριστουργηματικό «Η Λίστα του Σίντλερ». Όταν το «Η Αρπαγή» κυκλοφόρησε, ο κόσμος του Χόλιγουντ (άλλα και το κοινό κρίνοντας από τις εισπράξεις) αποφάσισε ότι αυτός ο νέος ήρωας δράσης που κατέχει και λίγη υποκριτική βαρύτητα είναι χάρμα οφθαλμών. Η συνέχεια είναι γνωστή: «Η Αρπαγή 2», «Non-Stop», «Το Μονοπάτι του Θανάτου» και ούτω καθεξής. Μετά λοιπόν από τόσες ταινίες και αντίστοιχο ξύλο, έχουμε ξεχάσει ότι ο Neeson είναι, πέρα από άνθρωπος, ένας ηθοποιός. Αυτό συμβαίνει γιατί, με λίγες εξαιρέσεις, οι ταινίες δράσης στις οποίες πρωταγωνιστεί είναι μεν ευχάριστες, αλλά επουσιώδεις. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη «Νυχτερινή Καταδίωξη». Είναι μια πολλά υποσχόμενη ταινία, ένα τσακ παραπάνω σε ποιότητα σε πολλούς τομείς από όλες τις άλλες, αλλά στην τελική έχουμε να κάνουμε με ακόμα μια ελαφρώς διασκεδαστική ταινία όπου ο Neeson σκοτώνει και δέρνει κόσμο.

Με την υπόθεση να είναι ανάξια αναφοράς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο σεναριογράφος Brad Ingelsby, έχοντας μελετήσει πολύ καλά το στυλ των συγκεκριμένων ταινιών, θέλει να δημιουργήσει ένα άνω του μετρίου θρίλερ καταδίωξης. Διαθέτοντας μια σταθερή πρώτη πράξη, καταφέρνει και υφαίνει μαζί ιστορίες με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται σαν να μπλέκονται η μια με την άλλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο δεν είναι προβλέψιμο, πράγμα που είναι φυσικά, αλλά ότι οι συγκρούσεις που διαθέτει είναι κατάλληλα εδραιωμένες και θέτουν σε κίνηση τη δράση. Ακόμη μια θετική παραδοχή είναι ότι ο σκηνοθέτης Jaume Collet-Serra ξέρει πώς να σκηνοθετεί με δυναμικό τρόπο. Με το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας να είναι μια σειρά από σκηνές καταδίωξης, ο ισπανός σκηνοθέτης αποτελεί προσόν για την ταινία, αφού κάνει μια εξαιρετική δουλειά στη χορογραφία των σκηνών ανεβάζοντας τους παλμούς στους θεατές. Τρίτο και τελευταίο προτέρημα του έργου είναι ότι το καστ (ειδικά ο Common) καταφέρνει και ανεβάζει το υλικό, μετατρέποντας την εμπειρία στο σινεμά σε ένα αρκετά ψυχαγωγικό δίωρο.

Είναι, όμως, όλα τα παραπάνω αρκετά; Πέρα από αυτές τις δυο-τρεις θετικές παρατηρήσεις, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα επί της ουσίας που δεν έχουμε δει στο παρελθόν και καλύτερα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ταινία που απλά αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια μας, όπως οι διαφημιστικές πινακίδες που περνάνε μέσα από τα παράθυρα ενός επιταχυνόμενου τρένου. Και αυτό εγώ το θεωρώ μεγάλο πρόβλημα. Δείτε το, λοιπόν, αν δεν έχετε να δείτε κάτι άλλο. Εάν όμως αυτή η τρίτη συνεργασία του Neeson με τον Collet-Serra αποδεικνύει οτιδήποτε, είναι ότι αυτοί οι δύο θα πρέπει να προχωρήσουν σε κάτι νέο. Κουραστήκαμε…

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Furious 7 [3.5/5]

Εν έτει 2015, αυτό το φαινομενικά ατελείωτο franchise έχει αρχίσει κι εξελίσσεται σε ένα είδος προς μελέτη. Από το ταπεινό ξεκίνημα του ως ένα θαρραλέο δράμα αγώνων δρόμου, έχει μεταμορφωθεί σε ένα μεγαθήριο που προσφέρει μια άνευ προηγουμένου, εμποτισμένη με τεστοστερόνη, εξαιρετικά επιμελημένη δράση τόσο εθιστική που ακόμα κι αν κάνει πράγματα λάθος (δες κάποιες προηγούμενες ταινίες), αυτά φαίνονται σωστά.

Συνεχίζοντας από εκεί που μας άφησε το «Fast & Furious 6: Μαχητές των Δρόμων», το «Μαχητές των Δρόμων 7» διαθέτει μια αλά «Πολύ Σκληρός για να Πεθάνει: Η Εκδίκηση» πλοκή που βρίσκει τους Vin Diesel, Michelle Rodriguez και τον αδικοχαμένο Paul Walker να ενώνουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τον εξαγριωμένο αδελφό ενός κακοποιού, ο οποίος έφαγε ξύλο σε μια από τις προηγούμενες ταινίες. Αυτού του είδους η υπόθεση καταφέρνει από τη μία πλευρά να παρέχει ένα κατάλληλα κακεντρεχή Jason Statham ως μια ιδιαίτερα πεισματάρικη νέμεση, και από την άλλη πλευρά μια απλοϊκή πλοκή με την οποία όλοι μπορούμε να συμπάσχουμε. Κυρίως όμως δίνει τη δυνατότητα στη συμμορία να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο για να συλλέξει μια σειρά από στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να διασώσουν έναν χάκερ…

Νομίζω ότι καταλάβατε. Δεν είναι δε και πυρηνική φυσική. Ούτως ή άλλως, αυτό που κάνει το «7» να διαπρέπει είναι η εγκατάλειψη κάθε προσχήματος λογικής με στόχο την αποκλειστική αφοσίωση στο χάος, με σκοπό την ψυχαγωγία. Και πιστέψτε με, μιλάμε για την πιο ψυχαγωγική ίσως ταινία του 2015. Τίποτα δεν είναι αδύνατο σε αυτό το franchise! Όπως και στις προηγούμενες έξι ταινίες, η ταχύτητα, η τόλμη, η εξυπνάδα και η ωμή δύναμη των οδηγών και των αυτοκινήτων μπορούν να κάνουν τα πάντα. Για να το θέσω πιο απλά, αν είστε το είδος του θεατή που θέλει να ψειρίζει και την παραμικρή λεπτομέρεια και αναλύει τι από όσα βλέπει μπορεί να συμβεί στην πραγματική ζωή, αυτό το φιλμ θα σας κάνει να περάσετε δυο ώρες μαρτύριο. Αντίθετα, αν είστε πρόθυμοι να πάτε με τα νερά ενός έργου που απολαμβάνει να καταπατά κάθε νόμο της φυσικής, τότε είστε πιθανώς ήδη οπαδός αυτής της σειράς και είμαι στην ευχάριστη θέση να σας πω ότι το «Μαχητές των Δρόμων 7» είναι η καλύτερη στιγμή του franchise.

Ο σκηνοθέτης James Wan κάνει μια εξαιρετική δουλειά καταφέρνοντας να ενώσει κάθε στιγμή της ταινίας σε ένα άκρως διασκεδαστικό και συγκινητικό σύνολο. Όταν οι ήρωες του δεν πηδάνε από αεροπλάνα, πέφτουν από γκρεμούς, τρέχουν σε αυτοκινητόδρομους ή δέρνουν κακούς, εστιάζουν στα γνωστά θέματα της οικογένειας, της πίστης και της απλής χαράς της αποφυγής του θανάτου. Για πρώτη φορά, αυτές οι συνεχείς κοινοτοπίες για την αγάπη, την οικογένεια και την αδελφοσύνη μοιάζουν αληθινές. Και μπορεί αυτό να επιτυγχάνεται εν μέσω τραγικών συνθηκών, αλλά τότε έρχεται το φινάλε και το ευαίσθητο αντίο στον Walker που θα σε κάνει να δακρύσεις.

Είτε είστε οπαδός του franchise, είτε αρχάριος σε αυτό τον κόσμο, καθίστε αναπαυτικά στην καρέκλα σας, πάρτε το ποπ-κορν σας και ετοιμαστείτε να περάσετε δύο τέλειες ώρες στο σινεμά.

Home [1/5]

Είναι άδικο να συγκρίνουμε τις animation ταινίες της DreamWorks και της Blue Sky με τον κολοσσό της Pixar. Μιας εταιρίας που κυριολεκτικά εφηύρε το είδος με τις μικρού μήκους ταινίες τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια με το smash-hit «Toy Story» το 1995 και τα υπόλοιπα αριστουργήματα που ακολούθησαν. Η DreamWorks έχει γνωρίσει καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία μόνο με τα «Σρεκ», τα «Kung Fu Panda» και τα «Πώς να Εκπαιδεύσετε τον Δράκο σας». Φέτος, βγαίνει στις αίθουσες το «Επιτέλους Φτάσαμε Σπίτι» και παρόλο που δεν είναι κακό, δεν αξίζει της σημασίας σας.

Από το «Ε.Τ. ο Εξωγήινος» μέχρι το «Λίλο & Στιτς», οι εξωγήινοι αποτελούσαν πάντα για το σινεμά κάτι το θελκτικό. Οι αξιολάτρευτοι παρείσακτοι από το διάστημα, χάρη στην ελκυστικότητα τους στον κόσμο, υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια στο κινηματογράφο και όπως φαίνεται θα συνεχίσουν να δίνουν το παρόν. Η νεότερη προσπάθεια του στούντιο με το μισοφέγγαρο έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των 3D animation που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια (π.χ. «Πλανήτης 51: Επισκέπτης από τη Γη», «Τέρατα κι Εξωγήινοι» κτλ.). Προσεκτικά μελετημένη έτσι ώστε να ελαχιστοποιεί τα στοιχεία που ενδεχομένως θα αποξένωναν τους θεατές, το «Επιτέλους Φτάσαμε Σπίτι» σηματοδοτεί το τέλος της δημιουργίας μια υψηλότερης μορφής κινουμένων σχεδίων από τη DreamWorks.

Προσαρμοσμένο από το παιδικό βιβλίο του Adam Rex με τον τίτλο «The True Meaning of Smekday», το έργο ακολουθεί τη «δυο ακατάλληλα άτομα σε ένα road trip» φόρμουλα. Αυτή η απλοϊκή πλοκή σαφέστατα και δεν είναι το χειρότερο έγκλημα που ένα παιδικό φιλμ μπορεί να διαπράξει, καθώς ακόμα και ταινίες ενηλίκων που λειτουργούν σε αυτό το οικείο πλαίσιο αποδεικνύονται εξαιρετικές. Αυτό που είναι απογοητευτικό, είναι ότι η συγκεκριμένη ταινία δείχνει πολύ λίγη πίστη ακόμα και στο ίδιο το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Η πολύχρωμη παλέτα που υπάρχει διάχυτη σε όλη τη διάρκεια της δεν καταφέρνει να σε αποτρέψει από το να σκεφτείς ότι αυτό που βλέπεις είναι μια ελάχιστης προσπάθειας κατασκευασμένη μηχανή χρημάτων.

Η «ενώνω τις τέλειες» ιστορία κινείται από το κυνηγητό στην κωμική ανακούφιση και πίσω ξανά. Αυτό σε συνδυασμό με την απλή σχεδίαση του εξωγήινου ήρωα και τη βαριά χρήση του close-up χτίζει συγκινητικές στιγμές από τη χειραγώγηση του φωτισμού, της μουσικής και των καταστάσεων, αφήνοντας ξεχασμένους τους ελάχιστα προσεγμένους χαρακτήρες. Βέβαια, θα μου πείτε τι περισσότερο μπορείς να περιμένεις από μια ταινία που η φωνητική ύπαρξη της Rihanna στον πρωταγωνιστικό ρόλο την κατευθύνει πολύ περισσότερο από ό,τι οποιαδήποτε προθυμία για καινοτομία.

Είναι εύκολο λοιπόν να χρησιμοποιήσει κάποιος το παλιό ρητό «είναι για τα παιδιά» και να προσπεράσει το «Επιτέλους Φτάσαμε Σπίτι». Η αναγέννηση του animation την τελευταία δεκαετία μας έχει όμως αποδείξει ότι μπορούν να δημιουργηθούν ταινίες που στοχεύουν πολύ υψηλότερα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι τα παιδιά αξίζουν μια ψυχαγωγία που σέβεται τη νοημοσύνη τους, και τούτη εδώ η ταινία δεν το κάνει αυτό. Επομένως, συμβουλή μου είναι να παρακολουθήσετε αυτό το «Σπίτι»… σπίτι.