Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Skyfall [4.5/5]

Η πολυαναμενόμενη 23η νέα ταινία του James Bond σκηνοθετημένη από τον Sam Mendes με πρωταγωνιστές τους Daniel Craig και Javier Bardem είναι γεμάτη από όλες εκείνες τις τυπικές συγκινήσεις κι ενθουσιασμούς που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε από τον αγαπημένο κατάσκοπο της Αυτού Μεγαλειότητος τα τελευταία πενήντα χρόνια. Ωστόσο, αυτή τη φορά, ερχόμαστε, προς έκπληξη μας, με μια αναζωογονητική προσέγγιση που καταφέρνει να δώσει νέα ενέργεια στο μακροβιότερο franchise όλων των εποχών.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Από την πρώτη κιόλας εκπληκτική εναρκτήρια σεκάνς που ξεκινά με μια καταδίωξη με μοτοσικλέτες στις στέγες των σπιτιών για να καταλήξει σε μια σώμα με σώμα μάχη στην κορυφή ενός κινούμενου τρένου, αντιλαμβάνεσαι ότι όλα όσα θα περίμενες από μια ταινία Bond είναι εδώ. Οι εξωτικές τοποθεσίες υπάρχουν (Κωνσταντινούπολη, Σαγκάη, Μακάο), όπως και οι όμορφες γυναίκες (Naomie Harris, Berenice Marlohe και η δική μας Τόνια Σωτηροπούλου). Τα επικίνδυνα ακροβατικά και οι περιπετειώδεις σκηνές δίνουν και αυτά το παρόν. Η δράση και η αγωνιά είναι πανταχού παρούσες, όπως και το χιούμορ. Και καθώς η ταινία προχωράει, αντιλαμβάνεσαι ότι με το «Skyfall» ο Mendes θέλει και καταφέρνει να αποδώσει έναν φόρο τιμής σε ολόκληρο το franchise εκθέτοντας και μερικές φορές ανατρέποντας τις ιδέες μας για το ποιος είναι ο Bond, μέσα από ένα σενάριο που προσπαθεί να ανακαλύψει την προέλευση του, ενώ παράλληλα με έξυπνο τρόπο κάνει και μια εξερεύνηση των αλλαγών που ο χαρακτήρας έχει υποστεί μέσα σε αυτά τα πενήντα χρόνια.

Αντίθετα με τις περισσότερες ταινίες του James Bond, η πλοκή είναι απλή και δεν σας αφήσει με ένα πονοκέφαλο προσπαθώντας να καταλάβετε το τι συμβαίνει. Στον πυρήνα του «Skyfall» υπάρχει όμως κάτι πιο έντονο και διαφορετικό που ανεβάζει την ταινία σε νέα ύψη και επικεντρώνεται σε δυο σημεία. Πρώτον η ταινία θέτει πανέξυπνα ένα μεγάλο ερώτημα: είναι η βρετανική μυστική υπηρεσία, και κατ’ επέκταση ο Bond και η Μ, χρήσιμοι στον 21ο αιώνα; Και οι δύο αμφισβητούν τη θέση τους στον κόσμο, αναρωτώμενοι αν είναι πάρα πολύ μεγάλοι για αυτό το παιχνίδι και αν εξακολουθούν να είναι αναγκαίοι σε έναν κόσμο όπου ο εχθρός δεν είναι πλέον ολόκληρα έθνη, αλλά απρόσωποι άνδρες που κρύβονται στις σκιές. Και δεύτερον μεγάλο βάρος στην ταινία δίνεται στο δεσμό του Bond με την M. Πάντα υπήρχαν δείγματα της σχέσης τους σε προηγούμενες ταινίες, αν θυμάστε στο GoldenEye του 1995, η Μ (η Dench, στην πρώτη Bond εμφάνιση της) αποκαλεί τον Bond (τότε Pierce Brosnan) έναν σεξιστικό, απαρχαιωμένο μισογύνη κι ένα κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου. Το «Skyfall», όμως, πηγαίνει τη σχέση τους ένα βήμα παραπέρα διερευνώντας την πλήρως για πρώτη φορά. Και αυτό ισχύει εδώ, πέρα από όσα θα περίμενε κανείς από μια ταινία Μποντ, προσθέτοντας κάτι νέο και διαφορετικό στο έργο. Του δίνει καρδιά και συναισθηματικό βάθος. Μέσα από αυτά τα δύο σημεία λοιπόν, ο νέος Bond που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Casino Royale, εδώ πατάει γερά στη γη και βρίσκει τον δρόμο του σε νέους ορίζοντες. Και τα αποτελέσματα είναι συναρπαστικά.

Μεγάλο κομμάτι της επιτυχίας του φιλμ για άλλη μια φορά είναι οι συντελεστές του. Από την μια έχουμε τους ηθοποιούς. Πρώτον και καλύτερο τον Daniel Craig, ο οποίος, εδώ στην τρίτη του φορά στον ρόλο του Bond, είναι καλύτερος από ποτέ. Κινείται πιο εύκολα, χαμογελάει πολύ περισσότερο, είναι πολύ πιο σίγουρος, πιο ανθρώπινος. Στην αντίπερα όχθη, στον ρόλο του κακού, συναντάμε τον Javier Bardem. Πέρα για πέρα απολαυστικός, είναι σίγουρα ένας από τους καλύτερους κακούς που έχουμε δει στη σειρά κι αυτό γιατί καταφέρνει να πλάσει έναν ολοκληρωμένο και τρομερά απειλητικό χαρακτήρα. Η μαεστρία, τώρα, της ενσωμάτωσης στο καστ της Judi Dench ως Μ στο Goldeneye εξακολουθεί να αποδίδει καρπούς και το «Skyfall» είναι αναμφισβήτητα η καλύτερη στιγμή της. Τέλος, οι νέες προσθήκες στο καστ, από τον Ralph Fiennes και τον Ben Whishaw μέχρι τη Naomie Harris, είναι εξίσου υπέροχες. Και από την άλλη έχουμε τον σκηνοθέτη του έργου. Στο «Skyfall», ο Mendes έχει επιδέξια κατασκευάσει μια εξαιρετική ταινία, καταφέρνοντας να βρει μια ισορροπία μεταξύ δράσης και δράματος, φως και σκοταδιού, όπως επίσης παλιού και νέου Bond, κάτι που κανένας σκηνοθέτης δεν έχει καταφέρει εδώ και δεκαετίες.

Μπορεί λοιπόν να είναι 50 ετών, αλλά χάρη στον Mendes, την εκπληκτική δουλειά του κινηματογραφιστή Roger Deakins και το άπαιχτο καστ, αυτή είναι, χωρίς αμφιβολία, μια από τις πιο όμορφες ταινίες του Bond που θα δείτε ποτέ.

Zarafa [2.5/5]

Η δωρεά μιας καμηλοπάρδαλης από τον Μοχάμεντ Αλή Πασά της Αιγύπτου στον 10ο βασιλιά της Γαλλίας Κάρολο είναι σίγουρα ένα αντισυμβατικό θέμα για να εμπνεύσει μια ταινία κινουμένων σχεδίων. Το Zarafa, όμως, αποδεικνύει ότι με έξυπνο χειρισμό ακόμα και οι πιο δύσκολες ιστορίες μπορούν να επιφέρουν μαγικά αποτελέσματα. Και οι δημιουργοί της ταινίας, Remi Bezancon και Jean-Christophe Lie, καταφέρνουν επιτυχημένα να τιθασεύσουν το υλικό και να μας παρουσιάζουν την περιπέτεια ενός αγοριού που το μονό που ήθελε ήταν να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Με 150.000 σχέδια από 8 διαφορετικά στούντιο κινουμένων σχεδίων και 346 σχεδιαστές από όλο το κόσμο να συνεργάζονται για την ολοκλήρωση της ταινίας, αυτό το παραδοσιακό 2D παραμύθι είναι σίγουρα μαγευτικό στο να το παρακολουθείς. Και ενώ θα ήταν εύκολο για τους συντελεστές του να εφησυχαστούν στα υπέροχα κινούμενα σχέδια και την εξαίσια μουσική του έργου, αυτό δεν συμβαίνει. Τουναντίον, καταφέρνουν να φτιάξουν μια εξαιρετική, τόσο οπτικά όσο κι αφηγηματικά, ταινία. Χωρίς να μένουν πάντα πιστοί στο ιστορικό υπόβαθρο και παραβλέποντας ένα-δύο πραγματικά εξόφθαλμα λαθάκια (όπως η εμφάνιση της πειρατίνας Μπουμπουλίνας), η ιστορία, στο σύνολο της, κυλάει ωραία και με σωστό ρυθμό διαθέτοντας τις απαραίτητες ποσότητες δράματος και ψυχαγωγίας. Όσον αφορά το κομμάτι των ηθοποιών που δανείζουν την φωνή τους, επειδή την ταινία την παρακολούθησα στα ελληνικά, δεν μπορώ να ξέρω κατά ποσό είναι καλή ή όχι στην πρωτότυπη εκδοχή της. Προσωπικά, βρήκα την ελληνική μεταγλώττιση μέτρια, κυρίως λόγω έλλειψης συναισθηματικής χροιάς των φωνών.

Εν κατακλείδι και παρά τα όποια μειονεκτήματα του, το Zarafa διαθέτει μια γλυκιά ιστορία ειπωμένη μέσα από ένα πανέμορφο animation που χάρη στη χαριτωμενιά του και το διασκεδαστικό του ύφος θα ευχαριστηθούν όχι μόνο τα παιδιά αλλά και οι ενήλικες επίσης.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

The Odd Life of Timothy Green [1.5/5]

Ένα άτεκνο ζευγάρι βρίσκει ένα καλυμμένο με λάσπη αγόρι στον κήπο το βράδυ μετά την ταφή ενός κουτιού, στο οποίο έχουν περιγράψει το ονειρικό παιδί τους. Αφού αντιμετωπίσουν το αρχικό σοκ, έρχονται αντιμέτωποι με αρκετές εκπλήξεις.

Το «Η Παράξενη Ζωή του Τίμοθι Γκριν» είναι ο κινηματογραφικό ορισμός της λέξης «χαριτωμένο». Είναι πολύ… Disney. Και αυτό σημαίνει ότι μόλις ο θεατής αντιληφθεί πού το πάει η ταινία, κάτι που δεν απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα, παύουν να υπάρχουν εκπλήξεις. Κι από εκεί και πέρα έρχεται αντιμέτωπος με ένα ακόμα ηθικοπλαστικό παραμύθι γεμάτο κοινότυπες καταστάσεις και ακόμα πιο τετριμμένους χαρακτήρες. Και παρόλο που κάπως το δικαιολογώ γιατί μπορώ να αντιληφθώ το πόσο δύσκολο είναι να γυρίσεις μια ταινία κατάλληλη για όλη την οικογένεια, χωρίς να υποκύψεις στη χρήση διάφορων κλισέ, η συγκεκριμένη ταινία διαπράττει δύο ανεπανόρθωτα, για μένα, λάθη, τα όποια κατεβάζουν κατά πολύ τα όρια της ηλικίας στα όποια απευθύνεται. Πρώτον, τίποτα δεν εξηγείται και όλα βαίνουν καλώς. Το μυστήριο του παιδιού που εμφανίζεται από τον κήπο θα παραμείνει ένα μυστήριο καθόλη τη διάρκεια του έργου, με την οικογένεια του αλλά κι ολόκληρη την πόλη να το δέχεται χωρίς πολλές ερωτήσεις. Και δεύτερον, ενώ τίποτα δεν εξηγείται, όλα έχουν υποθεί από πριν. Το σενάριο των Peter Hedges και Ahmet Zappa κάνει το υπέρτατο λάθος: να σου αποκαλύψει ολόκληρη την πλοκή της ταινίας σε μία μονό σκηνή στην αρχή. Δυο παράγοντες λοιπόν που, αν δεν είστε το πολύ μέχρι 9 ετών, δεν θα εκτιμήσετε και πολύ.

Για να μην πολυλογώ, προσωπικά δεν μου άρεσε η ταινία αλλά δεν την βρήκα και απαράδεκτη. Ήπια μηνύματα γύρω από τις οικογενειακές αξίες την κάνουν άκρως κατάλληλη για τα παιδιά. Όλοι οι υπόλοιποι, τώρα, σε 300 και βάλε κινηματόγραφους στην Ελλάδα… όλο και κάτι καλύτερο θα βρείτε να δείτε.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Asterix et Obelix: Au Service de Sa Majeste [2/5]

Ο Αστερίξ έχει απολαύσει μια υγιή ζωή στη μεγάλη οθόνη. Η γαλλική εταιρεία animation Dargaud γύρισε μια σειρά από ταινίες κινουμένων σχεδίων [Ο Αστερίξ Επιτίθεται Εναντίον των Βαρβάρων (1967), Αστερίξ και Κλεοπάτρα (1968), Ο Αστερίξ και τα Τρελά Κατορθώματα του (1976), Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος Μονομάχος (1985), Ο Αστερίξ στη Χώρα των Βρετανών (1986) και Ο Αστερίξ στη Μεγάλη Μάχη (1989)]. Υπάρχουν επίσης δύο ακόμα ταινίες κινουμένων σχεδίων από άλλες εταιρείες [Αστερίξ και οι Ινδιάνοι (1994) και Ο Αστερίξ και οι Βίκινγκς (2006)], ενώ τα τελευταία χρόνια έχει γυριστεί μια σειρά από live-action ταινίες, η οποία μετά τα Αστερίξ και Οβελίξ Εναντίον Καίσαρα (1999), Αστερίξ & Οβελίξ: Επιχείρηση Κλεοπάτρα (2002), Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες (2008) φτάνει αισίως στην τέταρτη συνέχεια, με το Αστερίξ και Οβελίξ στη Βρετανία…

Οι νέες περιπέτειες του Αστερίξ στη μεγάλη οθόνη αποτελούν σίγουρα μια αναβάθμιση από την προηγούμενη ανέμπνευστη ταινία, αλλά και πάλι δεν μπορείς να πεις ότι τα καταφέρνουν περίφημα. Βασιζόμενη, αρκούντως, στα κόμικ «Ο Αστερίξ και οι Βρετανοί» και «Ο Αστερίξ και οι Νορμανδοί», η ταινία διαπράττει ένα μεγάλο ατόπημα. Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελεί μια απλή αναπαραγωγή των κόμικ στα οποίο βασίζεται. Όπως και να το κάνουμε, όμως, άλλο οι δυνατότητες του γραπτού λόγου κι άλλο το σινεμά. Όπως, επίσης, άλλο Goscinny και Uderzo και άλλο Tirard και Vigneron. Για να θεωρηθεί μια μεταφορά επιτυχημένη απαιτείται η προσθήκη κάτι ξεχωριστού που θα κρατήσει το ενδιαφέρον όλων των θεατών, συμπεριλαμβανόμενου κι αυτών που έχουν διαβάσει τα κόμικ και γνωρίζουν ήδη την υπόθεση.

Είναι, λοιπόν, αναγκαία η ύπαρξη έξυπνου χιούμορ. Κάτι που μονό το δεύτερο μέρος της σειράς κατάφερε να ενσωματώσει πανέξυπνα στο σενάριο του. Εδώ, το φιλμ διαθέτει μια-δυο εκλάμψεις έξυπνου χιούμορ (όπως η αλά Clockwork Orange εκμάθηση αγγλικού σαβουάρ-βιβρ), ενώ άλλες, παρόλο που αρχικά βγάζουν γέλιο (όπως η αγγλική προφορά), τις τραβά από τα μαλλιά μέσα στα 100 και λεπτά που διαρκεί. Κι επειδή το στοιχειό του εμπνευσμένου χιούμορ λείπει, ο σκηνοθέτης αφήνει τα ινία της ταινίας του εξολοκλήρου στους ηθοποιούς του. Ο γνωστός και μη εξαιρετέος Gerard Depardieu επιστρέφει για άλλη μια φορά στον ρόλο του απολαυστικού Οβελίξ, ενώ ο Αστερίξ, μετά τους Christian Clavier και Clovis Cornillac, βρίσκει στον Edouard Baer τον καλύτερο ενσαρκωτή του. Οι αληθινοί, όμως, σταρ της ταινίας είναι οι έξης τρεις: ο Vincent Lacoste, ο οποίος παίζει άψογα έναν μπλαζέ, γοητευτικό έφηβο, εντελώς αδιάφορο για το ότι συμβαίνει. Ο Guillaume Gallienne που δίνει κυριολεκτικά ρέστα ως ευγενής κι ατάραχος Άγγλος που κατά βάθος αδυνατεί να εξωτερικεύσει τα συναισθήματά του. Και τέλος, η μια και μοναδική, αξεπέραστη Valerie Lemercier που αν δεν ήταν κι αυτή, η ταινία θα έχανε σίγουρα ένα αστεράκι.

Εντέλει, η τέταρτη ταινία της σειράς που είναι, φυσικά, γυρισμένη σε 3D, διαθέτει κάποιες χαριτωμενιές με τις οποίες θα γελάσετε, σαν σύνολο όμως είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί, αλλά και γνωρίζουμε λόγω κόμικ,, ειπωμένα κλασσικά και λίγο ανέμπνευστα.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Safety Not Guaranteed [3.5/5]

Το «Η Ασφάλεια σας Δεν Είναι Εγγυημένη» είναι ο τύπος της γλυκιάς, χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητης κωμωδίας με πολλή καρδιά. Ένα εξαίσιο δείγμα του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου.

Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Darius (Aubey Plaza, γνωστή από τον ρόλο της στο τηλεοπτικό «Parks and Recreation»), μια συνεσταλμένη ασκούμενη σε ένα περιοδικό του Σιάτλ  που της ανατίθεται να συμμετέχει μαζί με δύο συναδέλφους της στην κατασκοπεία ενός ατόμου ονόματι Kenneth (Mark Duplass), ο οποίος έχει δημοσιεύσει μια αγγελία αναζητώντας συντροφιά για ένα ταξίδι στο χρόνο, για μια πιθανή ιστορία.

Εξαιτίας της εκκεντρικής κωμωδίας, των άψογων νατουραλιστικών ερμηνειών και των πιστευτών σεναρίων, μέσω των οποίων η κεντρική ιδέα του ταξιδιού στον χρόνο είναι δεξιοτεχνικά διασκορπισμένη, το «Η Ασφάλεια σας Δεν Είναι Εγγυημένη» δεν υστερεί ποτέ και παραμένει σταθερά αστείο. Γραμμένο από τον Derek Connolly και σκηνοθετημένο με επάρκεια από τον Colin Trevorrow, αυτό το παράξενο και πρωτότυπο παραμύθι προσφέρει στο θεατή πολλά περισσότερα από όσα ελπίζει, καθώς διαθέτει μια ιστορία με λεπτές περιπλοκές κι εξυπνάδα. Χωρίς να είναι σχεδόν πότε προβλέψιμο, το έργο δεν είναι μόνο η ιστορία της εύρεσης ενός περίεργου τύπου που θέλει κάποιος να πάει πίσω στο χρόνο μαζί του, αυτή είναι μόνο η βάση. Αυτό με το οποίο πραγματικά ασχολείται είναι η ζωή και το πώς μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε, όταν δεν μας μοιράζει τα φύλλα που θέλουμε/χρειαζόμαστε καθώς και πως πολλές φορές πρέπει να βγαίνουμε από το καλούπι μας και τη ζώνη άνεσης μας για να επιτύχουμε. Παρέχοντας σχεδόν σε όλους τους χαρακτήρες μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία εξελίσσεται συνεχώς, και φέρνοντας τους αντιμέτωπους με (πολύ μακριά από τον όρο απλοϊκές) προσωπικές και ηθικές επιλογές, το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του σεναριογράφου Derek Connolly καταφέρνει να ξεφύγει από τα κλισέ του είδους και να μας δώσει μια ιστορία που, με κινητήριο δύναμη τη ψυχή της, καταφέρνει να σε φτάσει στα πρόθυρα δακρύων.

Πέρα από τον Connolly, αυτό είναι επίσης το κινηματογραφικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη Colin Trevorrow. Εδώ, η σκηνοθεσία είναι αυτό που θα περιμένατε από μια ανεξάρτητη ταινία όπως αυτή. Τα πάντα κινούνται τόσο καλά και τόσο γρήγορα, ώστε δεν υπάρχει τίποτα να επιβραδύνει την ταινία κουράζοντας σε (βοηθά ότι η ταινία είναι μόνο 86 λεπτά). Και μέσα σε αυτή την αβίαστη κίνηση, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά, της ιστορίας, οι ηθοποιοί έρχονται να ερμηνεύσουν ρόλους δομημένους, σε πολύ μεγάλο βαθμό, με την πραγματικότητα. Ο Karan Soni, απολαυστικός στον γεμάτο από συστολή και νευρικότητα χαρακτήρα του. Ο Jake Johnson (γνωστός από τη σειρά «New Girl») καταφέρνει και κλέβει την παράσταση όποτε εμφανίζεται. Ο Mark Duplass τα δίνει όλα σε αυτό τον ρόλο, δείχνοντας μας ότι πέρα από την αρχική περίεργη συμπεριφορά του, βαθιά μέσα του υπάρχει ένα ευαίσθητο παιδί που απλά ψάχνει να διορθώσει κάτι από το παρελθόν. Ενώ δεν έχω λογία για την Aubrey Plaza που ως επικεφαλής του καστ, τη βρήκα φανταστική στον γεμάτο σαρκασμό της ρόλο. Τέλος, όπως γίνεται στις περισσότερες ανεξάρτητες ταινίες, πέρα από τους βασικούς, το καστ διαθέτει και μια πλειάδα ηθοποιών σε σχεδόν cameo ρόλους που συχνά δεν αναφέρονται σε κριτικές. Εγώ, όμως, θα πω με μεγάλη χαρά και έκπληξη ότι είδα τους Kristen Bell, Jeff Garlin και Mary Lynn Rajskub που όλα αυτά τα χρόνια κάνουν σπουδαίο έργο μέσω της τηλεόρασης και του κινηματογράφου.

Βασισμένη στην αγγελία του 1997 στο «Backwoods Home Magazine», το «Η Ασφάλεια σας Δεν Είναι Εγγυημένη» με την εφευρετική και συνεχώς αστεία αλλά συγκινητική ιστορία του είναι χάρμα οφθαλμών.

Der Mull im Garten Eden [3/5]

Η οικογένεια του Fatih Akin, από την πλευρά του πατέρα του, καταγόταν από το Camburnu, ένα χωριό περίπου τέσσερα μίλια από τη θάλασσα, του οποίου η οικονομία φαίνεται να εξαρτάται κυρίως από τη συγκομιδή των φύλλων τσαγιού. Πριν από δέκα χρόνια, οι περιφερειακές αρχές αποφάσισαν να μετατρέψουν το εγκαταλειμμένο ορυχείο χαλκού του χωριού σε έναν χώρο υγειονομικής ταφής (χωματερή) που θα κρατούσε τα απόβλητα από τις γύρω κοινότητες.

Και μόνο από το γεγονός ότι η οικογένεια του σκηνοθέτη είναι από τη συγκεκριμένη τοποθεσία, μπορείτε να καταλάβετε ότι το ντοκιμαντέρ σίγουρα δεν θα είναι αμερόληπτο, τείνοντας να χάσει την προοπτική του στόχου του. Μιλώντας με καθαρά κινηματογραφικούς ορούς, είναι βέβαιο πως αν το έργο διέθετε και την άποψη «της άλλης μεριάς» θα ήταν σίγουρα πολύ καλύτερο, γιατί θα μας έδινε μια πληρέστερη εικόνα του γεγονότος. Ο Akin, όμως, κρατάει σαφέστατα μια στάση υπέρ των κατοίκων και αυτό γιατί το ντοκιμαντέρ του, γυρισμένο κατά τη διάρκεια μιας περιόδου πέντε ετών, αυτό που πραγματικά θέλει και, ως ένα βαθμό, καταφέρνει να κάνει είναι να χρησιμεύσει ως μια ακόμη μαρτυρία για τη συστηματική ανοησία της ανθρωπότητας να οδεύει προς την αυτοκαταστροφή. Ένας επίμονος δήμαρχος, ειλικρινής κι εύγλωττοι χωρικοί, ένας τοπικός φωτογράφος κι αμήχανοι μηχανικοί είναι οι πρωταγωνιστές του Akin σε αυτό το χρονικό ενός παράδεισου που παρά τους αυστηρούς, στα χαρτιά τουλάχιστον, κανονισμούς και τις υποσχέσεις στον τοπικό πληθυσμό ότι όλα θα είναι ασφαλή, καθαρά και άοσμα, οδεύει προς την καταστροφή του.

Και στην τελική, μια εικόνα ίσον χίλιες λέξεις δεν λένε; Ε, και εδώ πέρα από οποιοδήποτε προφορικό επιχείρημα, η εικόνα των απορριμματοφόρων καθώς αδειάζουν τα σκουπίδια αποτελεί το πιο δυνατό και πειστικό επιχείρημα από όλα.

Rubberneck [1/5]

Ο υπάλληλης μικρής ερευνητικής εταιρίας στη Βοστόνη, ο Paul (Alex Karpovsky), περνάει ένα ρομαντικό σαββατοκύριακο με την όμορφη συνάδελφο του, Danielle (Jaime Ray Newman). Εκείνος θέλει κάτι παραπάνω από ένα σαββατοκύριακο, εκείνη δεν ενδιαφέρεται. Μήνες αργότερα, η μονομερής αγάπη του Paul μετατρέπεται σε οργή και ζήλια, όταν η Danielle αρχίζει να ενδιαφέρεται για κάποιον άλλο. Και νομίζω ότι μπορείτε να μαντέψετε τι θα γίνει από εδώ και πέρα…

Και αυτή η προβλεψιμότητα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας, γιατί μπορεί ο «Βράχνας» να διαθέτει χαρακτηριστικά ενός θρίλερ και ενός ανεξάρτητου δράματος πάνω στην μελέτη ενός χαρακτήρα, αλλά ουσιαστικά δεν να είναι τίποτα από τα δύο. Είναι μια σχεδόν παρά πολύ απλή ταινία για να ταξινομηθεί σε μια κατηγορία. Και αυτό συμβαίνει γιατί παρόλο που η απλότητα αποτελεί ένα καλό χαρακτηριστικό για μια ταινία σαν αυτή, στην συγκεκριμένη περίπτωση ο θεατής αναζητά συνεχώς και περιμένει με αγωνία μια ανατροπή η όποια δεν έρχεται ποτέ. Αντ’ αυτού, η ταινία ακολουθεί μια λογική συνέχεια χωρίς έμπνευση, που σπάνια προκαλεί έκπληξη, αφού το ένα συμβάν οδηγεί στο άλλο, χωρίς κανένα είδος τυχαίου γεγονότος που θα μπορούσε να κάνει το κοινό να επανεξετάσει το τι συμβαίνει. Όλοι οι χαρακτήρες διαθέτουν έναν ρεαλισμό χωρίς οποιοδήποτε ίχνος ατομικότητας. Συμπεριφέρονται ακριβώς όπως περιμένουμε να συμπεριφερθούν και ακόμα χειρότερα, όπως είναι λογικό να συμπεριφερθούν. Η τρίτη πράξη της ταινίας, δε, η όποια κρύβει μια μεγάλη πληγή, ένα βαθύ και σκοτεινό μυστικό, παρέχει μια εύκολη εξήγηση ολωσδιόλου προβλέψιμη.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να βγει μια καλή ταινία μέσα από τη συγκεκριμένη ιστορία, αλλά εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με την απόλυτη μονοτονία. Μια μονοτονία που ακόμη και τα θετικά στοιχειά του έργου (ερμηνείες, φωτογραφία, φυσικοί διάλογοι) δεν μπορούν να σώσουν.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Beasts of the Southern Wild [3/5]

Τοποθετημένη στις ακτές μιας μικρής, χωρισμένης από τον υπόλοιπο κόσμο με ένα φράγμα, πόλης που ονομάζεται Bathtub, η ιστορία ακολουθεί την εξάχρονη Χάσπαπι (Quvenzhane Wallis) και τον πατέρα της Γουίνκ (Dwight Henry), καθώς αντιμετωπίζουν τη δική τους εκδοχή του τέλους του κόσμου.

Για να εκτιμήσει κανείς το «Μυθικά Πλάσματα του Νότου», πρέπει να ακολουθήσει την ασυνήθιστη ροη του. Μπορεί η υπόθεση να υποδεικνύει ότι διαδραματίζεται σε μια περιοχή με την ονομασία Bathtub, αλλά ουσιαστικά για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα λαμβάνει χώρα στο μυαλό της Χάσπαπι. Είναι η (μαγική) οπτική ματιά μιας νεαρής πάνω σε διάφορα θέματα και, όντας φυσικό αφού μιλάμε για εξάχρονη, μερικές φορές είναι δύσκολο να διαχωριστεί το φανταστικό από το πραγματικό, με αποτέλεσμα ο θεατής να μην είναι απόλυτα σε θέση να ακολουθήσει τον ρυθμό της ταινίας. Αυτή ήταν και η δίκη μου πρώτη δυσκολία κατά τη διάρκεια της ταινίας. Η συνειδητοποίηση της πολύ λεπτής γραμμής διαχωρισμού μεταξύ του ρεαλισμού και της φανταχτερής παιδικής φαντασίας.

Την προσπάθεια μας αντίληψης του κόσμου που θέλει να χτίσει η ταινία δυσκολεύει η σκηνοθεσία του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη Benh Zeitlin. Χωρίς επ` ουδενί να υπονοώ ότι στο σύνολο της είναι κακή, η χρήση της κάμερας χεριού (κάτι που πλέον αποτελεί οπτικό σύνηθες σε «ανεξάρτητες» ταινίες), σε αρκετές σκηνές είναι μια λανθασμένη επιλογή. Αυτός ο αδέξιος τρόπος κινηματογράφησης το μόνο που καταφέρνει είναι να καταστρέφει το κλίμα, αποσπώντας σου συνεχώς την προσοχή, μη αφήνοντάς σε να απολαύσεις τις εικόνες. Αν ο Zeitlin προσπαθούσε για μια αλά Terrence Malick (Το Δέντρο της Ζωής) αίσθηση δεν τα καταφέρνει καλά, αν μη τι άλλο σε κάνει να αναπολείς τα αιθέρια αλλά προσεκτικά τοποθετημένα πλάνα του Malick. Με τη σκηνοθεσία λοιπόν να πάσχει από την έλλειψη αφηγηματικής ροής, το αποτέλεσμα είναι το έργο, ακόμα και στα 91 λεπτά που διαρκεί, να μοιάζει μεγάλο. Από την άλλη, βέβαια, ο Zeitlin κάνει σπουδαία δουλειά στη μετατροπή των σκουπιδιών σε αξία παραγωγής. Ο υγρός, βρώμικος γεμάτος σκουπίδια κόσμος της Bathtub μοιάζει εντυπωσιακά μακριά από την πραγματικότητα, ακόμα κι αν είναι όλα πολύ κοντά στον πραγματικό κόσμο της φτώχειας. Όπως ανέφερα και παραπάνω, σαν σύνολο η σκηνοθεσία του Zeitlin δεν είναι κακή, αν αναλογιστούμε, δε, κι ότι καταπιάνεται με ένα τέτοιο δύσκολο θέμα στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, οι έπαινοι θα πρέπει να είναι περισσότεροι.

Αφήνοντας τη σκηνοθεσία, περνάμε στο άλλο ατόπημα του φιλμ. Η ταινία, συν όλα τα αλλά, αποτελεί και μια παραβολή για τον τυφώνα Κατρίνα που στις 9 Αυγούστου του 2005 χτύπησε την πολιτεία της Λουϊζιάνα. Το πρόβλημα που έχω με αυτή την παραβολή είναι η επίμονη της ταινίας ότι η περιοχή Bathtub είναι ένας επίγειος παράδεισος της ελευθερίας και της κοινωνίας, ενώ ο κόσμος από την άλλη πλευρά του φράγματος είναι… δεν είναι ποτέ απολύτως σαφές τι είναι, απλά είναι κακός. Με την εξαίρεση ενός τοπικού φεστιβάλ, η περιοχή Bathtub δεν μοιάζει να είναι οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα μέρος απόλυτης δυστυχίας. Το έργο, όμως, φαίνεται να ενστερνίζεται την άποψη του πατερά Γουίνκ, όταν αυτός επιμένει ότι οι κάτοικοι πρέπει να παραμείνουν σε αυτό το μέρος χωρίς να έχει σημασία το κόστος αυτής τους της παραμονής. Ίσως αυτό να δικαιολογείται κάπως, γιατί πολλά, όπως προείπα, τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα ενός μικρού κοριτσιού. Ακόμα και έτσι, όμως, το ταξίδι προς το κέντρο προσφύγων έχει σαφώς ως στόχο να απεικονίσει τον υπόλοιπο κόσμο ως κακό κι αναίσθητο, ακόμα κι αν αυτό που κάνει είναι απλά να βοηθήσει. Και είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τον Κατρίνα ως τραγωδία, εάν η άποψη είναι ότι οι άνθρωποι εκτός της Λουϊζιάνας δεν θα πρέπει να έχουν βοηθήσει χτίζοντας κέντρα προσφύγων κλπ. Με απλά λόγια, το μεταφορικό επίπεδο πάνω σε αυτό το θέμα κάπου χάσκει. Η αντίθεση μεταξύ των δύο τρόπων ζωής, παρόλο που απεικονίζεται εξαιρετικά κι αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα και των δύο, η μονόπλευρη στάση του έργου σε ξενίζει. Ναι μεν αυτό που έχουν οι κάτοικοι του Bathtub είναι η οικειότητα, η ανεξαρτησία και η παράδοση, αλλά όλα αυτά, κατά πάσα πιθανότητα, θα τα καταπιεί ένας ωκεανός.

Πέρα από όλα, υπάρχουν όμως και αρκετά καλά στοιχεία. Η καρδιά της ταινίας είναι η σχέση μεταξύ της Χάσπαπι και του Γουίνκ. Μια ιστορία πάνω στον θάνατο αγαπημένων προσώπων και την αντιμετώπιση της απώλειας που οδηγεί στην ενηλικίωση. Ειπωμένη εξ’ ολοκλήρου μέσα από τα ματιά της κόρης, ο πατέρας είναι σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο, απουσιάζοντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Στην αρχή μοιάζει ανεύθυνος αλλά καθώς η ιστορία εξελίσσεται κι ερχόμαστε να κατανοήσουμε σταδιακά την σχέση τους, η συμπάθειά μας γι `αυτόν γίνεται εντονότερη. Για να φτάσουμε στις τελικές σκηνές που εκεί μας δίνεται μια πληρέστερη κατανόηση της σχέσης τους. Και τότε και μόνο τότε η ταινία, επιτυγχάνοντας σωστά την ισορροπία ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, καταφέρνει να επιτύχει πλήρως τον σκοπό της, κλείνοντας με μια όμορφη συναισθηματική κατάληξη. Τίποτα κακό δεν έχω να πω για τις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίοι, χωρίς εκπαίδευση, έδωσαν στην ταινία τη μεγαλύτερη δύναμη της: τα πρόσωπά τους και τη ψυχή τους. Καθώς και για την εξαίσια φωτογραφία του Ben Richardson.

Κλείνοντας, για να είμαι πέρα ως πέρα δίκαιος, πρέπει να ομολογήσω ότι, ξεπερνώντας τα αρκετά προβλήματα της, αυτό που τελικά θα σου μείνει είναι μια σπάνια αμερικανική ταινία, η οποία μας δείχνει τα πράγματα μέσα από μια νέα, φρέσκια, οπτική γωνία. Όχι η καλύτερη ταινία της χρονιάς, αλλά σίγουρα μια επιβλητική ανάσα καθαρού αέρα ανάμεσα σε όλες τις υπερπαραγωγές.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Compliance [4/5]

Το «Compliance» είναι το είδος της ταινίας που έμενα μου αρέσει. Φιλόδοξη, επιθετική, με καλογραμμένους χαρακτήρες και μια κεντρική ιδέα που σου προκαλεί τέτοιες «εκρήξεις» που σχεδόν κανένα καινοτομικό εφέ δεν καταφέρνει, εγείροντας παράλληλα πολλά ερωτήματα. Θα μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου, αλλά ενώ το παρακολουθείτε είμαι σίγουρος ότι κι εσείς θα αμφισβητήσετε ή θα γελάσετε αμήχανα με πολλά από όσα διαδραματίζονται στην οθόνη. Προσωπικά, είναι δύσκολο να σας πω πόσες φορές κατά τη διάρκεια του έργου σκεπτόμουν: «Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό», «Αποκλείεται…», «Ε, αυτό παραπάει» και ούτω καθεξής. Είναι καλύτερο να δείτε την ταινία χωρίς γνώση του αντικειμένου της (όπως έκανα κι εγώ) προκειμένου να έχετε κι εσείς αυτή την αίσθηση της έκπληξης. Δυστυχώς όμως, είναι σχεδόν αδύνατο να μιλήσει ή να γράψει κάποιος για αυτήν χωρίς να προδώσει κάτι. Επομένως, διαβάστε παρακάτω με δική σας ευθύνη...

Το έργο είναι ένα ανεξάρτητης παραγωγής θρίλερ στο οποίο ένας άνθρωπος, ισχυριζόμενος ότι είναι αστυνομικός, τηλεφωνεί σε ένα φαστφουντάδικο και, τελικά, αναγκάζει τους υπεύθυνους να εκμεταλλευτούν μια αθώα εργαζόμενη κοπέλα.

Υπάρχουν δύο διαφορετικά πράγματα που πρέπει πραγματικά να συζητηθούν εδώ: πρώτον η ποιότητα της ταινίας και δεύτερον η πειστικότητα των γεγονότων που απεικονίζει. Ως προς το πρώτο, το «Compliance» είναι μια πολύ καλοφτιαγμένη ταινία. Λαμβάνει χώρα σχεδόν εξολοκλήρου σε ένα εστιατόριο (σε ένα μικρό δωμάτιο ενός εστιατορίου, για να είμαι ακριβής) και ποτέ δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε περισσότερα από ό, τι χρειάζεται. Ο Zobel κάνει μια εξαιρετική δουλειά στο στήσιμο και τη σκηνοθεσία της ταινίας του, γνωρίζοντας πώς να πει μια ιστορία δημιουργώντας ένα τεταμένο, κλειστοφοβικό κόσμο στον οποίο οι χαρακτήρες του κάνουν φαινομενικά απίστευτες επιλογές. Η αραιή χρήση της μουσικής είναι πλήρως αποτελεσματική, επιτείνοντας την αγωνία, αυξάνοντας τη σοβαρότητα του δράματος. Ενώ κάθε ηθοποιός που συμμετέχει στην ταινία είναι εξαιρετικός. Η Dowd είναι εντυπωσιακή ως Sandra, μεταφέροντας μας με τρόπο απίστευτο την εσωτερική σύγκρουση που περνά ο χαρακτήρας της, ενώ είναι φοβερό να παρακολουθείς την αλλαγή της από μητρική φιγούρα σε ένα αυταρχικό και δεσποτικό άτομο. Ομοίως η Dreama Walker, είναι εξαιρετική καταφέρνοντας να στηρίξει ολόκληρη την ταινία στους ώμους της.

Και περνάμε στο πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: κατά πόσο ένα άτομο θα συμμορφωνόταν σε έναν αόρατο αστυνομικό; Το «Compliance» είναι η ταινία που θα σας κάνει εύκολα να σκεφτείτε «πόσο ηλίθιοι μπορεί να είναι αυτοί οι άνθρωποι», χωρίς να συνειδητοποιήσετε το πόσο εύκολο είναι να κάνετε ότι σας λένε όταν πρόκειται για μια «μορφή εξουσίας». Ως ενημερωμένοι πολίτες, είμαι σίγουρος ότι γνωρίζετε τα δικαιώματά σας. Έτσι, κατ’ ουσία, οτιδήποτε διαδραματίζεται στην ταινία αντιλαμβάνομαι ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα επιτρέπατε να το αφήσετε να σας συμβεί. Αλλά είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο; Υπάρχουν άνθρωποι αφελείς (ή φοβισμένοι) ώστε να πιστεύουν ότι ένας αξιωματικός του νόμου (ή κάποιος που ισχυρίζεται ότι είναι ένας αξιωματικός του νόμου) τους λέει; Φυσικά και υπάρχουν. Η δύναμη της εξουσίας είναι ένα επικίνδυνο πράγμα και η ιστορία μάς λέει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων θα κάνει οτιδήποτε μια μορφή εξουσίας τους λέει να κάνουν. Με αυτό στο μυαλό, μπορείτε να επιλέξετε να πιστέψετε την ταινία ή απλά μπορείτε να γελάσετε και να συνεχίσετε τη μέρα σας. Αλλά από τη στιγμή που θα δεχτείτε την ταινία, τότε θα είστε σε θέση να εκτιμήσετε το νόημα που ο συγγραφέας/σκηνοθέτης Craig Zobel προσπαθεί να πει. Το μόνο σίγουρο, πάντως, είναι ότι το επίπεδο της παράνοιας και της συμμόρφωσης (compliance) που θα παρακολουθήσετε θα σας κάνει να σκεφτείτε πολύ.

Η μεταφορά πραγματικών γεγονότων στη μεγάλη οθόνη είναι κάτι το παρακινδυνευμένο, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως οφείλουμε να αποδώσουμε τα σέβη μας στον Zobel και τους συνεργάτες του για την ανακάλυψη μιας συναρπαστικής ιστορίας, την όποια μετέτρεψαν σε μια ταινία που θέτει πολλά σημαντικά ζητήματα χωρίς ποτέ να κηρύττει, να κρίνει ή να καταφεύγει σε απλοϊκές κοινοτοπίες. Πρόκειται για μια προκλητική ταινία φτιαγμένη από έξυπνους ανθρώπους και για αυτό τοπ λόγο πιστεύω ότι το «Compliance» είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες που έχω δει όλο το χρόνο.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Η Κόρη [1/5]

Για μια ακόμη φορά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ελληνική ταινία που θέλει να πει πολλά, αλλά δεν καταφέρνει να πει τίποτα. Οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι μπόλικοι.

Σεναριακά, η ταινία απλά στερείται σεναρίου. Παρόλο που καταπιάνεται με θέματα επίκαιρα (οικογένεια, χρέη, ευθύνες, χρεωκοπία κ.τ.λ.), δεν καταφέρνει να σου τραβήξει το ενδιαφέρον ούτε ένα λεπτό. Και αυτό γιατί είναι όλα δοσμένα στον θεατή με έναν τρόπο βαρετό και μονότονο. Με ελάχιστους διαλόγους και μια αφήγηση που σπάνια σου προκαλεί έκπληξη, το «Η Κόρη» κουράζει από τα πρώτο μισάωρο. Αντιλαμβάνομαι ότι η απλότητα στον λόγο αποτελεί ένα καλό χαρακτηριστικό για ορισμένα φιλμ, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως η κατάσταση μοιάζει να ξέφυγε. Τίποτα δεν λέγεται ευθέως κι όλα εννοούνται με έναν τρόπο αλληγορικό, αφήνοντας τον θεατή να ψάχνει απεγνωσμένα να βρει το νόημα και την αλήθεια μέσα στα ερωτήματα και τα διλήμματα που προκύπτουν. Είναι τέτοια η δομή του σεναρίου, όμως, που τα περισσότερα ζητήματα με τα όποια καταπιάνεται το έργο (για να μην πω όλα) μένουν ανολοκλήρωτα.

Πέρα από όλα αυτά, ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα (για άλλη μια φορά) βρήκα στην σκηνοθεσία, η οποία ακολουθεί πια την πεπατημένη. Ανέκφραστο ύφος, αργόσυρτα πλανά χωρίς ίχνος δράσης και γενικώς στο σύνολο μια ανέμπνευστη σκηνοθεσία την οποία σώζει σε πολλές περιπτώσεις η εξαιρετική φωτογραφία. Και όπως συμβαίνει σε όλες τις ταινίες, επειδή η σκηνοθεσία είναι αυτή που είναι, παρασέρνει μαζί της και τις ερμηνείες των ηθοποιών. Η Savina Alimani κι ο Άγγελος Παπαδήμας δεν προσδίδουν τίποτα ρεαλιστικό στους χαρακτήρες τους, μιλώντας με έναν τρόπο αμήχανο και καθόλου αληθοφανή. Ενώ οι Γιώργος Συμεωνίδης, Ιερώνυμος Καλετσάνος και Θεοδώρα Τζήμου θα μπορούσες να πεις ότι είναι αξιοπρεπείς στους πολύ μικρούς ρόλους που έχουν.

Η ταινία, λοιπόν, του Θάνου Αναστόπουλου στερείται έμπνευσης και ρυθμού και δεν ξεφεύγει από τα κλισέ των ταινιών του νέου ελληνικού κινηματογράφου, τα οποία, εγώ προσωπικά, θεωρώ κουραστικά.

Room 237 [4/5]

Μερικές από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών καταφέρνουν να σε κάνουν να «μπεις» μέσα σε αυτές ενώ παράλληλα σου δίνουν χώρο για να τις ανακαλύψεις εξερευνώντας τις θεωρίες και τα θέματα τους σύμφωνα πάντα με τη δίκη σου ανάλυση. Είναι συναρπαστικό να προσεγγίζεις τις ταινίες κάτω από νέες προοπτικές, να ψάχνεις για σύμβολα και κρυφά νοήματα, είτε ήταν επιδιωκόμενα είτε όχι. Υπάρχει σίγουρα ένα συνειδητό επίπεδο του νοήματος σε όλες τις ταινίες, αλλά όπως συμβαίνει πάντα στην τέχνη υπάρχουν υποσυνείδητα θέματα και ιδέες που γλιστρούν μέσα στο τελικό αποτέλεσμα που εσύ βλέπεις, ακόμη και εν αγνοία του σκηνοθέτη.

Για όσους θέλουν να ασχοληθούν με θεωρίες και αναλύσεις γύρω από ταινίες ο Stanley Kubrick είναι πάντα μια γονιμοποιός μορφή. Δεν είναι μόνο ένας πολύ καλός σκηνοθέτης, αλλά και ένας απαιτητικός και ακριβής τεχνίτης. Είναι γνωστό πλέον ότι τίποτα σε μια ταινία του Kubrick δεν είναι τυχαίο. Κάθε λεπτομέρεια είναι εκεί για έναν λόγο και έχει ένα νόημα. Και αν o σκηνοθέτης ήταν ακόμα εν ζωή είμαι σίγουρος ότι το «Δωμάτιο 237» θα τον έκανε πολύ ευτυχισμένο. Σκηνοθετημένο από τον Rodney Ascher, το πειραματικό αυτό ντοκιμαντέρ εξυμνεί (ίσως υπερβολικά ανά στιγμές) τον ίδιο τον Kubrick, καθώς εξερευνά μερικές πιστευτές, ή όχι και τόσο, θεωρίες γύρω από την αριστουργηματική του ταινία Η Λάμψη.

Κατασκευασμένο εξ’ ολοκλήρου από αποσπάσματα ταινιών το φιλμ μιλάει για την ταινία χωρίς την ύπαρξη εικόνας ανθρώπινων συνεντεύξεων. Οτιδήποτε αφηγούνται οι διάφοροι «ειδικοί» ή «φανατικοί» της Λάμψης απεικονίζεται με κλιπ ταινιών, κυρίως από ταινίες του Kubrick. Όταν κάποιος λέει ότι ήταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, ο Ascher χρησιμοποιεί ένα κλιπ του Tom Cruise στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου στο Μάτια Ερμητικά Κλειστά. Ένα τρικ αστείο και πρωτότυπο και ένα είδος μπόνους που επιβραβεύει τους φανατικούς των ταινιών που μία ή άλλη θα παρακολουθούσαν το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ.

Χωρισμένο σε εννέα κεφάλαια, το έργο προσπαθεί να σε πείσει ότι η Λάμψη διαθέτει ένα κάποιο είδος εναλλακτικού, κρυφού νοήματος. Αναλύει τον σχεδιασμό στην παραγωγή και την σκηνοθεσία μέχρι και την πιο ακραία λεπτομέρεια. Για παράδειγμα, μια γυναίκα έχει κάνει λεπτομερείς χάρτες του ξενοδοχείου που διαδραματίζεται η ταινία του Kubrick και υποστηρίζει ότι δεν θα μπορούσε να είναι μια πραγματική κατασκευή. Ένας άλλος πιστεύει ότι ο Kubrick ήταν τόσο παθιασμένος με την υποσυνείδητη διαφήμιση, που πλημμύρισε την ταινία με σεξουαλικές εικόνες. Ενώ ένας τρίτος πιστεύει ότι η ταινία είναι ένας καθρέφτης του εαυτού της και, για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του, μας δείχνει αρκετές σκηνές από τη Λάμψη παράλληλα παιγμένες από δύο διαφορετικές πηγές: η μια παίζει την ταινία προς τα εμπρός και η άλλη προς τα πίσω. Και αυτά είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα ανάλυσης που υπάρχουν απλά για την παράγωγη και το σχεδιασμό της ταινίας. Αλλά τόσα υπό-νοήματα και συνωμοσίες βρίσκουν οι ομιλητές και στο σενάριό της. Μερικές θεωρίες με τις όποιες καταπιάνονται είναι σχεδόν αληθοφανείς. Άλλες είναι πολύ λιγότερο πιστευτές. Όπως και να έχει όμως το ντοκιμαντέρ του Ascher είναι μια συναρπαστική, αστεία και απίστευτα καλογυρισμένη ωδή σε μια ταινία που είναι προφανώς πολύ πιο πυκνή απ` όσο τις αναγνωρίζεται από τους περισσότερους.

Το «Δωμάτιο 237» είναι μια ταινία για τους λάτρεις των ταινιών. Είναι μια έξυπνη, αστεία, ενδιαφέρουσα ταινία και πάνω απ `όλα μια ταινία που είναι γεμάτη με πάθος για τον κινηματογράφο. Το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που μπορώ να δώσω στο «Δωμάτιο 237», είναι ότι μετά το τέλος της με έκανε να θέλω να πάω δω αμέσως για άλλη μια φορά τη Λάμψη.

Savages [3/5]

Αφήνοντας πίσω μας το γεγονός ότι ο Oliver Stone του Γεννημένοι Δολοφόνοι και του Πλατούν είναι ο ίδιος Oliver Stone που σκηνοθέτησε τα Γουόλ Στριτ: Το Χρήμα Ποτέ Δεν Πεθαίνει και Δίδυμοι Πύργοι, στο «Αγριότητα» συνειδητοποιούμε ότι η δυνατή πλευρά του εξαιρετικού σκηνοθέτη έχει επιστρέψει σε αυτό το βίαιο, σεξουαλικό και έντονο δράμα για ένα καρτέλ ναρκωτικών. Πράγματι ο σκηνοθέτης σαφώς και το διασκεδάζει επιστρέφοντας στις ρίζες του, και το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία που, παρά τα (πολλά) ελαττώματα της, θα σας καθηλώσει.

Βασισμένο στο μυθιστόρημα με το ίδιο όνομα από τον Don Winslow το «Αγριότητα» εξιστορεί την ιστορία δύο τύπων που μπλέχτηκαν με την λάθος επιχείρηση. Ο Ben (Aaron Johnson) και ο Chon (Taylor Kitsch) είναι κολλητοί φίλοι και επιδέξιοι καλλιεργητές μαριχουάνας. Ανάμεσά τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, βρίσκεται η Ophelia (Blake Lively). Καθώς η επιχείρησή τους μεγαλώνει, αρχίζει να έρχεται σε σύγκρουση με το καρτέλ ναρκωτικών του Μεξικού, με αποτέλεσμα τα πράγματα να ξεφεύγουν από τον έλεγχο.

Αν υπάρχει ένα πράγμα που μπορείτε να υπολογίζετε σε μια ταινία του Oliver Stone, είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται ποτέ να βαρεθείτε. Είτε την θεωρείται καλή είτε κακή ταινία υπάρχει πάντα κάτι με το οποίο θα ασχοληθείτε ή μια εικόνα που θα σας μείνει. Αυτό συμβαίνει και με την «Αγριότητα». Νομίζω ότι δεν θα υπάρξει ταινία μέσα στο 2012 για την όποια οι απόψεις θα διίστανται τόσο έντονα όσο η συγκεκριμένη. Συνολικά, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι υπάρχει αρκετά κακός διάλογος, αόριστη αφήγηση και “πάνω από τα επιτρεπτά όρια” επεξεργασία στο μοντάζ. Παρόλα αυτά όμως υπάρχουν σοβαρές πτυχές που ανεβάζουν την ταινία. Εάν είστε πρόθυμοι να σκάψετε πέρα από το επιφανειακό κομμάτι θα αντιληφθείτε ότι στο πυρήνα του έργου υπάρχει μια ελκυστική ιστορία εγκλήματος. Οι ερμηνείες σχεδόν όλων των εμπλεκόμενων είναι πειστικές και κάτι παραπάνω από αξιοπρεπείς. Ενώ όπως και στις ταινίες μαφίας του Scorsese ή στα βίαια έργα του Tarantino, η ταινία του Stone είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις οπού η ιστορία δικαιολογεί την «αγριότητα» που απεικονίζεται.

Η καταστροφή του Stone είναι η γραφή του χαρακτήρα της Ophelia ως μια ανιαρή αφηγήτρια της ταινίας, η οποία είναι τόσο κενή όσο και ενοχλητική. Η φωνή της Lively δεν δίνει ζωή στους χαρακτήρες για τους οποίους μιλά, το περιβάλλον ή τις καταστάσεις που περιγράφει, ή ακόμη και το χαρακτήρα που παίζει. Προς έκπληξη όλων όμως η χειρότερη πτυχή της αφήγησης δεν είναι καν ότι έχει διαβαστεί από την Lively. Είναι ότι η αφήγηση εξυπηρετεί μόνο την προώθηση της πλοκής. Η Ophelia μας εισάγει στους χαρακτήρες της ταινίας μέσα από την αφήγηση. Μας μιλάει για τα αχρεία μέλη του καρτέλ του Μεξικού (Salma Hayek και Benicio Del Toro), για το τι αισθάνεται εκείνη και όλοι οι άλλοι. Νομίζω ότι δημιουργική γραφή σημαίνει ότι το σενάριο καταφέρνει να μας δείξει αυτό που λέει και όχι να μας το πει. Το σενάριο των Salerno, Winslow και Stone λέει πολλά αφήνοντας το καστ να μαζέψει τα κομμάτια και να προσπαθήσει να δημιουργήσει κάτι ουσιώδες από τους χαρακτήρες. Ο Del Toro είναι, χωρίς να αποτελεί έκπληξη, το καλύτερο μέρος της ταινίας και αυτό μόνο επειδή κλέβει την παράσταση με τέτοιο ενθουσιασμό και κέφι.

Με μια άνιση αλλά σταδιακή εξέλιξη της ιστορίας, ένα καλό καστ και ένα κατά βάθος ενδιαφέρον θέμα, η ταινία περιμένεις ότι θα διαθέτει, αν μη τι άλλο, μια συναρπαστική κορύφωση και ο Stone προσφέρει ακριβώς αυτό. Το πρόβλημα όμως είναι (και χωρίς να θέλω να κάνω σπόιλερ) ότι η ταινία στο τέλος της, θα σας κάνει να γελάσετε απορώντας για το «τι στο καλό έγινε.» Και αυτό γιατί στην προσπάθεια της να αποδείξει ότι είναι πιο έξυπνη από μια καλοφτιαγμένη b-movie χρησιμοποιεί ένα τέχνασμα το οποίο όμως εκτελείται με τέτοια έλλειψη σοβαρότητας που θα σας κάνει να αισθάνεστε εξαπατημένοι. Ακόμα όμως και έτσι, βασιζόμενοι στη δύναμη της υπόλοιπης ταινίας, είμαστε πρόθυμοι να παραβλέψουμε αυτό το κραυγαλέο ελάττωμα και να εκτιμήσουμε το έργο του Stone για αυτό που είναι. Όπως είπαμε, το έργο δεν είναι μια ακόμα πολιτικά σημαντική ταινία, όπως τα Γεννημένος την 4η Ιουλίου, JFK ή το Νίξον. Είναι, όμως, ένα συναρπαστικό θρίλερ που σας κρατήσει στην άκρη της καρέκλας σας, από έναν πρώτης κατηγορίας σκηνοθέτη που θα ικανοποιήσει την όρεξή σας για μακάβριες απολαύσεις.

See Girl Run [3.5/5]

Μια παντρεμένη γυναίκα, δυσαρεστημένη με την βαρετή ζωή της, ελπίζει ότι με το να γυρίσει στο πατρικό της και να ξανασυνδεθεί με τον νεανικό της έρωτα θα βρει ξανά την ευτυχία.

Το πιο πιθανό είναι να σκεφτείτε ότι ταινίες με παρόμοια υπόθεση έχετε δει αμέτρητες φορές στο παρελθόν. Η διαφορά εδώ είναι ότι ο Meyer προσεγγίζει αυτή την ιδιόμορφη ανεξάρτητη ρομαντική κομεντί με σεβασμό και την μεταχειρίζεται ως ένα σοβαρό ρομαντικό δράμα. Αφαιρώντας όλα εκείνα τα ενοχλητικά κλισέ που συνήθως βρίσκουμε σε ταινίες τέτοιας φύσης (π.χ. η ύπαρξη ποπ τραγουδιών, ανούσιων δεύτερων χαρακτήρων, τραγελαφικών καταστάσεων κ.ο.κ.) ο Meyer στηρίζεται αποκλειστικά στο σενάριο και στους ηθοποιούς προκειμένου να μεταφέρει τα συναισθήματα της ιστορίας της.

Χωρίς να στερείται την αίσθηση του χιούμορ σπάνια προσφέρει γέλιο που δεν είναι συνδεδεμένο με κάποια οδυνηρή έκφραση του συμβιβασμού ή της απογοήτευσης. Εμπλουτισμένο με φυσικούς διάλογους και ρεαλιστικές καταστάσεις το έργο του Meyer διαθέτει μια ακατέργαστη συναισθηματική αίσθηση που δεν συναντάς σε τυπικές ταινίες του Χόλυγουντ αυτού του είδους. Παίρνει πάντα στα σοβαρά τόσο το βάθος των συναισθημάτων των χαρακτήρων όσο και την ίδια την κατάσταση στην όποια βρίσκονται. Αντανακλώντας, δε, την πραγματικότητα των ενεργειών των πρωταγωνιστών μέσα από τους περιφερειακούς χαρακτήρες το σενάριο του Meyer δίνει πνοή και στους δευτερεύοντες ρόλους πράγμα αξιοθαύμαστο.

Πηγαίνοντας ενάντια στην καθιερωμένη φόρμουλα, λοιπόν, καταφέρνει να δώσει μια αίσθηση φρεσκάδας σε ένα καταπονημένο είδος ταινιών. Χωρίς να φτάνει τα ύψη του πρόσφατου (500) Μέρες με τη Σάμερ, το «Παντρεμένη Γυναίκα Μόνη Ψάχνει» διαθέτει ικανή σκηνοθεσία, αγαπητούς χαρακτήρες και ένα ισχυρό σενάριο. Το αποτέλεσμα: μια διασκεδαστική, γεμάτη συναίσθημα, ταινία που θα σας κρατήσει το ενδιαφέρον σε ολόκληρη τη διάρκειά της.

Bully [2/5]

Η ταινία, όσο και αν λυπάμαι που το λέω, δεν πλησιάζει καν το πόσο καλή θα μπορούσε να είναι. Διαθέτει θετικά στοιχειά αλλά στο σύνολό της είναι μια δειλή, αδέξια ταινία που το πιο σημαντικό της πρόβλημα είναι ότι αποφεύγει να δώσει κάποια μορφή επίλυσης στο πρόβλημα.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το «Bully» εξιστορεί διάσπαρτες ιστορίες σχολικού εκφοβισμού σε μια μικρή πόλη της Αμερικής. Μιλάει για τον Alex, ένα δωδεκάχρονο παιδί που προφανώς δεν κατανοεί την πλήρη φρίκη της κατάστασης του νομίζοντας ότι τα παιδιά που τον ενοχλούν είναι φίλοι του. Για μια πολύ καλή μαθήτρια η οποία κουβαλούσε μαζί της ένα γεμάτο όπλο σε ένα σχολικό λεωφορείο για να σταματήσει τα παιδιά από το να την πειράζουν. Για μια νεαρή κοπέλα που καταγγέλθηκε από το σχολείο και την πόλη της επειδή φανέρωσε τις σεξουαλικές προτιμήσεις της. Για γονείς που αντιμετωπίζουν ατάραχοι την πρόσφατη αυτοκτονία του γιου τους, και ούτω καθεξής. Οι ιστορίες τους περιγράφουν μια καθαρή εφηβική κόλαση που μπορεί πολύ εύκολα να σας κάνει να δακρύσετε.

Επίσης, μάλλον άψογα, καταγράφει πόσο άσχετοι είναι οι υπεύθυνοι των σχολείων στο χειρισμό ακραίων περιπτώσεων εκφοβισμού. Υπάρχει μια κυρία στην ταινία, για παράδειγμα, η οποία είναι η πιο αστεία αλλά ταυτόχρονα και η πιο τρομακτική γυναίκα που έχω δει σε ταινία εδώ και χρόνια. Είναι μια γυναίκα τόσο έξω από τα νερά της, χωρίς την παραμικρή ένδειξη ότι γνωρίζει πώς πρέπει να χειριστεί την επιθετικότητα των εφήβων. Σε μια σπαρακτική σκηνή, λέει σε ένα παιδί ότι ευθύνεται ο ίδιος για την προσέλκυση των δραστών (κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια).

Το «Bully». λοιπόν, για να μην παρεξηγηθώ, έχει ως στόχο να κάνει σπουδαία πράγματα. Αυτό που καταφέρνει να συλλάβει με την κάμερα είναι αρκετά τρομακτικό. Είναι τόσο κακό που αναρωτιέσαι πως κατάφεραν να κινηματογραφήσουν τις σκηνές και με ποιο τρόπο. Αλλά το πρόβλημα της ταινίας είναι ότι δεν ωθεί το θέμα περά από τα όρια. Είναι λες και ο σκηνοθέτης Lee Hirsch επέλεξε να μην μας δείξει μέχρι που μπορεί να φτάσει η κατάσταση. Έχοντας μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στους διαδρόμους των σχολείων του αμερικανικού δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος αυτό που κατάφερε είναι μια επιφανειακή απεικόνιση του θέματος όταν θα έπρεπε να εμβαθύνει στο μέγιστο.

Κρατώντας πάντα μια μεροληπτική στάση και εμπλουτίζοντας το όλο εγχείρημα με σκηνές που ηθελημένα κάνουν επίκληση στο συναίσθημα και εκβιαστικά σε κάνουν να συγκινηθείς, ο Hirsh δεν καταφέρνει και πολλά. Μιλά για δημιουργία στρατού απέναντι στον εχθρό χωρίς να θιγεί το γεγονός ότι ο εχθρός είναι και αυτός μικρά παιδιά. Για να μην πολυλογώ. το «Bully» δεν κάνει σχεδόν τίποτα για να παγιώσει τη θέση του και κυρίως δεν απαντά σε καμία κρίσιμη ερώτηση. Τα παιδιά που πέφτουν θύματα εκφοβισμού υποτίθεται ότι θα πρέπει να είναι καλοί και υπομονετικοί απέναντι σε αυτούς που τους φοβερίζουν; Οι γονείς πρέπει να παρεμβαίνουν περισσότερο; Είναι η βία η απάντηση; Δεν έχω ιδέα, ούτε όμως και η ταινία του Hirsch.

Meet The Fokkens [1.5/5]

Πόσο συχνά σας δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσετε ένα ντοκιμαντέρ για δυο ηλικιωμένες πόρνες; Το «Κατέβασε τα Κόκκινα Φανάρια» σας παρέχει αυτή την σπάνια ευκαιρία, επειδή επικεντρώνεται γύρω από τις Louise και Martine Fokken, δύο πανομοιότυπες δίδυμες, που ζουν στην περιοχή των κόκκινων φαναριών του Άμστερνταμ τα τελευταία 50 χρόνια.

Οι σκηνοθέτες Gabrielle Provaas και Rob Schroder αρχικά μας παρουσιάζουν την καθημερινή τους ζωή και πολύ αργότερα μας παρέχουν πληροφορίες όσον άφορα το υπόβαθρο τους. Απόλυτα ειλικρινείς, φιλικές και αστείες, το δίδυμο των αδελφών Fokken αποτελεί το μοναδικό δυνατό χαρτί της ταινίας αφού από μόνες τους, με τη ζωηράδα και τα τερτίπια τους, καταφέρνουν να σου κρατήσουν το ενδιαφέρον. Πέρα από αυτές η ταινία αποτυγχάνει παταγωδώς να θέσει καίρια ερώτημα και ακόμα χειρότερα να λάβει ουσιώδεις απαντήσεις. Μέχρι ένα ορισμένο σημείο είναι διασκεδαστικό να τις βλέπεις να προσπαθούν να αποπλανήσουν τους περαστικούς ή να χοροπηδούν στα χιόνια. Μετά από περίπου μια ώρα το γεγονός του αιφνιδιασμού της ηλικίας τους ξεθωριάζει, ενώ οι κάποιες περιγραφικές σεξουαλικές εικόνες σε κάνουν απλά να λαχτάρας για περισσότερη διορατικότητα ή αποκαλύψεις σχετικά με αυτές ή το επάγγελμα τους.

Η Louise και η Martine εξιστορούν τη γνώριμη ιστορία της φτώχειας, της ανδρικής βίας, των χαμένων παιδιών και της πάλης για ανεξαρτησία και οι σκηνοθέτες παραμένουν ικανοποιημένοι από αυτό χωρίς να ενδιαφέρονται για κάτι παραπάνω. Έτσι περά από το γέλιο που σου προκαλεί το «Κατέβασε τα Κόκκινα Φανάρια» δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που είναι: μια ακόμη θλιβερή ιστορία για πόρνες.