Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

The Shallows [3.5/5]

Από τότε που ο Steven Spielberg παρουσίασε την πρώτη υδάτινη απειλή του κινηματογράφου με τα «Σαγόνια του Καρχαρία», οι κίνδυνοι που παραμονεύουν στο πέλαγος έχουν εμπνεύσει δεκάδες ταινίες, άλλες καλές, άλλες ικανοποιητικές και άλλες άθλιες.

Το «Σε Ρηχά Νερά» έρχεται να προστεθεί σε αυτό τον μακρύ κατάλογο ταινιών, και αν η ιδέα της «Gossip Girl» Blake Lively εναντίον ενός καρχαρία δεν σας τραβάει την προσοχή, τότε καλά θα κάνετε να αναθεωρήσετε, καθώς η ταινία είναι απολαυστικότατη αναβιώνοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπος το είδος. Διαθέτοντας ένα έξυπνα γραμμένο σενάριο από τον Anthony Jaswinski και το άγρυπνο μάτι του Jaume Collet-Serra στη σκηνοθεσία, το έργο είναι από εκείνα που καταστρέφουν έναν τέλειο αμμώδη παράδεισο, μετατρέπουν τα κρυστάλλινα γαλάζια νερά σε αιματοβαμμένα ύδατα και σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις ότι είναι περιστασιακά ωραίο να παρακολουθείς μια ταινία απλά και μόνο για την απόλυτη διασκέδαση που σου παρέχει.

Το πώς και το γιατί της πλοκής είναι εξαιρετικά κοινό, κλισέ και άνευ σημασίας. Εκεί που η ταινία πετυχαίνει διάνα είναι στο γεγονός ότι αγκαλιάζει τη διασκέδαση του είδους, χωρίς ποτέ να ξεχνάει ότι πρόκειται για ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ που χτίζει σιγά-σιγά την ένταση και την απογοήτευση για μια κατάσταση που φαίνεται τόσο απλή, αλλά και τόσο αδύνατη να λυθεί. Τα αφρώδη κύματα που λαμποκοπούν στο φως του ήλιου και το τροπικό δάσος που καλύπτει τις ορεινές περιοχές ζωγραφίζουν ένα γραφικό τοπίο, και οι κοραλλιογενείς ύφαλοι δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που σε ρουφάει προετοιμάζοντάς σε για μια αναπόφευκτη επίθεση καρχαρία.

Στη δημιουργία του απαραίτητου κλίματος βοηθάει εξαιρετικά και το γεγονός ότι το σενάριο δεν αναλώνεται σε περιττό δράμα και συναισθηματικές εκρήξεις. Τέτοιες στιγμές υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν είναι κάτι περισσότερο από τη συνηθισμένη προσωπική διαδρομή του ήρωα μέσα από την οποία θα δεθούμε μαζί του. Προς τιμήν της η Lively, το γνωρίζει αυτό και υποδύεται την ηρωίδα με τέτοιο τρόπο που μας συνεπαίρνει. Είναι αστεία, είναι απελπισμένη, είναι θυμωμένη και φυσικά είναι και πολύ όμορφη. Χάρη σε αυτήν, ο κίνδυνος είναι τόσο ζωντανός και σοβαρά παρουσιασμένος, σε σημείο όπου δεν θέλεις πραγματικά ο καρχαρίας να κερδίσει.

Φυσικά, μην περιμένετε την πιο ρεαλιστική μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μητέρας φύσης. Η ηρωίδα και ειδικά οι λίγοι δεύτεροι χαρακτήρες παίρνουν τις συνήθεις αναμενόμενες χαζές αποφάσεις που ναι μεν αποσπάσουν την προσοχή στα σημεία, αλλά όχι πολύ. Στα 87 λεπτά διάρκειας του, το «Σε Ρηχά Νερά» είναι ένα φοβερά διασκεδαστικό θρίλερ που θα σας κρατήσει στην άκρη του καθίσματός σας, παρασύροντας σας στην τρέλα μιας ταινίας για την επίθεση ενός καρχαρία, ζητώντας από εσάς μόνο να απολαύσετε τη βόλτα. Αγοράστε τα ποπ-κορν σας, λοιπόν, και μπείτε άφοβα στην αίθουσα.

Star Trek Beyond [2/5]

Δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα οπαδός του Star Trek. Μετά τη θέαση των δυο πρώτων ταινιών του reboot της σειράς, αποφάσισα να ασχοληθώ και να ψάξω λίγο για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό αλλά και τηλεοπτικό συμπάν. Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι το πώς ο κόσμος του Star Trek καταπιάνεται με ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας, μέσω της ακραίας μεταφοράς των εξωγήινων πολιτισμών. Και πώς αυτό συνδυάζεται με το γεγονός της δράσης και της προσπάθειας των ηρώων να ξεφύγουν ή να νικήσουν τους τους εχθρούς μέσα από έξυπνες λύσεις.

Με αυτό στον νου, πηγαίνοντας να παρακολουθήσω την ταινία γνώριζα ότι επρόκειτο για μια ιδιαίτερη περίπτωση. Ο σκηνοθέτης των δυο εξαιρετικών προηγούμενων J.J. Abrams άφησε τη σκηνοθετική καρέκλα προκειμένου να δώσει ζωή σε έναν άλλο γαλαξία. Αυτό οδήγησε την Paramount Pictures στο να ψάξει να βρει έναν νέο μαέστρο στο σκηνοθετικό τιμόνι του franchise και για κάποιον λόγο κατέληξαν στον Justin Lin, δημιουργώντας μακράν την πιο αδύναμη ταινία της σειράς. Βασιζόμενος πλήρως στα δυνατά του σημεία, ο σκηνοθέτης των Fast & Furious 3, 4, 5 και 6 οδηγεί με τόλμη το όλο franchise σε μια νέα κατεύθυνση που δεν του ταιριάζει. Ξεχνώντας ότι σκηνοθετεί ένα θρυλικό έργο επιστημονικής φαντασίας, αποφασίζει να αφήσει πίσω του την πολυπλοκότητα των προηγούμενων και να δημιουργήσει μια ταινία δράσης υψηλών οκτανίων που δεν ενδιαφέρεται για κάτι άλλο, προσφέροντας έτσι από τα πρώτα κιόλας λεπτά ένα θορυβώδη και ακατάστατο θέαμα.

Στην αποτυχία του εγχειρήματος συμβάλλει και η συγγραφική ομάδα του «Star Trek Beyond», που αν και πέντε κατάφεραν να γράψουν κάτι τόσο άτονο. Ασχολούμενοι με την ανάπτυξη πολλών ανόμοιων θεμάτων, κατασκευάζουν μια ταινία συνονθύλευμα από σκηνές χωρίς συνοχή και χαρακτήρες, χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δυσκολία εμπλοκής του θεατή με τα όσα διαδραματίζονται μπροστά του. Τα κενά στο επιστημονικό και φυσικό κομμάτι του έργου προκαλούν μειδίαμα, ο κακός του έργου είναι τόσο ελλιπέστατα γραμμένος που για τον θεατή δεν είναι τίποτα άλλο από κάποιον που θέλει να σκοτώσει ανθρώπους, ενώ αυτή η μανία της επεξήγησης τού τι γίνεται ξεπερνάει τα επιτρεπτά όρια. Το δε φινάλε που μετατρέπει την ταινία σε κάτι που μόνο από τον Michael Bay θα μπορούσαμε να δούμε, δεν το σχολιάζω.

Ερμηνευτικά και οπτικά δεν θεωρώ ότι υπάρχει νόημα σχολιασμού και κριτικής. Όπως όλες οι ταινίες τέτοιου μεγέθους, σίγουρα χορταίνεις από οπτικά εφέ και ήχο, παρακολουθώντας παράλληλα καλούς ηθοποιούς να υποδύονται αγαπημένους ήρωες αξιοπρεπέστατα. Σε κάθε περίπτωση, η ταινία παρακολουθείται με άνεση, απλά όσο εύκολα τη βλέπεις άλλο τόσο θα την ξεχάσεις.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο.

Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και διαλόγους που καλύτερο θα ήταν να παραμείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Διαθέτοντας μια πλοκή πάνω κάτω ίδια με τον προκάτοχο της, αυτή η «Νέα Απειλή» κάνει, από το πρώτο κιόλας λεπτό του έργου, απόλυτα αισθητό το πόσο προχειροφτιαγμένη είναι. Το σενάριο των, πέντε παρακαλώ, σεναριογράφων ξεκινά προσπαθώντας να μας δείξει τι συμβαίνει στον πλανήτη δυο δεκαετίες μετά την απόκρουση της πρώτης εισβολής. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την εξωγήινη τεχνολογία προς όφελος τους, ο κόσμος όλος έχει γίνει μια ειρηνική παρέα και άλλα τέτοια. Και πάνω που όλα είναι καλά και ωραία και ο κόσμος ετοιμάζεται για να γιορτάσει την επέτειο όσων συνέβησαν στην πρώτη ταινία, τσουπ σκάει ένα διαστημόπλοιο. Ο κόσμος αρχίζει να τρέχει μανιωδώς, οι βόμβες πάνε και έρχονται, και εσύ σαν θεατής έχεις αρχίσει ήδη να βάζεις στοιχήματα για το ποια μνημεία θα καταστραφούν αφού τίποτα από όσα βλέπεις δεν σε αφορά. Και αυτό, γιατί, χιλιόμετρα μακριά από το δεξιοτεχνικό κι αγχωτικό χτίσιμο έντασης που υπήρχε στην πρώτη μία ώρα της «Ημέρας Ανεξαρτησίας», εδώ είναι ξεκάθαρο ότι το έργο βιάζεται να φτάσει στα εφέ και τις εκρήξεις χωρίς να το νοιάζει κάτι άλλο. Σε έναν αχταρμά από σκηνές όπου πράγματα απλά εννοούνται ή προσπαθούν να εξηγηθούν επιστημονικά με τον πιο βλακώδες τρόπο, τα πάντα και οι πάντες έχουν ως στόχο το ξεκίνημα της καταστροφής του κόσμου.

Χωρίς να υπάρχει λοιπόν ουσιώδες σενάριο, ξεκινάει ο αφανισμός του ανθρώπινου είδους και καθώς το έργο προχωρά συνειδητοποιείς ακόμα ένα βασικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει πρωταγωνιστής. Και αφού δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει κάτι που μπορεί το κοινό να υποστηρίξει ή να πιαστεί από αυτό. Και το χειρότερο, όχι μόνο δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, αλλά η ιστορία ασχολείται με δεκαέξι διαφορετικούς χαρακτήρες. Δεκαέξι ρόλοι έχουν γραφτεί και ο κάθε ένας από αυτούς έχει μία τουλάχιστον «σημαντική» σκηνή. Ας το ξαναπούμε… δεκαέξι! Κάπου στα μέσα της ταινίας, κι αφού έχουν σκοτώσει 3-4, οι σεναριογράφοι αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα δεν λειτουργεί. Χωρίς να τους περάσει καν από το μυαλό να κάτσουν και να το ξαναγράψουν από την αρχή, αποφασίζουν να το φορτώσουν με άσχετες και σχετικές σκηνές με συναίσθημα και χωρατά μήπως και τσιμπήσουμε και δεν καταλάβουμε ότι το όλο πράγμα βρωμάει. Η λογική αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός ανούσιου ομοφυλοφιλικού έρωτα, κοπιαρισμένες σκηνές από το πρώτο, χιλιάδες κοντινά για κάθε πατριωτική ατάκα και κάτι για μια συμμαχία των πολιτισμών του σύμπαντος. Για να σας δώσω να καταλάβετε το πόσο κακό είναι, μέσα σε όλα αυτά υπάρχει μια αδιανόητα κακή σκηνή με τον Λίαμ Χέμσγουορθ να κάνει κωλοδάχτυλο στους εξωγήινους και να τους κατουράει το διαστημόπλοιο.

Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, σκέφτομαι ότι όλα αυτά δεν νοιάζουν τους περισσότερους. Πολύς κόσμος θα πάει για τις επικές μάχες, τις γεμάτες αδρεναλίνη σκηνές και τη δράση. Δυστυχώς, όμως, ούτε σε αυτό το κομμάτι το έργο δεν ανταπεξέρχεται θετικά. Οι σκηνές δράσης αποτελούνται κυρίως από κοντινά πλάνα των ηθοποιών που εξηγούν την πλοκή ο ένας στον άλλον, το μέγεθος είναι τέτοιο που το «bigger is better» γυρίζει μπούμερανγκ λειτουργώντας αρνητικά, και τα εφέ δεν προσφέρουν κάτι νέο, απλά μας θυμίζουν άλλες σκηνές σε ανώτερες ταινίες. Ο σχεδιασμός των εξωγήινων είναι επίσης εξίσου τεμπέλικος με τη γιγαντιαία εξωγήινη βασίλισσα να μοιάζει επικίνδυνα με τον κακό από τα «Χελωνονιντζάκια ΙΙ» και το φιλικό ρομπότ της παρέας των καλών να είναι ίδιο με την EVE στο «Γουόλ-Υ».

To τέλος της ταινίας θέτει τη πιθανότητα πολλαπλών συνεχειών. Αν όντως υπάρξει τρίτο μέρος, ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι ιδίας προβλέψιμης και περιορισμένης νοημοσύνης όπως αυτή η ψυχρή υπολογισμένη μηχανή, η οποία αγκομαχά να δικαιολογήσει την κληρονομιά της και συνθλίβεται κάτω από την ίδια της τη βλακεία.