Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Madagascar 3: Europe's Most Wanted [3.5/5]

Υπάρχουν franchise κινουμένων σχεδίων που το μόνο που κάνουν είναι να επαναδιατυπώνουν τα ίδια παλιά θέματα και gags σε όλες τις ταινίες και δικαίως χάνουν την άξια τους λόγω αυτής της επαναληπτικότητας. Σκεφτείτε το Σρεκ, το οποίο ξεκίνησε δυνατά, αλλά με κάθε συνέχεια το γκρινιάρικο τέρας και οι φίλοι του άρχισαν να γίνονται φτηνές παρωδίες του εαυτού τους. Υπάρχουν άλλα franchise που αναπτύσσονται από ταινία με ταινία, όπως η Εποχή των Παγετώνων, όπου έχουμε την ευκαιρία να πάμε σε ένα απίστευτα μεγάλο ταξίδι με τους χαρακτήρες να προσπαθούν να επιβιώσουν από κάθε αναπόφευκτη αλλαγή. Και τέλος υπάρχει το franchise των ταινιών Μαδαγασκάρη, όπου με το «Μαδαγασκάρη 3: Οι Φυγάδες της Ευρώπης» κλείνει με μοναδικό τρόπο την άνιση τριλογία και προσφέρει, προς έκπληξη όλων, πολλά περισσότερα από όσα περιμέναμε.

Αυτή η συνέχεια ξεκινά ακριβώς εκεί που σταμάτησε η δεύτερη. Τα ζώα από το «Central Park Zoo» είναι ακόμα στην Αφρική, αλλά τους πιάνει μια νοσταλγία για την πατρίδα και λαχταρούν για τις ζωές τους πίσω στη Νέα Υόρκη. Έτσι, καταστρώνουν ένα σχέδιο προκειμένου να ανασυνταχθούν με τους πιγκουίνους, οι οποίοι έχουν φύγει με μια ιπταμένη μηχανή μαζί με τους πιθήκους και βρίσκονται στο Μόντε Κάρλο, προσπαθώντας να τους υποχρεώσουν να γυρίσουν όλοι μαζί στη Νέα Υόρκη.

Όπως και ο προκάτοχός του, το «Μαδαγασκάρη 3» συνεχίζει την παράδοση του franchise και βασίζει τη ψυχαγωγική αξία του περισσότερο στις τρελές γελοιότητες των χαρακτήρων του. Παρόλα αυτά, όμως, είμαι μάλλον κάπως έκπληκτος από το αφηγηματικό βάθος του έργου, μιας και το σενάριο των Eric Damell και Noah Baumbach κατορθώνει με μεγάλη επιτυχία να στριμώξει πολλά μέσα στα 93 λεπτά που διαρκεί η ταινία, χωρίς ποτέ να χάνει την αξία της. Κατάφεραν να προσθέσουν ένα σωρό νέους χαρακτήρες, οι οποίοι όμως δεν υπάρχουν απλά για διασκέδαση, αλλά διαθέτουν αρκετό χρόνο στην οθόνη προκειμένου να μην σου δίνουν αυτή την αίσθηση του περιττού. Ενώ το πώς όλοι και όλα δένουν τόσο καλά μαζί, έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μια πλήρης κωμωδίας που διαθέτει από εύστροφους και πνευματώδης διάλογους μέχρι σωματική σλάπστικ κωμωδία.

Η ιστορία είναι αρκετά διασκεδαστική, αφού τα ζώα ξεκινούν για ένα ταξίδι που περιλαμβάνει πολλή περιπέτεια, κίνδυνο κι αρκετή αγάπη. Φυσικά, η ιστορία έχει τα τυχαία σημεία της. Για παράδειγμα: τη μια στιγμή τα ζώα είναι στην Αφρική και την επόμενη στιγμή, με κάποιον τρόπο, καταλήγουν στην Ευρώπη. Αυτό, ωστόσο, δεν παίζει μεγάλο ρόλο στην αξία του έργου. Γιατί; Επειδή το φιλμ είναι κυρίως μια κινούμενων σχεδίων κωμωδία που υποτίθεται ότι θα σας κάνει να σκάσετε στα γέλια, κάτι που καταφέρνει πολύ καλά! Υπάρχει αφθονία χρωμάτων, σκηνών δράσης καθώς και τραγούδια που κυμαίνονται από ποπ επιτυχίες των 1990 μέχρι τη Katy Perry, ενώ θέματα της φιλίας, του να μένεις ενωμένος και ποτέ να μην το βάζεις κάτω, όσο τετριμμένα κι αν είναι, είναι θέματα που είναι καλό να υπάρχουν σε μια ταινία που σίγουρα απευθύνεται και σε μικρές ηλικίες.

Κάθε σκηνή έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε οι χαρακτήρες να είναι αγαπητοί στο κοινό. Και όλοι οι χαρακτήρες σε αυτή την ταινία είναι εξαιρετικοί. Η ύπαρξη του αρχικού καστ στις φωνές καταφέρνει να κρατήσει την αίσθηση των προηγούμενων ταινιών της σειράς, ενώ οι σημαντικότεροι νεοεισερχόμενοι χαρακτήρες είναι αυτοί που θα γίνουν οι νέοι αγαπημένοι του κοινού. Είτε πρόκειται για την τσίτα Gia, τον απότομο ρωσικό τίγρη Vitaly ή τον Stefano το θαλάσσιο λιοντάρι. Ο χαρακτήρας, δε, της Chantel DuBois είναι μια τεραστία προσθήκη στο έργο, δίνοντας στην ιστορία έναν λαμπρό κακό. Η Frances McDormand κάνει μια φανταστική δουλειά με τη φωνή και όποτε εμφανίζεται στην οθόνη, κλαις από τα γέλια.

Μοντέρνο και ξεκαρδιστικό, το «Μαδαγασκάρη 3» διαθέτει μια αναζωογονητική νέα ιστορία, ένα σωρό νέους χαρακτήρες και μπόλικη δόση 3D. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα δεδομένης της σπανιότητάς του στη βελτίωση των δυνατών σημείων των προκατόχων του, την εξεύρεση χώρου για να προσθέσει περισσότερους χαρακτήρες κι όχι καρικατούρες και γιατί απλά θα το ευχαριστηθείτε όσο λίγες ταινίες φέτος.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Bachelorette [1.5/5]

Μετά την τεραστία εμπορική αλλά και καλλιτεχνική επιτυχία του Φιλενάδες, η πρώτη, από τις σίγουρα πολλές γυναικείες κωμωδίες που θα ακολουθήσουν, λέγεται «Οι Εργένισσες». Για να είμαστε βέβαια απολυτά δίκαιοι, η ταινία της Leslye Headland στην πραγματικότητα γράφτηκε πολύ πριν από την ταινία του Paul Feig. Οι συγκρίσεις και οι ομοιότητες μεταξύ των δύο είναι όμως αναμφισβήτητες. Η φόρμουλα, πάνω-κάτω, η ίδια: μια δυσλειτουργική ομάδα φίλων συγκεντρώνεται σε μια γιορτινή, ηδονιστική νύχτα την παραμονή του γάμου ενός φίλου και το χάος επακολουθεί. Συγκεκριμένα εδώ, η κεντρική ιστορία περιστρέφεται γύρω από τρεις φίλες, επιφορτισμένες με καθήκοντα παρανύμφου για τον γάμο της σχολικής φίλης τους, που όμως πότε δε συμπαθούσαν ιδιαίτερα και σίγουρα ποτέ δεν πίστευαν ότι θα είναι η πρώτη που θα παντρευτεί.

Από κωμικής πλευράς, η ταινία και έξυπνες ατάκες διαθέτει και κάποιο πνεύμα στο χιούμορ και γενικώς θα σε κάνει να γελάσεις. Δυστυχώς, όμως, η -αρχικά χαριτωμένη- ιδέα είναι επεξεργασμένη με έναν εντελώς λάθος τρόπο. Το τετριμμένο σενάριο αντί να εξελίξει το γρήγορα κορεσμένο είδος, το υποβιβάζει με μια προβλέψιμη πλοκή, εμφανή λάθη και παντελή απουσία κινήτρων για τους μονοδιάστατους χαρακτήρες του. Ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα υπάρχει στο ποσό άνισα είναι δομημένη η ταινία. Ξεκίνα ως μια ξέφρενη φάρσα για να μετατραπεί, λίγο πριν την τρίτη πράξη, σε μια βεβιασμένη και τυποποιημένη κοινωνική-ρομαντική ταινία γεμάτη με ευαίσθητα συναισθήματα και εγκάρδιες στιγμές. Παρόλο, όμως, που το έργο διαθέτει ένα σενάριο «προκάτ» και καταφεύγει στις πιο απίθανες συμπτώσεις για να στηρίξει το μωσαϊκό των ιστοριών, το έξοχο καστ συντηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Οι Lizzy Caplan, Kirsten Dunst, Isla Fisher και Rebel Wilson είναι πραγματικά απολαυστικές, παρά τους αδύναμους στη σκιαγράφηση ρόλους τους.

Με τη σκέψη ότι το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να αναπτυχτεί ως μια κομεντί μελέτη στις παλιές φιλίες, στην ωρίμανση των ευθυνών και την εξεύρεση του εαυτό σου στα τριάντα σου, πασπαλισμένα με χονδροειδές χιούμορ (γιατί είναι στη μόδα), το τελικό συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια, σίγουρα διασκεδαστική, αλλά και σίγουρα χαμένη ευκαιρία για κάτι φρέσκο και πρωτότυπο.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Darling Companion [0/5]

Θα σταματήσουν άραγε ποτέ οι ταινίες να μας εκπλήσσουν; Πώς είναι δυνατόν όλη αυτή η δημιουργικότητα του ανθρώπου που στο βιογραφικό του περιλαμβάνονται ταινίες όπως τα Μεγάλη Ανατριχίλα, Γκραν Κάνιον και Αταίριαστοι Εραστές να είναι υπεύθυνη για τούτο εδώ το ανούσιο κι ανεκδιήγητο δράμα; Με ένα καστ που περιλαμβάνει ονόματα όπως Diane Keaton, Richard Jenkins, Dianne Weist, Kevin Kline και πολλούς άλλους, αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να μην είναι καλό; Πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο εξοργιστικά ανούσιο; Είναι πραγματικά καταθλιπτικό να γνωρίζεις τον πλούτο των ταλέντων που συνωμότησαν για να γυριστεί αυτό το αδρανές κι άτονο έργο.

Η ιστορία: οι Beth (Keaton) και Joseph (Kline) είναι ένα χρόνια παντρεμένο ζευγάρι με δύο μεγάλες κόρες. Μια μέρα, η Beth ανακαλύπτει ένα εγκαταλειμμένο σκυλί σε έναν αυτοκινητόδρομο, το διασώζει και το κρατά ονομάζοντας το «Freeway». Η κόρη τους, Grace, κρατά επαφή με τον κτηνίατρο που κουράρει τον Freeway και τον παντρεύεται έναν χρόνο αργότερα, στο σπίτι διακοπών της οικογένειας στα Βραχώδη Όρη (μας δίνεται αυτή η πληροφορία μέσω του παρακάτω κειμένου επί της οθόνης: «One year later. Beth and Joseph`s vacation home in the Rockies»!!!!!!!!). Κατά την διάρκεια μιας βόλτας με τον Joseph, ο Freeway το σκάει και όλη η οικογένεια τρέχει πανικόβλητη στα δάση για να τον βρει φυσώντας σφυρίχτρες και ουρλιάζοντας «FREEWAY».

Η όλη «ιδέα» (μερικοί θα έλεγαν ιστορία ή σενάριο αλλά, πιστέψτε με, δεν αξίζει αυτή τη διάκριση) της ταινίας πληροί στο μέγιστο τις προϋποθέσεις για το βραβείο της «πιο ηλιθίας ταινίας της χρονιάς». Η αναζήτηση για τον Freeway μοιάζει να είναι αιωνία. Οι μισοί χάνονται το βράδυ στο δάσος. Έντονες καταιγίδες ξεσπάνε. Σε ένα, εντελώς ανεξήγητο και περιττό, καρτούν κομμάτι της ταινίας, ο σκύλος δέχεται επίθεση από λύκους. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει και μια κουλή τσιγγάνα ονόματι Carmen (πόσο κλισέ;) να έχει την 6η αίσθηση και να τους στέλνει από εδώ κι από εκεί σε άσκοπες αναζητήσεις τραβώντας ακόμα περισσότερο από τα μαλλιά και την διάρκεια αλλά και την «υπόθεση» του έργου. Ολόκληρες σκηνές διαδέχονται η μια την άλλη χωρίς καμιά λογική μετάβαση και όλος αυτός ο κακός χαμός που μένεις αποσβολωμένος να παρακολουθείς, σκέπτεσαι ότι θα μπορούσε να επιλυθεί σε λιγότερο από πέντε λεπτά εάν ένας και μόνο χαρακτήρας έμπαινε στον κόπο να διερωτηθεί οποιαδήποτε απορία ή καθόταν να σκεφτεί την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν. Αλλά όχι, πού τέτοια τύχη…

Από τα πρώτα κιόλας πλάνα της ταινίας, είναι εύκολο να καταλάβεις ότι κάτι δεν πάει καλά δεδομένου του ότι η ψηφιακά γυρισμένη ταινία μοιάζει να γυρίστηκε με ένα παλιάς εποχής handycam. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όταν οι χαρακτήρες αρχίζουν να ανοίγουν τα στόματά τους και οι επιτηδευμένοι διάλογοι αρχίζουν να ηχούν στα αυτιά σου, αντιλαμβάνεσαι πλήρως ότι δεν υπάρχει κάτι που αυτό το καστ των ταλαντούχων ανθρώπων μπορεί να κάνει προκειμένου να σώσει την ταινία. Καθώς το έργο βυθίζεται όλο και πιο γρήγορα στα πιο προφανή συμπεράσματα, καθίσταται προφανές ότι το μόνο που ενδιαφέρει τους Kasdan είναι να παραγεμίσουν την ταινία με όσο το περισσότερο ψευδή μυστικισμό και γλυκανάλατες στιγμές μπορούν, αδιαφορώντας πλήρως για οτιδήποτε άλλο. Είναι σε τέτοιο βαθμό η αδιαφορία του που κατάφεραν και γύρισαν μια ταινία για ένα σκυλί χωρίς να υπάρχει σκυλί! Χωρίς ουσιαστικές σκηνές να δείχνουν τον σκύλο και τις αλληλεπιδράσεις του με την οικογένεια σκοτιστήκαμε αν θα το βρουν ή όχι!

Δεν θα μπω σε περισσότερη ανάλυση και θα κλείσω με το εξής: εκεί που τελειώνει η μαγεία του κινηματογράφου, εκεί ξεκινά το «Ατίθαση Συντροφιά». Αποφύγετε το με κάθε κόστος…

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

Silent House [2/5]

Είναι πολύ συχνό φαινόμενο ταινίες οι όποιες ξεκινούν πολλά υποσχόμενες να καταστρέφονται από ένα απελπιστικά αδύναμο φινάλε, κάτι που δυστυχώς ισχύει και στην περίπτωση του, κατά τα αλλά ατμοσφαιρικού θρίλερ, «Σιωπηλό Σπίτι».

Ανεξάρτητα, όμως, από το τι πιστεύουμε για το τελικό αποτέλεσμα, μια ταινία που επιχειρεί κάτι διαφορετικό (ειδικά όταν είναι θαμμένη μέσα στα πολλά κλισέ των ταινιών τρόμου) είναι άξια συζήτησης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το τέχνασμα είναι ότι οι σκηνοθέτες Chris Kentis και Laura Lau γύρισαν την ταινία σε πολλές εκτεταμένες δωδεκάλεπτες λήψεις, χρησιμοποιώντας την απλής ποιότητας φωτογραφική μηχανή Canon EOS 5D, οι όποιες ενώθηκαν στο μοντάζ προκειμένου να δίνουν την αίσθηση συνεχόμενης λήψης, εμπνεόμενοι από τον Βρόγχο του Alfred Hitchcock. Και ακόμα και στα μόλις 87 λεπτά που διαρκεί το έργο, αυτό είναι ένα καλό κινηματογραφικό επίτευγμα, ανεξάρτητα από το αν μας αρέσει η ταινία ή όχι.

Αφαιρώντας, λοιπόν, την άνεση ενός καθαρού κοψίματος από την εξίσωση, οι σκηνοθέτες είναι αναγκασμένοι να γίνουν δημιουργικοί στην προσπάθεια τους να μας τρομοκρατήσουν. Υπάρχουν αρκετές τρομακτικές σκηνές που θα σας κάνουν να πιάσετε το χέρι του άλλου ή να αναπηδήσετε από την καρεκλά σας, οι οποίες λόγω των περιστροφικών κινήσεων, του τρέμουλου, των προσκρούσεων και γενικά του συνολικά ξέφρενου ρυθμού της κάμερας μοιάζουν ακόμα πιο αληθοφανείς, κάνοντας τις εκπλήξεις που σε περιμένουν στην πορεία ακόμα πιο αγχωτικές. Αυτό το στυλ κινηματογράφησης έχει επίσης ως συνέπεια η πρωταγωνίστρια Elisabeth Olsen να παραδίδει μια υποδειγματική ερμηνεία. Ο χαρακτήρας της καλύπτει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων, από «casual» σε μπερδεμένη και από φοβισμένη σε εντελώς τρομοκρατημένη, χωρίς την άνεση της οικοδόμησης αυτών των συναισθημάτων εκτός κάμερας. Η Olsen, παρέχοντας μια εκπληκτική ερμηνεία που απεικονίζει τη φρίκη της κατάστασης στην όποια βρίσκεται, καταφέρνει να λάβει μια ιδιαίτερη συναισθηματική προσήλωση από τους θεατές που συνδέονται πραγματικά με τον χαρακτήρα που υποδύεται.

Για ένα αρκετά μεγάλο τμήμα, λοιπόν, η ταινία είναι συναρπαστική, διαθέτοντας εξαιρετικό ρυθμό, ικανοποιώντας πλήρως τους λάτρεις των ταινιών θρίλερ. Παρά, όμως, τα αναμφισβήτητα γεμάτα ένταση πρώτα 45 λεπτά, το τελευταίο κεφάλαιο του φιλμ είναι τόσο άγαρμπα και πρόχειρα προσεγγισμένο, που έρχεται σε αντίθεση με τη νοημοσύνη και τη φαντασία όλου του υπόλοιπου έργου και φτάνει να αναιρεί οτιδήποτε καλό είχε να επιδείξει η ταινία μέχρι τη στιγμή της γελοίας επίλυσης της.

Εν ολίγοις, το «Σιωπηλό Σπίτι» είναι μια ταινία που πρέπει να δείτε, έστω και για μία μόνο φορά. Ξεχωρίζει για μερικούς αξιοπρεπείς φόβους και για τη μεγάλη ερμηνεία της Elizabeth Olsen, αλλά δυστυχώς ανατρέπεται από κάποια αστεία και ιδιαίτερα παράλογα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στην τελική του πράξη καταστρέφοντας σχεδόν ολόκληρη την ταινία.

Being Flynn [1.5/5]

Το «Άλλη μια Νύχτα» βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Nick Flynn, με τον τίτλο «Another Bullshit Night in Suck City» και εξιστορεί μια πολύπλοκη, ώριμη ιστορία της επανένωσης ενός πατέρα (Nick) κι ενός γιου (Jonathan) κάτω από δύσκολες συνθήκες. Με το θέμα της να είναι σκοτεινό, συχνά χωρίς φως στην άκρη του τούνελ, η ιστορία ξετυλίγεται με έναν άκρως πρωτότυπο τρόπο. Μέσα από τις αφηγήσεις και τις οπτικές γωνιές, τόσο του Nick όσο και του Jonathan. Ο μεν Nick εξακολουθεί να ασχολείται με τις πληγές τις εγκατάλειψης από τον πατέρα του, καθώς κι από την πρόσφατη αυτοκτονία της μητέρας του. Ο δε Jonathan προσπαθώντας να διατηρήσει την αξιοπρέπεια, κάτω από το βάρος της επανασύνδεσης με το γιο του και μπροστά στην ιδέα ότι είναι άστεγος, χάνει γρήγορα την αίσθηση με την πραγματικότητα.

Σε ένα πράγμα που η παράγωγη του έργου τα κατάφερε περίφημα είναι στο καστ της. Με τον De Niro ως Jonathan και τον Dano ως Nick, η ταινία διαθέτει στο επίκεντρο της δυο εξαιρετικές ερμηνείες που μέσω αυτών το φιλμ ισορροπεί μία από τις βασικές του αδυναμίες: το μονοδιάστατο σκετσάρισμα σχεδόν όλων των χαρακτήρων του. Με τον Weitz να εστιάζει το ενδιαφέρον του στη δημιουργία της ατμόσφαιρας, διαποτίζοντας την ταινία με ζοφερές λεπτομέρειες των αστέγων και της κατάχρησης ναρκωτικών, η ταινία όσο βαριά και καταθλιπτική κι αν είναι, άλλο τόσο παίρνει συνεχώς τον εύκολο δρόμο χωρίς πότε να ψάχνει βαθιά στο αληθινό σκοτάδι στην καρδιά των χαρακτήρων. Τα προβλήματα του Nick τον οδηγούν στα ναρκωτικά, χωρίς πότε να παίρνουμε πραγματικά μια αίσθηση των συνεπειών των ναρκωτικών στη ζωή του. Βλέπουμε τη μητέρα του Nick να γράφει ένα σημείωμα κρατώντας ένα όπλο, αλλά η αληθινή βία της πράξης της γίνεται εκτός κάμερας. Μας τονίζουν επανειλημμένα πως το μένος του Jonathan φοβίζει τον κόσμο, αλλά ποτέ δεν βλέπουμε κάποια έκρηξη του που να αποδεικνύει ότι αποτελεί κίνδυνο. Ανώφελες εκμεταλλεύσεις των πιο σκοτεινών στιγμών των ανθρώπων, σίγουρα δεν είναι ποτέ κάτι το διασκεδαστικό να βλέπει κανείς, αλλά μαλακώνοντας τες προκειμένου να καταστούν πιο εύπεπτες, αυτό που διασφαλίζεις είναι ότι η συναισθηματική σύνδεση με το κοινό θα είναι άστοχη, στην καλύτερη περίπτωση. Λαμβάνοντας υπόψη, λοιπόν, το πόσο λίγο βάθος το «Άλλη μια Νύχτα» δίνει στους χαρακτήρες του, η σοβαρότητα του περιεχομένου εξανεμίζεται, και από ένα σημείο και μετά ότι συμβαίνει μοιάζει σαν τεχνάσματα του σεναρίου που έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε να κάνουν τον θεατή να δει με συμπάθεια τους χαρακτήρες, ελλείψει πραγματικών συναισθημάτων. Ενώ ένας άλλος λόγος που κάνει την ταινία να είναι αποτελεσματική σπασμωδικά, είναι ο τρομερά ασταθής τόνος της. Πολύ αστεία εδώ, όχι αρκετά αστεία αλλού, σοβαρή τμηματικά αλλά και πολύ δραματική, σε σημείο που δεν αφήνει χρόνο στον θεατή να πάρει ανάσα.

Αν και το έργο ενώνει κάπως τα κομμάτια του στην τελική του πράξη καταλήγοντας σε ένα άκρως θετικό κι ανθρώπινο φινάλε, εσύ μένεις να σκέφτεσαι ότι χρειάζεται μεγάλη ικανότητα προκειμένου να φτιάξει κανείς μια αποτελεσματική ταινία, με ίσες ποσότητες γέλιου και δακρύων. Και παρόλο που το «Άλλη μια Νύχτα» είναι αξιοθαύμαστο για την προσπάθεια του, δεν τα καταφέρνει αρκετά καλά.