Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

The Second Best Exotic Marigold Hotel [2.5/5]

Όταν το «Εξωτικό Ξενοδοχείο Μάριγκολντ» προγραμματίστηκε να βγει στις αίθουσες της Αμερικής το ίδιο σαββατοκύριακο με τους «Εκδικητές», κανείς στη Fox Searchlight Pictures δεν περίμενε ότι αυτό το υπέροχο φιλμ θα απέδιδε τέτοιους καρπούς. Ξεπερνώντας τα 130 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box-office και υπολογίζοντας το σημερινό κλίμα του κινηματογράφου όπου οι νέες ιδέες βρίσκονται δύσκολα, έδωσε στους υπευθύνους τη δυνατότητα υλοποίησης αυτής εδώ της αναπόφευκτης συνέχειας.

Τρία χρόνια μετά, λοιπόν, και οι Dench, Nighy, Smith και Patel αποδεικνύοντας ότι, παρόλο που το δεύτερο μέρος έρχεται με διαπιστευτήρια και το περιμένεις με μεγαλύτερη ανυπομονησία, αυτό δεν σημαίνει ότι το απολαμβάνεις το ίδιο. Όπως και στο πρώτο μέρος, υπάρχει γλυκύτητα και μια ελαφριά αέρινη αίσθηση χιούμορ και συναισθηματικότητας που περπατάει μαζί σου χέρι-χέρι σε ολόκληρη τη διάρκεια της. Και μολονότι δεν υπάρχει τίποτα συγκλονιστικό ή απρόσμενο στους χαρακτήρες, η πολύχρωμη κινηματογραφία του Ben Smithard και το σταθερό σκηνοθετικό χέρι του Madden καταφέρνουν και παρέχουν αυτό που το φιλμ υπόσχεται: ένα οικείο πλαίσιο, στο οποίο βετεράνοι ηθοποιοί αποδεικνύουν όχι μόνο το μεγαλείο του ταλέντου τους, αλλά και ότι μπορούν ακόμα να σηκώσουν στην πλάτη τους μια ελαφριά και διασκεδαστική ταινία, την οποία θέλεις να παρακολουθήσεις.

Ωστόσο, η δομή του έργου αποτελεί το μεγαλύτερο μειονέκτημά του, υπονομεύοντας την κατά τα άλλα ελκυστική φύση που από μόνο του διαθέτει. Στέλνοντας σεναριακά το πολυπληθές καστ της σε παλαβιάρικες περιπέτειες, η πλοκή δεν δίνει ποτέ πραγματική ευκαιρία αλληλεπίδρασης των ηρώων, πέρα από μερικά σύντομα αποσπάσματα συνομιλίων εδώ κι εκεί. Αυτό έχει ως συνέπεια το φιλμ να μη μοιάζει ως ένα συνεκτικό σύνολο, αλλά ως ένα κοκτέιλ από τρεις ή τέσσερις ιστορίες χαλαρά δομημένες σε μια αλληλένδετης μορφής ανθολογία. Προσέγγιση που ναι μεν δικαιολογείται εν μέρει, αλλά κουράζει, μειώνει κατά πολύ το αποτέλεσμα και μοιάζει βεβιασμένη.

Συνεπώς, έχοντας χάσει εντελώς αυτό που έκανε την αρχική ταινία κάπως ιδιαίτερη, το «Εξωτικό Ξενοδοχείο Μάριγκολντ ΙΙ» ναι μεν είναι ευχάριστο στην παρακολούθηση, αλλά σε σύγκριση με τις εγκάρδια φτιαγμένες περιπέτειες ζωής και θανάτου του πρώτου, έρχεται από κάθε άποψη δεύτερο.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Insurgent [2/5]

Όταν πρόκειται για τη μεσαία ταινία σε ένα franchise, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η αφήγηση εξυπηρετεί έναν μικρότερο σκοπό. Χωρίς σύμπαν να αναπτύξει, αλλά κι ούτε ιστορία να ολοκληρώσει, το δεύτερο μέρος ανησυχεί περισσότερο για τη διατήρηση του ρυθμού του προηγούμενου έργου, αφήνοντας πάντα αρκετά μέτωπα ανοιχτά για το επόμενο. Αυτή η ασαφή φύση είναι το μεγαλύτερο ελάττωμα του «Η Τριλογία της Απόκλισης: Ανταρσία».

Το στόρι της ταινίας συνεχίζει ακριβώς από εκεί που το αφήσαμε. Έχοντας ανακαλύψει ότι είναι μια αποκλίνουσα και, ως εκ τούτου, δεν εντάσσεται σε καμία συγκεκριμένη φατρία που χωρίζει την κοινωνία σε αυτό τον δυστοπικό κόσμο, η Tris είναι τώρα ένας φυγάς. Ο κυνηγός της είναι η Jeanine, η οποία φοβάται για το τι είναι η Tris ικανή να κάνει, και κυρίως ποιους θα εμπνεύσει. Κυνηγημένη από το παρελθόν της και τους αμέτρητους θανάτους που προκάλεσε με βάση τα γεγονότα στο «Η Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί», το «Ανταρσία» σκαλίζει το υποσυνείδητο της Tris, κάνοντας μας συχνά να μην μπορούμε να προσδιορίσουμε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, και τι είναι απλά ένας οδυνηρός εφιάλτης. Το τέχνασμα αυτό δημιουργεί μια ανησυχητική κινηματογραφική εμπειρία, την οποία ο σκηνοθέτης Robert Schwentke εκμεταλλεύεται για να παίξει με τις αντιλήψεις μας. Η ένταση που νιώθεις εντείνεται ακόμα περισσότερο κι από το γεγονός ότι βλέπουμε αυτό τον κόσμο μέσα από την προοπτική ενός φυγά, συνεχώς στο τρέξιμο.

Ωστόσο, η αγωνία που δημιουργείται υποτιμάται από την έλλειψη ανάπτυξης σχεδόν όλων των συστατικών που δημιουργούν μια καλή ταινία. Παρά τις προσπάθειές των συντελεστών να δημιουργήσουν μια ιστορία με σπουδαιότητα και υψηλά στοιχήματα, υπάρχει μια απίστευτη έλλειψη κατεύθυνσης. Όχι πίσω και μπροστά από την κάμερα, αλλά αφηγηματικά. Παρακολουθώντας το «Ανταρσία» αναρωτιέσαι -στο μεγαλύτερο μέρος της- γιατί; Γιατί επενδύουμε (ή δεν επενδύουμε, για να το θέσω με μεγαλύτερη ακρίβεια) τον χρόνο μας σε αυτούς τους χαρακτήρες; Πού οδηγεί όλο αυτό; Οι «Αγώνες Πείνας» είχαν κάτι μεγάλο στο οποίο ήθελαν να φτάσουν και καταλαβαίναμε τα κίνητρα των χαρακτήρων και τις συναισθηματικές αποσκευές τους. Η «Τριλογία της Απόκλισης» μοιάζει επίπεδη, άσκοπη και τελικά ασήμαντη.

Το πρώτο μέρος και πολύ περισσότερο το δεύτερο είναι ταινίες εξωτερικά γυαλισμένες με ένα ωραίο οπτικό στυλ και εκπληκτικές σκηνές δράσης, τέχνασμα που προσπαθεί να κρύψει το ανιαρό εσωτερικό. Το βασικό πρόβλημα παραμένει ο κόσμος στον οποίο οι ήρωες κατοικούν. Αυτή η εφηβική σύγχυση σχετικά με τη θέση του ατόμου στον κόσμο δεν πολυ-λειτουργεί σε αυτή την απίστευτα σχεδιασμένη κοινωνία. Δεν είναι ξεκάθαρή η αιτία και ο λόγος για όλες αυτές τις φιλελεύθερες δηλώσεις. Τίποτα δεν πήζει σε ένα συνεκτικό σύνολο, αφήνοντας το σενάριο των Brian Duffield, Akiva Goldsman και Mark Bomback να περιπλανάται από το ένα σημείο της δράσης στο επόμενο.

Αλλά δεν είναι όλα χαμένα. Περιέργως και εκεί που δεν το περιμένεις, το τέλος της «Ανταρσίας» σε εξιτάρει. Αναπτύσσει ταχύτητα και βάθος, και σου δίνει την ελπίδα ότι ίσως αυτή η σειρά δεν θα ολοκληρωθεί και κυρίως δεν θα μείνει στη μνήμη μας ως το αντίγραφο των «Αγώνων Πείνας», αλλά θα αρχίσει επιτέλους να διηγείται τη δική της ιστορία. Αυτό το αίσθημα αισιοδοξίας για μια ταινία που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν σου είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και σε δύο άλλους λόγους: Kate Winslet και Shailene Woodley. Δραματικά, οι καλύτερες σκηνές ολόκληρης της ταινίας είναι εκείνες στις οποίες οι δυο τους έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο. Από τη μια πλευρά, η Kate Winslet, ως η αχρεία και πεινασμένη για εξουσία Jeanine, είναι το καλύτερο πράγμα, αλλά και το μεγάλο ατού της ταινίας. Και από την άλλη, η Woodley λάμπει και πάλι στον πρωταγωνιστικό ρόλο καταφέρνοντας να παρέχει βάθος και υπόσταση στην Tris.

Με ακόμα ένα έτος να μένει μέχρι τα πράγματα να αρχίσουν να γίνονται πραγματικά ενδιαφέροντα στην «Τριλογία της Απόκλισης», αυτή η sci-fi συνέχεια αξίζει της προσοχής σου αποκλειστικά και μόνο για να έχεις μια εικόνα πού το πάει. Το έργο σαν έργο δεν είναι τόσο ενδιαφέρον, όσο ένα δεύτερο μέρος μιας τριλογίας θα πρέπει να είναι. Κρίμα, γιατί βγαίνοντας από την αίθουσα σε αφήνει με την αίσθηση ότι αυτή η σειρά θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι καλύτερη.

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

Focus [2/5]

Το «Focus» είναι μια κλασσική ταινία με ληστείες. Επιδέξια κι ελκυστική στο μάτι, αλλά χωρίς κάποια ιδιαιτερότητα στην πλοκή και την ουσία των πραγμάτων. Πρωταγωνιστής είναι ο Will Smith ως βετεράνος απατεώνας, ο οποίος είναι στο παιχνίδι των κλεψιών τόσο καιρό που οι ικανότητες του έχουν ουσιαστικά γίνει μια επέκταση της φύσης του. Δίπλα του η νέα προστατευόμενή του μαθαίνει την τέχνη της εξαπάτησης. Όλα όμως μπερδεύονται, όταν θα μπει το ρομαντικό στοιχείο στη σχέση τους και μια σειρά από μικρές και μεγάλες ανατροπές θα θέσει σε δοκιμασία τη συνεργασία τους.

Περισσότερα για την υπόθεση δεν θα πω, αλλά επειδή έχουμε δει πολλές ταινίες του είδους και δεδομένου ότι το «Focus» ποτέ δεν προσπαθεί πραγματικά να ξεφύγει από τον κανόνα, γνωρίζουμε ήδη το βασικό ερώτημα που οδηγεί την αφήγηση: ποιος παίζει πραγματικά ποιον; Εξαιτίας του ότι το έργο εμμένει σε αυτή την πανάρχαια τακτική τόσο πιστά, όταν έρθει η ώρα για το «μεγάλο wrap-up» που όλα θα πρέπει να εξηγηθούν στο κοινό έτσι ώστε οι θεατές να καταλάβουν πώς οι χαρακτήρες έκαναν τα πάντα, τι πραγματικά γνωρίζουν κι αισθάνονται ο ένας για τον άλλο, ποιες είναι οι ιστορίες τους και τα κίνητρα τους και ούτω καθεξής, το στοιχείο της έκπληξης είναι λίγο πολύ μηδαμινό αφού ξέραμε ότι ήδη έρχεται. Το «Focus» τονίζει συνεχώς το γεγονός ότι είναι μια ταινία για απατεώνες και εκπληρώνει τις προσδοκίες, αλλά με έναν μάλλον συνήθη τρόπο.

Η μέθοδος με την οποία το «Focus» θα μπορούσε να εξαργυρώσει τις τετριμμένες ιδιότητές του, θα ήταν η ανάπτυξη των χαρακτήρων πέρα από τους ρόλους τους στην πλοκή, αλλά το σενάριο των Glenn Ficarra και John Requa (οι οποίοι βρίσκονται επίσης και στο τιμόνι της σκηνοθεσίας) δεν επιτρέπει αρκετό χρόνο για αυτό. Είναι υπερβολικά πρόθυμοι να ολοκληρώσουν τη δράση, να φτάσουμε στο τέλος και να εξηγηθεί τι έγινε. Οι Ficarra και Requa φαίνεται να πιστεύουν ότι αυτό είναι, ως επί το πλείστον, αυτό που θέλει το κοινό διότι το έχουμε συνηθίσει. Ελπίζουμε ότι με την επόμενη συνεργασία τους, θα συνειδητοποιήσουν ότι ο κόσμος προτιμά ταινίες που είναι διαφορετικές και πιο τολμηρές, αψηφώντας τις τετριμμένες εμπορικά προσδοκίες του.

Αν εξαιρέσουμε το βασικό και χωρίς εκπλήξεις σενάριο, το «Focus» σε όλα τα αλλά τα πάει πολύ καλά. Διαθέτει μια κομψή πολύχρωμη φωτογραφία. Ο σχεδιασμός παραγωγής και τα κοστούμια είναι λες και βγήκαν από σελίδες περιοδικού. Η επιλογή των μουσικών κομματιών είναι εξαιρετική. Και το πρωταγωνιστικό δίδυμο σκίζει. Από την μια ο Will Smith, του οποίου η φωνή, η γοητεία, αλλά και η προσωπικότητά του κουμπώνει με τον συγκεκριμένο ρόλο, διαπρέπει. Από την άλλη η Margot Robbie είναι θαυμάσια στον ρόλο της. Θα φτάσει πολύ ψηλά η συγκεκριμένη, γιατί και πανέμορφη είναι, αλλά και πολύ ταλαντούχα.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι το «Focus» κατατάσσεται στην κατηγορία «εύκολα παρακολουθήσιμο». Και αυτό γιατί ψυχαγωγεί και διασκεδάζει, κάτι που, ούτως ή άλλως, είναι ο λόγος ύπαρξης του ως φιλμ. Επομένως, καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε τους ηθοποιούς, τα τοπία και το ποπ-κορν σας.