Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

The Devil's Candy [3/5]

Ο άκρως ενδιαφέρον «Αγαπημένος» του Σον Μπιρν προκάλεσε, παρά τις ατέλειες του, αίσθηση στο κινηματογραφικό κοινό το 2010, προσφέροντας έναν αέρα ανανέωσης στο κορεσμένο κατά τα άλλα είδος των ταινιών τρόμου. Εφτά χρόνια μετά, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης κάνει δυναμική επανεμφάνιση με το αμερικανικό ντεμπούτο του.

Διαβάζοντας την πλοκή, η ταινία του Μπιρν μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως ένα ακόμα θρίλερ με ένα στοιχειωμένο σπίτι. Και όντως, αν έπρεπε να την προσδιορίσουμε κάπως, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ταινία τύπου «Τρόμος στο Amityville» για χεβιμεταλάδες. Ωστόσο, η αγάπη της για το είδος που αντιπροσωπεύει αλλά και για την μουσική χέβι μέταλ, την κάνει να ξεχωρίζει. Χωρίς να προβληματίζεται από τις προκαταλήψεις που συνδέουν το μέταλ και τους γυμνασμένους, γεμάτους τατουάζ άνδρες που ακούν μέταλ με τον σατανισμό και τον διάβολο, το «Δέλεαρ του Διαβόλου» παρουσιάζει μια παθιασμένη, σοβαρή ταινία με μεταλλικό υπόβαθρο, η οποία, παρά τα λάθη της, λειτουργεί εκπληκτικά μέσα στη σοβαρότητά της. Αξιοποιώντας κάποιες ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις (ότι ο διάβολος κοιμάται σε κάθε έναν από εμάς και διατηρείται ζωντανός μόνο με τρομερές και μισητές πράξεις), ο Μπιρν προτείνει κάτι πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό ξεφεύγοντας από μια ακόμα κουραστική ιστορία τρόμου.

Παρουσιάζει μια αρχετυπική σύγκρουση του καλού και του κακού, τυλιγμένη με χριστιανική εικονογραφία και ιδεολογία, με ένα αναμφισβήτητα ψυχολογικό πλεονέκτημα. Κατασκευάζοντας επίσης προσεκτικά την ατμόσφαιρα της, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης δημιουργεί μια κυκλοθυμική και κλειστοφοβική ταινία τρόμου έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Και αυτό είναι που κρατάει το κοινό προσηλωμένο και γαντζωμένο στην θέση του. Ερμηνευτικά, ο Ίθαν Έμπρι ηγείται του καστ και για ακόμη μία φορά χρησιμοποιεί το ταλέντο του για τη δημιουργία ενός χαρακτήρα για τον οποίο αισθανόμαστε γνήσια συμπόνια. Δεν είναι όμως ο μόνος που διαπρέπει στον ρόλο του. Στην πραγματικότητα, όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνος όμως που πραγματικά ξεχωρίζει πέρα από τον Έμπρι είναι ο Προυτ Τέιλορ Βινς. Απόλυτα καθηλωτικός ως o συναισθηματικά διαταραγμένος άνθρωπος που δρα ενάντια στη θέλησή του, ο καρατερίστας ηθοποιός μετατρέπει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο όταν εμφανίζεται στην οθόνη.

Αν η ταινία έχει ένα σαφές ελάττωμα, τότε είναι το over-the-top τέλος του, στο οποίο η λογική και η αξιοπιστία που είχε προηγηθεί πάει στον αγύριστο. Αυτό, δυστυχώς, σου αφήνει μια πικρή επίγευση, αλλά όλα όσα προηγήθηκαν συνθέτουν μια άκρως ψυχαγωγική ταινία, πολύ καλύτερη από τις συνηθισμένες ανοησίες των τελευταίων ετών.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

The Shack [0/5]

Δεν έχω λόγια να περιγράψω την κουλαμάρα που λέγεται «Αναζητώντας την Αλήθεια». Παρόλα αυτά, θα το προσπαθήσω γιατί αξίζει κανείς να αποτρέψει κόσμο από το να τη δει. Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση: πατέρας προερχόμενος από διαλυμένη φαμίλια, γίνεται ο ίδιος οικογενειάρχης με τρία παιδιά και μια γυναίκα θρήσκα. Ο καημός και ο πόνος όμως χτυπάει και τη δική του οικογένεια με αποτέλεσμα η ήδη κλονισμένη πίστη του στον papa (έτσι λέει η γυναίκα του τον Θεό, μα την Παναγία) να αγγίξει αρνητικό ρεκόρ. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα, λαμβάνει γράμμα από τον papa να πάει σε μια καλύβα. Και εκεί γίνεται... του παραδείσου!

Όσο κι αν μας είχε προϊδεάσει η αφήγηση στην αρχή ότι αυτό που θα δούμε τείνει προς το φανταστικό, τίποτα δεν είχε προετοιμάσει τα μάτια μας και τα αυτιά μας γι` αυτό που έμελλε να πάθουμε. Με μια «come to papa» προσέγγιση που ξεπερνάει τα όρια του διδακτισμού, το σενάριο των Τζον Φούσκο, Άντριου Λέιναμ και Ντέστιν Κρέτον μοιάζει να διαθέτει έναν και μόνο σκοπό: να μας κάνει να πιστέψουμε. Κάνοντας τον δικηγόρου του διαβόλου (θου κύριε), θα μπορούσα να αποδεχθώ μια υπενθύμιση του λόγου του Κυρίου με τη λογική ότι το έργο θα είχε πραγματικά μια ιστορία να διηγηθεί, μια παραβολή να ζωντανέψει, να στοχεύει σε κάτι παραπάνω τέλος πάντων. Όμως, όχι. Χαρακτήρες, κινηματογραφική ροή και λογική παραμερίζονται προς τέρψη ενός γλυκανάλατου θρησκευτικού χάους. Διαθέτοντας ένα αποφθεγματικό σενάριο γεμάτο βαρύγδουπες ατάκες τύπου: «as long as there is the freedom to not follow god, evil will find a way» και μια «μιλάς με γρίφους γέροντα» νοοτροπία που σου κάθεται στον λαιμό όπως το ψίχουλο από το ψωμί που έχει βουτήξει στη σαλάτα, η ταινία του Στούαρτ Χαζελντίν σε κάνει να θέλει να τρέξεις στο πλησιέστερο μπαρ και να πιεις δυο τρία σφηνάκια.

Χρησιμοποιώντας κάθε πιθανή ιστορία από τα ευαγγέλια, σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με μόνο στόχο τα διδάγματα Του, με τον πλέον ηλίθιο και κλίσε τρόπο που θα μπορούσε να γίνει. Παραδείγματος χάρη: Υπάρχει μια σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής πάει βαρκάδα. Ξαφνικά, η βάρκα μπάζει νερό και κοντεύει να πνιγεί. Ποιο το ηθικό δίδαγμα; Ότι με τη βοήθεια του Θεού μπορούμε να περπατήσουμε στο νερό. Στα μέσα της ταινίας κάνει και grande εμφάνιση η Σοφία για να κρίνει τον πρωταγωνιστή. Και έτσι ο πρωταγωνιστής καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνεις για να μην κριθείς. Μα είναι δυνατόν να βλέπουμε τέτοια πράγματα εν έτη 2017; Και άντε τα κάνεις, γιατί να τα δούμε; Καθώς η πανσοφία του Θεού δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, το έργο βασίζεται στον συναισθηματικό εξαναγκασμό για να σε κάνει να χύσεις κανένα δάκρυ και να ενδιαφερθείς. Το μόνο που καταφέρνει όμως είναι να σε κάνεις να σιγοτραγουδάς το «Papa Don`t Preach» της Madonna, καταλαβαίνοντας ίσως για πρώτη φορά το πραγματικό νόημα των στίχων. Όχι άλλο κάρβουνο, λυπηθείτε μας!

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Smurfs: The Lost Village [2/5]

Οι περιπέτειες των μικρών γαλάζιων πλασμάτων, τα οποία ζουν στο στρουμφοχωριό μέσα στο δάσος, ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1958. Στην Ελλάδα, τα Στρουμφάκια έγιναν περισσότερο γνωστά κατά τη δεκαετία του 1980, μέσα από την ομότιτλη τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων που διήρκησε εννέα χρόνια. Με το ενδιαφέρον για τα Στρουμφ να μην έχει σταματήσει ποτέ, το 2011 κυκλοφόρησε στο σινεμά η ταινία «Στρουμφάκια» που αποτελούσε ένα μείγμα computer-animation και live-action. Το 2013, επέστρεψαν με νέες ανεκδιήγητες περιπέτειες στο Παρίσι με το κακό «Στρουμφάκια 2». Φέτος, οι θεατές θα σμίξουν για ακόμα μία φορά με τους γνωστούς χαρακτήρες, αλλά αυτή τη φορά με μια ταινία καθαρά κινουμένων σχεδίων που δεν έχει σχέση με τις δύο προηγούμενες.

Στο κέντρο της ιστορίας είναι το μόνο κορίτσι στο χωριό, η Στρουμφίτα. Στην προσπάθεια της να βρει τη δική της ταυτότητα, η -δημιουργημένη από τον μάγο Δρακουμέλ- γοητευτική ξανθιά ξεκινάει ένα ταξίδι προς το απαγορευμένο δάσος. Μαζί με τους Σκουντούφλη, Σπιρτούλη και Προκόπη θα έρθουν κλασικά αντιμέτωποι με τον κακό μάγο και τη γάτα του, Ψιψινέλ. Και όπως πάντα, οι περιπέτειες τους θα είναι καθαρά παιδικές. Κάθε εμπόδιο γίνεται άλλος ένας λόγος διασκέδασης, συνάντησης με παράξενα πλάσματα και κατάκτησης μιας φανταστικής φύσης. Κάθε στιγμή της πλοκής συνοδεύεται από μια ελαφριά καλοκαιρινή μουσική. Κάθε πλάνο είναι πολύχρωμο και ευχάριστο. Και όλα αυτά μαζί μετατρέπουν το «Τα Στρουμφάκια: Το Χαμένο Χωριό» σε μια άκρως διασκεδαστική ταινία κινουμένων σχεδίων, απευθυνόμενη ξεκάθαρα σε μικρότερες ηλικίες.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

All Nighter [1.5/5]

Φανταστείτε το «Η Αρπαγή» κωμικό, χωρίς κάποια πραγματική απαγωγή, με μια νότα από «Hangover» και «Γαμπρό της Συμφοράς». Αυτό είναι το «Φοβού τον Πεθερό», η νέα κωμωδία από τον σκηνοθέτη Γκάβιν Βίσεν, η οποία ναι μεν δεν κερδίζει πόντους για την καινοτομία της, αλλά διαθέτει κάποια δυναμική χάρη στους δυο πρωταγωνιστές που υποδύονται το παράξενο δίδυμο που εξερευνά τους δρόμους του Λος Άντζελες σε αναζήτηση μιας εξαφανισμένης γυναίκας.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το σενάριο του Σεθ Όουεν βάζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι να αντιμετωπίζει μια σειρά από κουλές καταστάσεις και εκκεντρικούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, δεν είναι η ποικιλία των συμβάντων που παρέχουν τα περισσότερα από τα γέλια, αλλά οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Επιστρέφοντας στις κωμικές ρίζες τους, τόσο ο Τζ. Κ. Σίμονς όσο και ο Εμίλ Χιρς κάνουν μια αξιέπαινη δουλειά εμφυσώντας ζωή σε μια αναμασημένη ιδέα. Οι δυο τους, αντισταθμίζοντας την έλλειψη πρωτοτυπίας του κειμένου, δημιουργούν μια δυναμική που διατηρεί εστιασμένη την ταινία, ενώ παράλληλα ανυψώνει το χιούμορ της.

Ωστόσο, πέρα από τους δυο τους, δεν υπάρχει κάτι άλλο άξιο αναφοράς. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς μια τόσο απλή πλοκή δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της για να διαφοροποιηθεί. Το πρόβλημα της έγκειται στο γεγονός ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να είναι. Θέλει να είναι σοβαρή, αλλά θέλει να είναι κι αστεία. Επιζητά να λειτουργήσει συναισθηματικά, αλλά δεν παρέχει αρκετό πλαίσιο έτσι ώστε να υπάρχει κάποιο αντίκτυπο. Επιθυμεί να πει την ιστορία του ενός ήρωα, του άλλου ή και των δυο. Φυσικά, καταλήγει να είναι λίγο απ` όλα και ως εκ τούτου τίποτα απολύτως.

Η -καθόλου επιδεικτική- σκηνοθεσία του Βίσεν προσπαθεί να σώσει την κατασκευή του έργου και να δώσει ζωή στο υλικό, αλλά μάταια. Αυτό που στο τέλος σου μένει είναι ότι είδες μια αδιάφορη ταινία που ξεχνιέται εύκολα.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Beauty and the Beast [2/5]

Συμβαδίζοντας με το πνεύμα των καιρών, η Disney συνεχίζει να μετατρέπει σε live-action εκδοχές τα αριστουργήματα κινουμένων σχεδίων της. Μετά την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», το «Maleficent», τη «Σταχτοπούτα» και το «Βιβλίο της Ζούγκλας», σειρά τώρα έχει το ορόσημο του στούντιο, η «Πεντάμορφη και το Τέρας».

Το να γράψω τη γνώμη μου σχετικά με τη νέα έκδοση του «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» είναι ένα δύσκολο πράγμα. Πρώτον, η νοσταλγία που νιώθεις παρακολουθώντας την σε επηρεάζει από την πρώτη μουσική νότα. Η συγκεκριμένη ταινία έχει τραγουδιστεί κι αγαπηθεί περισσότερο από κάθε άλλη σε όλο τον κόσμο. Είναι η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, και η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που έγινε μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ. Έχει κερδίσει Όσκαρ, Γκράμι και Τόνι και βρίσκεται σε πολλές λίστες του Αμερικανικού Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Επομένως μια ιστορία τόσο αγαπητή διαθέτει εκ των πραγμάτων μια δυναμική. Πρέπει να παραδεχτώ επίσης ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματική οπτική πανδαισία. Το ήσυχο χωριό, το τρομακτικό κάστρο, ο πανέμορφος κήπος, τα όμορφα κι επιβλητικά φορέματα. Η τέχνη που δαπανήθηκε στον σχεδιασμό και τη φυσική δημιουργία κάθε ενιαίου συνόλου, κοστουμιού και χαρακτήρα είναι εντυπωσιακή. Είναι σαφές ότι όλα όσα δημιουργήθηκαν είναι μελετημένα και κατασκευασμένα με τη μέγιστη προσοχή και με απαράμιλλο πάθος.

Και όμως, παρά την άψογη όψη της ταινίας και την ύπαρξη κάποιας νοσταλγικής γοητείας, είναι προφανές ότι η κινούμενη με τη ζωντανή κινηματογραφική εκδοχή είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Χρησιμοποιώντας ξεδιάντροπα την παρακαταθήκη του αρχικού, ανακύπτει ξανά το ίδιο πρόβλημα που συναντάμε σε όλες αυτές τις επαναδιατυπώσεις. Τι καινούργιο μπορείς να προσθέσεις για να δικαιολογήσεις μια νέα έκδοση; Και εδώ είναι που οι σεναριογράφοι δεν τα καταφέρνουν καλά, αφού το μεγαλύτερο έγκλημα του έργου είναι ότι δεν προσφέρει εκπλήξεις για τους θεατές. Αντιθέτως, παραμένοντας πιστή στην ιστορία, στα γνωστά τραγούδια, στα ίδια λόγια, ακόμα και στην τοποθέτηση της κάμερας, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα μουσείο όπου τα πάντα φαίνονται μεγάλα κι επιβλητικά, αλλά χωρίς κάποια συναισθηματική απήχηση. Τα καινούργια τραγούδια της ταινίας καταρρέουν, λίγες νέες σκηνές εδώ κι εκεί προσφέρουν ελάχιστα ως προς την ουσία και όλα μαζί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα επιπλέον 40 λεπτά διάρκειας σε σχέση με το πρωτότυπο. Οι συντελεστές του έργου είναι σαν να φοβόντουσαν να καταστρέψουν την -ομολογουμένως τεράστια- κληρονομιά.

Μην μπορώντας να φέρει κάτι άλλο στο τραπέζι, το φιλμ μοιάζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ενδιαφέρον για την πρωταγωνίστρια και από ανόητες ειδήσεις (είναι ο χαρακτήρες του LeFou ομοφυλόφιλος;) που κυκλοφορούν στον τύπο. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα του, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα χαλαρό, χωρίς έμπνευση ριμέικ από δεύτερο χέρι. Αν αγαπάτε το πρωτότυπο, προσπεράστε το.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Maudie [4/5]

Το σκηνικό: ένα μικρό εξοχικό στις ακτές του καναδικού Ατλαντικού στην περιοχή της Νέας Σκωτίας. Οι βασικοί χαρακτήρες: δύο. Ένας ισχυρογνώμων εργένης (ο Έβερετ) που ψάχνει οικονόμο και μια απονήρευτη γυναίκα (η Μοντ) που θέλει να φύγει από το σπίτι της. Οι δυσκολίες της ζωής θα ενώσουν τις μοίρες τους.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Εκ πρώτης όψεως αυτή η ιρλανδοκαναδέζικη συμπαραγωγή μοιάζει ως μία ακόμα χλιαρή ιστορία αγάπης με μια κλασική έναρξη και μια κατάληξη που υπαγορεύεται αποκλειστικά από τους άγραφους νόμους του είδους. Αυτή η εντύπωση όμως είναι βιαστική, καθώς πρόκειται για ένα συγκινητικό, αλλά ποτέ μελοδραματικό, έργο με μια ιδιαίτερη πινελιά. Η σκηνοθέτης Έιλινγκ Γουόλς, η σεναριογράφος Σέρι Γουάιτ και οι δύο υπέροχοι πρωταγωνιστές μετατρέπουν την αληθινή ιστορία στο επίκεντρο του «Maudie» σε ένα άξιο παρακολούθησης δράμα για έναν γενναίο αγώνα κατά των φυσικών περιορισμών.

Ταινία ερμηνειών, το «Maudie» μοιάζει από το πρώτο κιόλας λεπτό να ανήκει στη Σάλι Χόκινς και τον Ίθαν Χοκ. Κουβαλώντας όλο το φιλμ πάνω της, η υποψήφια για Όσκαρ Βρετανίδα παραδίδει μια τρισμέγιστη ερμηνεία. Μια ερμηνεία που κλέβει τις εντυπώσεις και αξίζει να συζητηθεί. Συλλαμβάνοντας την ουσία του χαρακτήρα της Μοντ, καταφέρνει και βρίσκει εκείνη την ισορροπία μεταξύ μίμησης και ηθοποιίας παρέχοντας στο κοινό ένα οικείο πορτρέτο ενός ανθρώπου. Δίπλα της, ο Χοκ δεν είναι σε καμία περίπτωση κατώτερος της. Κρατώντας έναν υποστηρικτικό ρόλο, τονίζει περαιτέρω την ένταση με την οποία η Χόκινς φέρνει το αδάμαστο πνεύμα της Μοντ στην οθόνη, αποδεικνύοντας για ακόμα μία φορά ότι είναι ένας ατρόμητος ηθοποιός που δεν φοβάται να ασχοληθεί με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Οι δυο τους μαζί εισέρχονται σε ένα επίπεδο καλλιτεχνικής υπερβατικότητας που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη, προκαλώντας τον θεατή σε κάθε λεπτό να εμπλακεί συναισθηματικά.

Αν οι ερμηνείες επί της οθόνης είναι η ραχοκοκαλιά της ταινίας, ο σύνδεσμος που κρατά τα πάντα μαζί είναι η σκηνοθεσία της Γουόλς. Αντίθετα με τις περισσότερες βιογραφίες που νιώθουν την ανάγκη να φτιάξουν κάτι το σπουδαίο, το «Maudie» μοιάζει να ικανοποιείται με τις απλές απολαύσεις που βρίσκονται σε μια απλή ιστορία. Ξεκινώντας την εξιστόρηση της με έναν λευκό καμβά, τόσο η σκηνοθέτης όσο και η σεναριογράφος προσθέτουν αφειδώς στρώσεις από χρώματα και συναίσθημα στην οθόνη, μέχρι να δημιουργηθεί κάτι που δεν απέχει καθόλου από ένα έργο τέχνης. Κάθε σκηνή είναι όμορφα καδραρισμένη και φωτισμένη, ενώ μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ συμπληρώνει παιχνιδιάρικα το σενάριο. Με τόνο επιδέξια ελεγχόμενο, χωρίς ποτέ να δίνει υπερβολική έμφαση σε δακρύβρεχτες καταστάσεις, αλλά ούτε να αποφεύγει τις δύσκολες στιγμές, το φιλμ μάς συναρπάζει. Όταν τελειώνει, νιώθεις ότι σε διακατέχει μια ευχάριστη λάμψη, αφού σου έχει υπενθυμίσει τη δύναμη της θέλησης, της αθωότητας και της τέχνης.

Εάν κάποιος παρατηρήσει την ταινία προσεκτικά, σίγουρα θα βρει λάθη ή πράγματα που δεν τα `κανε σωστά, αλλά ποιος νοιάζεται; Μερικές φορές είναι αρκετό να αφήσεις μια ταινία να είναι αυτό που είναι χωρίς να ζητάς περισσότερα ή καλύτερα. Υπέροχο…

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Call Me by Your Name [5/5]

Δεν ξέρω πώς μπορεί κάποιος να γράψει για το «Call Me by Your Name». Πώς θα μπορέσει να μιλήσει για μια ταινία που αιχμαλωτίζει και αναστατώνει την καρδιά σου και το κάνει σωστά. Είχα το τεράστιο προνόμιο να δω το νέο έργο του Λούκα Γκουαντανίνο στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και αμέσως μετά την προβολή, τόσο εγώ όσο και συνάδελφοι από κάθε γωνιά του κόσμου συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε εμείς αυτοί που θα πρέπει να διαδώσουμε ότι η ταινία είναι απλά ένα αριστούργημα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να το επιχειρήσω…

Η τελευταία ταινία του ιταλού σκηνοθέτη διαδραματίζεται το 1983 στη Βόρεια Ιταλία και αφηγείται ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο ανάμεσα σε έναν ώριμο 17χρονο Αμερικανο-ιταλό με το όνομα Έλιο (Τιμοτέ Σαλαμέ) και τον Όλιβερ (Άρμι Χάμερ), έναν 24χρονο αμερικανό επιστήμονα που επισκέπτεται τον πατέρα του Έλιο προκειμένου να τον βοηθήσει. H σχέση μεταξύ των δύο νεαρών ανδρών είναι η εστίαση της ταινίας, αλλά o Γκουαντανίνο και οι συν-σεναριογράφοι Γουόλτερ Φασάνο και Τζέιμς Άιβορι πετυχαίνουν να αφηγηθούν μια οικουμενική ιστορία αγάπης συγκλονιστικά κινηματογραφημένη κι ερμηνευμένη.

Υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο στο «Call Me by Your Name». Πρώτα απ` όλα, ποτέ δεν προσπαθεί να χειραγωγήσει τα συναισθήματα του κοινού. Απλώς σταδιακά αρχίζει να λέει την ιστορία του αφήνοντας στο κοινό να ζήσει την εμπειρία. Καθιερωμένος από τις προηγούμενες ταινίες του ως ένας σύγχρονος μάστερ δημιουργίας ατμόσφαιρας, ο Γκουαντανίνο δεν χρειάζονται πολλά για τη δημιουργία σύνθετων συναισθηματικών περιβαλλόντων. Με βλέμματα και χειρονομίες που μιλάνε από μόνες τους και μια μουσική που λέει πολύ περισσότερα από ό,τι οι λέξεις θα μπορούσαν, φτιάχνει ένα συγκινητικό φιλμ εμποτισμένο με μια αδιαμφισβήτητη εκτίμηση των ανθρώπων. Αφαιρώντας την κουρτίνα των αμφιβολιών και των προκαταλήψεων, αφήνει σε εμάς να θαυμάσουμε τη σχέση δύο ανθρώπων, χωρίς να δίνεται προσοχή στο φύλο τους. Διότι, είτε σας αρέσουν οι γκέι ταινίες είτε όχι, αυτή η ταινία δεν ήταν ποτέ γι` αυτό. Είναι για τα συναισθήματα με τα οποία όλοι είμαστε εξοικειωμένοι, ανεξάρτητα από το τι φύλο είμαστε.

Υπάρχει μια καθολική αγάπη εδώ ανάμεσα σε φίλους, οικογένεια και ξένους που προσθέτει μια τρυφερότητα στην ταινία. Από το παραδοσιακό φιλί στο μάγουλο μέχρι τη σωματική εγγύτητα που έχει ο Έλιο με τους γονείς του, ο διευθυντής φωτογραφίας Σαγιόμπιου Μακντιπρόμ τα συλλαμβάνει όλα με το ίδιο εξαίσια μάτι που αιχμαλωτίζει τα πανέμορφα ηλιόλουστα τοπία της Ιταλίας. Γεμάτα μυρωδιές, γεύσεις και ήχους, τα πλάνα είναι ζεστά και ζωντανά. Τα μάτια των πρωταγωνιστών φαίνεται να έρχονται σε μας. Αισθανόμαστε ότι είμαστε υπό τον έλεγχο κάποιου. Θέλουμε να βρεθούμε στην άλλη πλευρά της οθόνης. Νιώθουμε τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Όταν το σώμα τους δονείται, σταματάμε να αναπνέουμε. Όταν στεναχωριούνται, αισθανόμαστε ένα βάρος στο στήθος. Όταν δεν μπορούν να εκφραστούν, θα θέλαμε να τους αγκαλιάσουμε και να μιλήσουμε εμείς γι` αυτούς. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γκουαντανίνο είναι πραγματικά πρωτοφανής.

Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν, το έργο του σκηνοθέτη του «Είμαι ο Έρωτας» και του περσινού «Κάτω από τον Ήλιο» είναι πολλά πράγματα μαζί. Είναι μια ταινία ενηλικίωσης. Ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο των νεανικών ερωτικών σκιρτημάτων με όλα τα σκαμπανεβάσματα τους. Μια ταινία για την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και τη λάγνα λαχτάρα. Μα πάνω από όλα, είναι μια ωδή για την αγάπη σε όλες τις μορφές της. Με την ίδια την ιδέα της αγάπης ως ένα ουσιαστικό κομμάτι της ανθρωπότητας που πρέπει να αρπάζεις, να απολαμβάνεις και να ζεις κάθε φορά που σε βρίσκει. Η αγάπη είναι μία από τις χαρές και μεγάλες προσπάθειες της ανθρώπινης ύπαρξης, κι αυτό είναι ένα συναίσθημα που διερευνάται με ενθουσιασμό και στοργή στο «Call Me by Your Name». Ένα έργο που καταφέρνει να είναι αισθησιακό, αλλά όχι αδιάκριτο. Ελκυστικό, αλλά όχι αποπνικτικό. Άμεσο, αλλά ποτέ παράτολμο. Ένα σπάνιο είδος ποίησης όπου τα πάντα ισορροπούν στην εντέλεια.

Σε αυτό συντελούν και οι αξιόλογες ερμηνείες του Σαλαμέ, του Χάμερ και του Στούλμπαργκ. Μου είναι δύσκολο να σκεφτώ άλλον νεαρό ηθοποιό να παραδίδει μια τέτοια μεγαλειώδη ερμηνεία όσο αυτή του Σαλαμέ εδώ. Σκιαγραφώντας την αμηχανία και την πληθωρικότητα του απροσδόκητου έρωτα με καταστροφική ακρίβεια, ο ηθοποιός θα πρέπει από τώρα να ετοιμάζει τον λόγο του για τα επόμενα Όσκαρ. Ο Χάμερ, από την άλλη, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, εκπλήσσει με μια εμφάνιση που εκμεταλλεύεται πλήρως τη εξωπραγματική ομορφιά του προσθέτοντας ένα στρώμα τρυφερότητας, πάθους και τη λύπης. Και έπειτα υπάρχει κι ο Μάικλ Στούλμπαργκ, ο οποίος συμπυκνώνει, με απόλυτη σαφήνεια και διορατικότητα, τα θέματα αυτής της όμορφης, βαθύτατα ερωτικής ταινίας σε λιγοστές μόνο σκηνές. Οι τρείς τους μαζί με τις Αμιρά Καζάρ και Έσθέρ Γκαρέλ συνθέτουν ένα επιτελείο ηθοποιών, των οποίων τη χημεία σπάνια βλέπουμε στην κινηματογραφική οθόνη.

Εν κατακλείδι, το «Call Me by Your Name» είναι μια πραγματικά απίστευτη ταινία. Ισχυρή και εύστοχη, ξυπνάει τις αισθήσεις δελεάζοντάς σε να ζήσεις τη ζωή πλήρως όσο προλαβαίνεις.