Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Batman v Superman: Dawn of Justice [2/5]

Η κριτική περιέχει όσο το δυνατόν λιγότερα spoiler (δεν γινόταν και διαφορετικά)

Εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, αμέτρητες εργατοώρες και οι ελπίδες των οπαδών σε ολόκληρο τον κόσμο έχουν συσσωρευτεί στη δημιουργία του «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης». Κατά μία έννοια, είναι μια ταινία πολύ μεγάλη για να αποτύχει. Δεν έχει σημασία τι θα πουν οι κριτικοί, οι γενιές των οπαδών των DC κόμικ θα τρέξουν εγγυημένα στις αίθουσες, καθιστώντας την ταινία εμπορικά επιτυχημένη, όπως ακριβώς έγινε και με το «Άνθρωπος από Ατσάλι». Υποψιάζομαι επίσης ότι πολλοί από εκείνους που θα πλημμυρίσουν τις αίθουσες το σαββατοκύριακο, θα πουν ότι απολαύσαν πραγματικά το έργο. Η γνώμη τους όμως θα απορρέει από τη μεθυστική αναμονή και τη μακροχρόνια αγάπη προς τους ήρωες, παρά από την ταινία αυτή καθαυτή. Κι αυτό γιατί αυτή η υπερπαραγωγή είναι τόσο πεισματικά κακή.

Η «Αυγή της Δικαιοσύνης» ξεκινά με τέσσερα διαφορετικά ανοίγματα. Στο ένα βλέπουμε για μία ακόμα φορά τη δολοφονία των γονιών του Bruce Wayne. Την έχουμε δει ήδη από τον Tim Burton και τον Christopher Nolan, αλλά γιατί ο Snyder να χάσει την ευκαιρία να μας την πει ακόμα μια φορά; Στο επόμενο, βλέπουμε έξυπνα το τέλος του «Άνθρωπος από Ατσάλι», αυτή τη φορά με επίκεντρο τον Bruce Wayne καθώς τρέχει δίπλα στους ουρανοξύστες που καταρρέουν προκειμένου να σώσει τους υπαλλήλους του. Μετά κάνουμε άλμα 18 μήνες αργότερα σε μια τοποθεσία στην έρημο, όπου ο Superman σώζει τη Lois Lane. Ύστερα πάμε σε ένα απομακρυσμένο νησί όπου αποκαλύπτεται ένα επιθυμητό αντικείμενο, για να καταλήξουμε στην ευρύτερη περιοχή της Metropolis και της Gotham, δύο εμβληματικές πόλεις που βρίσκονται γεωγραφικά απέναντι η μια από την άλλη (!).

Ολόκληρη η ταινία συνεχίζει σε αυτό το χαοτικό τροπάρι. Σκηνές δεν δένουν η μια με την άλλη, αρνούμενες να δημιουργήσουν μια λογική ιστορία. Οι εναλλαγές από τη Gotham στη Metropolis και τούμπαλιν είναι ενοχλητικές, με το δυσδιάκριτο της σκηνογραφίας να δυσχεραίνει κι άλλο την κατάσταση. Υπάρχουν ονειρικές σκηνές χωρίς προειδοποίηση ή λογική. Και το χειρότερο, η ουσιαστική πλοκή είναι ένας αχταρμάς, με τους ήρωες να πράττουν πράγματα και να κάνουν ενέργειες που ναι μεν εξυπηρετούν την πλοκή, αλλά δεν έχουν κανένα νόημα για τους ίδιους τους χαρακτήρες. Πρώτος και χειρότερος ο Lex Luthor, ο οποίος -για όνομα του θεού- για ακόμα μία φορά είναι παντελώς κακογραμμένος. Ποτέ δεν γίνεται σαφές ποια είναι τα κίνητρα του Luthor πέρα από το ότι θέλει ο Superman να φύγει από αυτόν τον κόσμο. Η δε Lois Lane, δεν είχε που δεν είχε ρόλο, εδώ είναι λες και οι δημιουργοί της ταινίας χρειάζονταν ένα αντικείμενο ή ένα συγκεκριμένο άτομο σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία και, μην μπορώντας να καταλήξουν σε μια πιστευτή εξήγηση, σκέφτηκαν ας βάλουμε την Amy Adams.

Σε όλα τα παραπάνω δεν βοηθάει και το γεγονός ότι ο Snyder θέλει να χωρέσει και καμιά δεκαριά παραπάνω πράγματα στη δράση. Αν νομίζατε ότι η παραβολή με τον Ιησού στο «Άνθρωπος από Ατσάλι» ήταν υπερβολική, δεν έχετε δει τίποτα ακόμα. Το «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» είναι γεμάτο με θρησκευτικές αλληγορίες. Για χιλιοστή φορά υπάρχει η δευτερεύουσα πλοκή που θέλει το κοινό και το κράτος να διερωτάται αν ο υπερήρωας είναι ευνοϊκός για το ευρύ κοινό ή διαθέτει τυραννική εξουσία. Ο Batman μετατρέπεται από ταγμένος τιμωρός σε μοναχικό λύκο με πολλά άλυτα ψυχολογικά τα οποία δεν μας νοιάζουν. Και το πιο επώδυνο από όλα, το φιλμ μοιάζει σαν ένα διαφημιστικό για το «Justice League». Δεν θα αποκαλύψω πώς και ποια από τα υπόλοιπα μέλη παρουσιάζονται, οι εμφανίσεις τους όμως γίνονται με τον πιο κακόγουστο τρόπο.

Για μια ταινία που ο τίτλος της είναι Batman εναντίον Superman, τίποτα δεν συμβαίνει πέρα από τα βασικά, και αυτά άσχημα καμωμένα. Αν πας για τη μάχη, θα απογοητευτείς, Αν πας για τον κακό, θα απογοητευτείς, Αν πας για τα εφέ, αν και λιγότερο, θα απογοητευτείς. Με τέτοιες ταινίες να βγαίνουν πια σωρηδόν, θα πρέπει μία να ξεφύγει από τον μέσο όρο και να κάνει κάτι διαφορετικό για να ξεχωρίσει. Ο «Σκοτεινός Ιππότης» ήταν αρκετά φιλοσοφικός για να σου τραβήξει το ενδιαφέρον. Το «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» ήταν ένα καλογραμμένο κατασκοπικό θρίλερ με έξυπνες ανατροπές, το «Spider-Man 2» του Raimi έχει μια βαθύτερη συναισθηματική εστίαση που σπάνια βλέπουμε σε τέτοιους είδους ταινίες. Το «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» στερείται τις στιγμές της κατάπληξης που κάνουν αυτές τις ταινίες ανεβαστικές και ψυχαγωγικές, καταλήγοντας να είναι πέρα για πέρα ασεβές στο κοινό που εδώ και δεκαετίες περίμενε να δει αυτήν την επική αναμέτρηση στη μεγάλη οθόνη.

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Kung Fu Panda 3 [2/5]

Το πιο λογικό πράγμα, όταν πρόκειται για ένα πολύ επιτυχημένο franchise κινουμένων σχεδίων, είναι η εταιρεία παραγωγής να προσπαθήσει να εξαργυρώσει την επιτυχία του βγάζοντας όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα για όσο χρονικό διάστημα μπορεί. Αυτό συμβαίνει με το «Kung Fu Panda 3», το οποίο προσφέρει πάνω κάτω μία από τα ίδια στη μισο-αποτυχημένη προσπάθειά του να ενισχύσει περαιτέρω τον κόσμο του Πο.

Αστεία, γεμάτη δράση και σχεδόν οπτικά αβάσταχτη χάρη στην υπερβολική παλέτα χρωμάτων της, η τρίτη δόση του franchise της DreamWorks Animation θα ικανοποιήσει σίγουρα τους οπαδούς του κεντρικού ήρωα, θα δυσαρεστήσει εκείνους που ούτως ή άλλως δεν έδειχναν μεγάλο ενδιαφέρον για τις δύο προηγούμενες ταινίες και σίγουρα δεν θα δημιουργήσει νέους φαν

Όπως ήταν αναμενόμενο, η ιστορία δεν διαθέτει ιδιαίτερο βάθος μια και βασίζεται πλήρως στις περιπέτειες και το χιούμορ που προέρχεται από την αδεξιότητα των ομολογουμένως αξιαγάπητων χαρακτήρων. Αυτή τη φορά, ωστόσο, τα πάντα είναι λιγότερο σκοτεινά από τη δεύτερη ταινία, με τον Πο να συναντά τον πραγματικό του πατέρα, ο οποίος του αποκαλύπτει ένα μυστικό χωριό από πάντα. Εκεί ο «warrior dragon» πρέπει να διδαχθεί τη δύναμη του «τσι», ώστε να καταφέρει να αντιμετωπίσει τον ανελέητο και ισχυρό υπερκακό Κάι.

Περιττό να πούμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν με έναν τρελό ρυθμό, γεμάτο με απίστευτη ποσότητα έξυπνων και μη σεκάνς που συνθέτουν μια ταινία που, από τα πρώτα κιόλας λεπτά, σου δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Εντελώς «forgettable» και πολύ μακριά από το να είναι σε θέση να κρατήσει το ενδιαφέρον των πιο απαιτητικών θεατών, το «Kung Fu Panda 3» λειτουργεί μόνο ως ένα ψυχαγωγικό κινούμενο σχέδιο που μετά βίας πιάνει τη βάση. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

The Divergent Series: Allegiant [1/5]

Με τους «Αγώνες Πείνας» και το «Twilight» να έχουν τελειώσει και όλες τις υπόλοιπες ταινίες όπως «Το Σώμα», «Έβδομος Γιος», «Ο Φύλακας της Μνήμης» και ούτω καθεξής να έχουν αποτύχει τόσο εισπρακτικά όσο και καλλιτεχνικά, οι μόνες ταινίες που συνέχιζαν επάξια την μεταφορά young-adult μυθιστορημάτων στον κινηματογράφο ήταν το «Ο Λαβύρινθος» και το «Η Τριλογία της Απόκλισης». Το πρώτο, μετά τις «Πύρινες Δοκιμασίες», συνεχίζει κάπως να μας ενδιαφέρει, ενώ το δεύτερο, μετά και το «Η Τριλογία της Απόκλισης: Αφοσίωση» μάλλον δεν μας νοιάζει καθόλου.

Επιφανειακά, το τρίτο μέρος της τετραλογίας, που στον τίτλο λέει ότι είναι τριλογία, μοιάζει να διαθέτει ένα πιο αφηγηματικό πεδίο σε σχέση με τα δυο προηγούμενα. Τα πρώτα 20 λεπτά της ταινίας σού δίνουν την εντύπωση πως η πλοκή θα εμβαθύνει σε θέματα συνωμοσίας, κοινωνικοπολιτικών ζητημάτων, αλλά και ισορροπίας μεταξύ των δυνάμεων των διοικητικών οργάνων και του ευρύτερου κοινού. Μάταια, όμως, αφού αυτό που προκύπτει είναι το πιο αδύναμο, βασισμένο στον σχολαστικά δημιουργημένο κόσμο της Veronica Roth φιλμ της σειράς.

Με την ανθρωπότητα να βρίσκεται ακόμα υπό τον κίνδυνο των φατριών, της ομοιομορφίας και της γενετικής μηχανικής (!), το έργο παρόλο που βρίσκεται στο τρίτο μέρος του, συνεχίζει να είναι μια ιστορία απλής εισαγωγής σε έναν μύθο που δεν ακολουθεί ποτέ. Μιλώντας πάντα για το ίδιο νόημα και βγάζοντας ακριβώς τα ίδια συμπεράσματα, οι σεναριογράφοι, στην υπερβολική προσπάθεια τους να αρέσει η ταινία στο δημογραφικό κοινό της, γράφουν στον αυτόματο πιλότο, θέτοντας πραγματικά σε κίνδυνο τη δική τους καλλιτεχνική αρτιότητα.

Ειλικρινά, δεν μπορώ να εξηγήσω την έλλειψη συναισθηματικής άγκυρας της ταινίας, την νωχελικότητα με την οποία εξελίσσεται το αδιάφορο ρομάντζο μεταξύ της Tris και του Four, την επαναληψιμότητα καταστάσεων και τη γελοιότητα κάποιων σκηνών που υπάρχουν για να προχωρήσουν την πλοκή. Ούτε μπορώ να δικαιολογήσω τον βραδύ ρυθμό, τα άμορφα πολιτικά υπονοούμενα, τη μηδαμινή ανάπτυξη των χαρακτήρων και την έλλειψη ενός αξιοπρεπέστατου κακού (αισθητή η απουσία της Kate Winslet και κατ' επέκταση της Jeanine).

Ο σκηνοθέτης και της «Ανταρσίας» Robert Schwentke το διασκεδάζει αισθητικά διαθέτοντας για καμβά μια εξαιρετική χρωματική παλέτα (ο κόσμος πίσω από το τοίχος είναι εξαιρετικός), όμως με μια πανομοιότυπη με τις δυο προηγούμενες συνέχειες δράση, η «Αφοσίωση» πάσχει από σοβαρή έλλειψη ενδιαφέροντος. Για το «Η Τριλογία της Απόκλισης: Ανταρσία» είχα γράψει ότι «αξίζει της προσοχής σου αποκλειστικά και μόνο για να έχεις μια εικόνα πού το πάει»… πλέον η περιέργεια για το φινάλε είναι ανύπαρκτη.

London Has Fallen [0/5]

Η ύπαρξη των ταινιών μπλοκμπάστερ στον μαγικό κόσμο του κινηματογράφου είναι μείζονος σημασίας. Ο λόγος απλός: η αβάσταχτη ελαφρότητα των μπλοκμπάστερ είναι αναγκαία. Το σινεμά δεν είναι μόνο κινηματογραφική τροφή για τη σκέψη, είναι και διασκέδαση, χαλάρωση, ξέσκασμα. Εύπεπτες ταινίες με μόνο στόχο τους την ψυχαγωγία του θεατή πρέπει να υπάρχουν και υπήρχαν πάντα.

Ως φαν λοιπόν του είδους, είμαι ανοιχτός σε κάθε μπλοκμπάστερ. Είτε αυτό αφορά εξωγήινους, τέρατα, υπερήρωες, μεταλλαγμένους και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Ταινίες όμως σαν το «Λονδίνο Έπεσε» αμαυρώνουν πέρα για πέρα, όχι μόνο το είδος, αλλά και το ίδιο το σινεμά. Αυτό που είδαμε το πρωί της Τρίτης στη δημοσιογραφική προβολή δεν μπορεί να θεωρηθεί ταινία. Όπως ο προκάτοχός του, είναι μια υπερεθνικιστική προπαγάνδα της μετά ενδεκάτης Σεπτέμβριου εποχής, ένα άσχημο κοκτέιλ από ηλίθια δράση και μεταδοτική ξενοφοβία, που δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό εκτός από το να διασκεδάσει τα ακροατήρια της Αμερικής που διαλαλούν το αμερικανικό μεγαλείο αναζωπυρώνοντας τις φλόγες του συναισθήματος κατά της Μέσης Ανατολής.

Από πού να αρχίσει κανείς με αυτό το πράγμα και πού να τελειώσει; Ας ξεκινήσουμε με την πλοκή: μετά τον θάνατο του βρετανού πρωθυπουργού, οι ηγέτες του κόσμου συγκεντρώνονται στο Λονδίνο για να παραστούν στην κηδεία. Εκεί πέφτουν σε μια θανάσιμη παγίδα αφού ο κάθε φαινομενικά αθώος παρευρισκόμενος βγάζει ένα όπλο (ή μια βόμβα, ή ένα μπαζούκας) και αρχίζει να πυροβολεί. Μόνος επιζών ο πρόεδρος της Αμερικής Benjamin Asher (Aaron Eckhart) και ο «φτιαγμένος από μπέρμπον και κακές επιλογές», απίστευτα badass πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας Mike Banning (Gerard Butler). Το πώς η MI6 ή οποιοδήποτε άλλη μυστική υπηρεσία πληροφοριών του Ηνωμένου Βασίλειου δεν κατάφεραν να πάρουν πρέφα από μια τέτοια μαζική επιχείρηση, η οποία κατάφερε να διεισδύσει παντού, είναι άξιο απορίας. Η απάντηση βεβαία δίνεται και δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι κανείς εκτός από τον αμερικανικό στρατό δεν ξέρει πώς και τι να κάνει. Αυτού του είδους η αφήγηση, που θέλει έναν αμερικανό «ήρωα» να δέχεται επίθεση και να αντεπιτίθεται με σύμμαχο το δίκαιο, πρέπει να αποσυρθεί άμεσα.

Στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι και τη Βηρυτό, καθώς και την ανησυχητική άνοδο του ISIS, το έργο δεν έχει απολύτως κανέναν καλό λόγο ύπαρξης. Ρατσιστικό και προσβλητικό όσο δεν πάει, καταφέρνει και ξεπερνάει κατά πολύ όλα τα επιτρεπτά όρια. Ενδεικτικά κάποια παραδείγματα γελοιότητας: καθώς οι ήρωες μας τρέχουν στους δρόμους του Λονδίνου, αποφασίζουν να σκοτώνουν τους πάντες αφού είναι όλοι τρομοκράτες μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ή κάτι εξίσου απεχθές. Η βοηθός του προέδρου πεθαίνει και τα τελευταία λόγια της είναι «κάνε αυτά τα καθίκια να πληρώσουν». Μιλάμε για μια κραυγαλέα έλλειψη ενδιαφέροντος για οτιδήποτε μη-αμερικανικό και οποιονδήποτε μη-Αμερικανό. Προσθέτοντας στην αίσθηση της πλήρους κι απόλυτης αποστροφής που προέρχεται από το να τα βλέπεις όλα αυτά, είναι το πώς το «Λονδίνο Έπεσε» εκμεταλλεύεται τους φόβους της κοινωνίας μας για μαζικές εκτελέσεις, τρομοκρατικές επιθέσεις και τυχαίες πράξεις βίας, προκειμένου να δικαιολογήσει αυτή την αισχρή αφήγηση.

Πολλά συγχαρητήρια στο ιρανό σκηνοθέτη Babak Najafi για την πρώτη αγγλόφωνη ταινία του, η οποία φτιάχνει ένα πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο επικροτείται η απρόκλητη σφαγή των εχθρών μας, απαλλάσσοντας εμάς από οποιαδήποτε αδικοπραγία. Αφού ας μην ξεχνάμε, εκείνοι το ξεκίνησαν. Αίσχος!

Τρίτη, 1 Μαρτίου 2016

Hail, Caesar! [2/5]

Το «Χαίρε, Καίσαρ!» αποτελεί τη δέκατη έβδομη ταινία των αδερφών Κοέν, δυο ιδιαίτερων φυσιογνωμιών του κινηματογραφικού κόσμου. Μέσα από ταινίες όπως τα «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», «Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι» και «Fargo», έχουν καταφέρει να καθιερωθούν τόσο στη συνείδηση του κοινού, όσο και στις προσδοκίες των κριτικών, ως δυο από τους καλύτερους σκηνοθέτες και σεναριογράφους της εποχής μας. Δυστυχώς, όμως, το συγκεκριμένο φιλμ ίσως αποτελεί την πρώτη ουσιαστική αποτυχία στη φιλμογραφία τους.

Τρία χρόνια μετά το συγκινητικό «Inside Llewyn Davis», επιστρέφουν με μια καυστική κωμωδία, η οποία δείχνει τον θαυμασμό και την περιφρόνησή τους για το Χόλιγουντ, εμπνευσμένη από τα πραγματικά κατορθώματα της ζωής του αντιπρόεδρου της MGM, Έντι Μάνιξ. Από την ίδρυση της MGM μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Mannix πλήρωσε πολλά χρήματα για να καθαρίσει τη δημόσια εικόνα πολλών σταρ που ήταν επιρρεπείς σε σκάνδαλα, όπως Κλαρκ Γκέιμπλ, ο Σπένσερ Τρέισι και η Άβα Γκάρντνερ. Φτιαγμένο ως ένας φόρος τιμής και μια σάτιρα της εποχής, το έργο είναι μια νοσταλγική και διαβρωτική ματιά στις ταινίες του παρελθόντος. Παρόλο που μιλάμε για ένα καλογραμμένο σε γενικά πλαίσια φιλμ, πάρα το πικάντικο θέμα του, μοιάζει να μην ξέρει πού να εστιάσει κι εντέλει εκτροχιάζεται από το βασικό του θέμα. Διαθέτοντας έναν παντογνώστη και πανταχού παρών αφηγητή, η πλοκή υποτίθεται ότι περιγράφει την ιστορία ενός κοινού ανθρώπου. Αυτή η φωνή όμως είναι το μοναδικό τέχνασμα που διατηρεί ένα είδος συνάφειας και μια δομή. Μέχρι το τέλος της ταινίας, είναι δύσκολο να νοιάζεσαι είτε για τη φωνή ή για τον χαρακτήρα που παρουσιάζει.

Παραγεμισμένο με σκηνικά και κοστούμια που παραπέμπουν σε παλιό Χόλιγουντ, απλά και μόνο για εντυπωσιασμό, η κύρια πλοκή του έργου αλλά και οι παράλληλες ιστορίες είναι σαν μια συρραφή σκηνών και καταστάσεων που έχουν ενωθεί προκειμένου να συνθέσουν μια 106 λεπτών διάρκειας ταινία. Ως αποτέλεσμα, αφού δεν υπάρχει χρόνος να αναπτυχθούν, πολλοί από τους χαρακτήρες εμφανίζονται για να αρθρώσουν μερικές λέξεις και στη συνέχεια να περιπλανηθούν στο παρασκήνιο ή να εξαφανιστούν εντελώς -η ελάχιστη χρήση του χαρακτήρα που υποδύεται η Scarlett Johansson, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα κραυγαλέα. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντάξει αν το απαιτούσε ο κεντρικός σεναριακός πυρήνας του έργου, αλλά δεν το κάνει. Ο χαρακτήρας του Μάνιξ δεν είναι από μόνος του βασικός, αφού σαν ρόλος συμμετέχει μόνο στις γελοιότητες των άλλων και ως εκ τούτου δεν έχει ουσιαστική ύπαρξη.

Επιπρόσθετα, στην προσπάθεια τους να συνθέσουν την όποια πολυπλοκότητα του έργου μέσω του παραλογισμού και του ακραίου, τα αδέλφια Κοέν δυσχεραίνουν πολύ την κατάσταση κάνοντας πολλά περισσότερα από ό,τι χρειάζεται προκειμένου να κρατήσουν το κοινό τους. Μοιάζοντας να μην έχουν για πρώτη φορά πλήρη γνώση των κινηματογραφικών μέσων, το «Χαίρε, Καίσαρ!» μοιάζει να συγκρατείται από τη νοοτροπία της εποχής που περιγράφει, είτε πρόκειται για αποτυχημένα υπονοούμενα ή ατριμάριστο σεναριακό λίπος, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται λίγα μέσα στον χαμό που να αφορούν τον θεατή. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ρυθμός του έργου είναι αλλοπρόσαλλος (το έργο ξεκινά προσπαθώντας να είναι μια σοβαρή ταινία με φιλμ νουάρ ύφος, συνεχίζει με λίγο μιούζικαλ για να καταλήξει να προσπαθεί να είναι κωμωδία καταστάσεων), έχει σαν επακόλουθο η θέαση του έργου να καταντά μια άκρως βαρετή και κουραστική εμπειρία.

Όλα τα παραπάνω μάς κάνουν να μιλάμε για τους αδελφούς Κοέν στο πιο αδύναμο σημείο τους, ακόμα κι αν είναι ξεκάθαρο ότι προσπαθούν. Χρειαζόταν περισσότερη ξεκάθαρη ίντριγκα, περισσότερες ανατροπές και καλύτερη πλοκή. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν είναι συναρπαστικό αρκετά για να αξίζει ούτε το θαυμαστικό στον τίτλο του.