Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

I Give It a Year [0.5/5]

Όταν οι εκ Βρετανίας προερχόμενες ρομαντικές κομεντί πετυχαίνουν τον σκοπό τους, τότε το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό, αστείο αλλά κι αξέχαστο (βλέπε: «Αγάπη Είναι...» και «Τέσσερις Γάμοι»). Όταν όμως τα πράγματα δεν λειτουργούν σωστά, όπως στη προκείμενη περίπτωση, τότε αυτό έχει ως συνέπεια βαρετές, ντροπιαστικές και άκρως ενοχλητικές ταινίες.

Γνωστός από τη συνεργασία του με τον Sacha Baron Cohen, ο σκηνοθέτης Dan Mazer καταφέρνει και συγκεντρώνει ένα υπέρλαμπρο, αλλά και πανέμορφο καστ ταλαντούχων ηθοποιών για να πρωταγωνιστήσουν στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, μια βρετανική κωμωδία που προσπαθεί να γίνει η αντίθεση σε ένα υπερβολικά γνώριμο είδος. Όμως, στην προσπάθεια του να αντιστρέψει το κλασικό ρομαντικό πρότυπο, ο Mazer καταφέρνει και δημιουργεί μια ταινία που ναι μεν θέλει να είναι εναντίον του είδους, αλλά παράλληλα το τιμάει κιόλας διαθέτοντας όλα τα κλισέ του.

Είναι τέτοια η προβλεψιμότητα, που πραγματικά δεν ισχύει η έννοια της λέξης spoiler. Τα ιδία και τα ίδια τετριμμένα πρότυπα αφήγησης μετατρέπουν το φιλμ σε μια απογοητευτική κωμωδία λαθών, της όποιας την έκβαση μπορείτε να φανταστείτε από την αρχή. Οι χαρακτήρες δεν είναι ούτε πραγματικοί ούτε ελκυστικοί, τα αστεία δεν είναι ούτε έξυπνα ούτε διασκεδαστικά και οι καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται οι πρωταγωνιστές είναι αδιανόητα βαρετές. Είναι μια ταινία στην οποία δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα σε κανέναν, σε οποιοδήποτε σημείο. Κάτι τέτοιο θα το συγχωρούσαμε, βέβαια, σε ένα έργο που θα έβγαζε γέλιο. Το φιλμ είναι όμως τόσο απελπιστικά μη-αστείο, που θέλεις να βάλεις τα κλάματα.

Για να μην μακρηγορώ, το «Ένας Χρόνος Είναι Αρκετός» δεν είναι η καλύτερη στιγμή κανενός εκ των συντελεστών του και δεν θα είναι σίγουρα και για το κοινό που θα επιλέξει να το δει.

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

Gravity [5/5]

Μετά από μια παρατεταμένη απουσία από την καρέκλα του σκηνοθέτη (7 χρόνια έχουν περάσει από το αξιόλογο Τα Παιδιά των Ανθρώπων), ο Alfonso Cuaron επιστρέφει στα κινηματογραφικά δρώμενα με το Gravity, μια ταινία που για να την περιγράψεις απαιτείται η χρήση λέξεων όπως «απίστευτη» και «πρωτοποριακή». Ως βίωμα θεωρώ ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με την πιο συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία που έχει επιτευχθεί ποτέ. Παρακολουθώντας την ταινία σε 3D, αυτό που νιώθεις είναι τόσο έντονο που με δυσκολία θα σηκώσετε τα γαντζωμένα χέρια σας από την καρέκλα.

Με ένα καστ των δύο, μια απλή πλοκή και διάρκεια 90 λεπτών, είναι πολλοί εκείνοι που θα υποστηρίξουν ότι η ταινία είναι στοιχειώδης, ασχολούμενη με κλασικές συμβολικές εικόνες και θέματα. Οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση κι ανάλυση όμως πάνω στο σενάριο, θα έπρεπε να περιέχει πολλά αποκαλυπτικά στοιχεία ικανά να σου καταστρέψουν τα πάντα.

Επομένως, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εκτίμησα ιδιαιτέρως τον τρόπο που ο Cuaron ενσωματώνει εσκεμμένα μερικές από τις πιο βασικές και καθολικές ανθρώπινες ιστορίες που ειπώθηκαν ποτέ. Ενώ αξιέπαινο βρήκα και το γεγονός ότι το Gravity δεν γίνεται πότε ακόμα μια κλισέ ταινία, όπου μπορείτε να μαντέψετε τα πάντα, αλλά παραμένει, σε όλη τη διάρκεια του, ένα έξυπνο θρίλερ που σου κόβει την ανάσα προσπαθώντας να μαντέψεις τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, κανείς δεν θα είναι σε θέση να αρνηθεί ό,τι έχει επιτευχθεί σε τεχνικό επίπεδο. Η σκηνοθεσία, τα οπτικά εφέ, οι ερμηνείες, το μουσικό σκορ και γενικώς τα πάντα συνθέτουν αυτό που μπορείς εύκολα να χαρακτηρίσεις ως εικαστική τελειότητα. Είναι τόσο καθηλωτικό το οπτικό αποτέλεσμα που βλέπεις στην οθόνη, που πραγματικά είναι δύσκολο να γράψεις γι’ αυτό.

Με πολλούς τρόπους, το Gravity είναι η ταινία που ο κινηματογράφος γεννήθηκε για να κάνει. Μια ισχυρή κινηματογραφική εμπειρία που ξεπερνά ακόμα και τις πιο υψηλές προσδοκίες. Μια ταινία «για τις μάζες», που συναγωνίζεται ακόμα και τα πιο μεγαλειώδη έργα τέχνης. Ένα υπέρτατο παράδειγμα επιδέξιας αφήγησης συγχωνευμένο με εκπληκτικές εικόνες. Κοινώς… ένα αριστούργημα!

Frances Ha [3/5]

Έρχεται μια στιγμή στη ζωή όλων μας, γύρω στα 25 περίπου, όπου θα πρέπει να αποφασίσεις τι θέλεις από τη ζωή. Για πολλούς αυτή η στιγμή έρχεται μάλλον απροσδόκητα. Μια μέρα παρατηρείς ότι όλοι οι άλλοι γύρω σου χρησιμοποιούν λέξεις όπως «καριέρα» και «γάμος». Επιπλέον, όλα τα πράγματα που εσείς και οι φίλοι σας συνηθίζατε να κοροϊδεύετε, μετατρέπονται ξαφνικά σε εκείνα που εποφθαλμιάς να αποκτήσεις. Σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση βρίσκεται και η Frances, ο κύριος χαρακτήρας στη νέα ταινία του Noah Baumbach.

Διαποτισμένο με μπόλικες δόσεις χιούμορ, το σενάριο του Baumbach (συνυπογραμμένο από την πρωταγωνίστρια Greta Gerwig) εξερεύνα τα μαύρα κι άσπρα ζητήματα γύρω από τη φιλία, τα όνειρα και το μέλλον. Γυρισμένο σε έναν ασπρόμαυρο καμβά, αυτό το εκθαμβωτικό, μεθυστικό και συναισθηματικό πορτρέτο μιας χαρούμενης νεαρή γυναίκας που ψάχνει για την επόμενη ένδειξη που θα την κάνει να βρει την ταυτότητά της, είναι σαν μια ανάσα φρέσκου αέρα. Αν και σαφέστατα επηρεασμένος από μεγάλους σκηνοθέτες (ο γρήγορος και σαρκαστικός διάλογος θυμίζει Woody Allen, ενώ ο ζωντανός ρυθμός φέρνει στο νου το γαλλικό Νέο Κύμα), ο Baumbach καταφέρνει και φτιάχνει μια ταινία με μια μοναδική άποψη. Μια ταινία στην οποία πολλά δεν μπορούν να συμβούν, αλλά την ίδια στιγμή, πολλά συμβαίνουν. Όλα εξαρτώνται από τη δική σας οπτική γωνιά.

Για μένα, οι διάλογοι είναι το κορυφαίο σημείο της ταινίας. Εδώ μιλάμε για έναν γρήγορο, ευφυή διάλογο, σαρκαστικά αστείο κι αξιομνημόνευτο. Αλλά δεν είναι μόνο οι λέξεις, είναι ο τρόπος, η αδεξιότητα και η ειλικρίνεια με τις οποίες έχουν ειπωθεί, που τις καθιστούν ελκυστικές, μετατρέποντας το Frances Ha σε μια τρυφερή και ξεκαρδιστική ταινία ενηλικίωσης.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Rush [3.5/5]

Το «Rush» δραματοποιεί τη μακροχρόνια κι αληθινή αντιπαλότητα δύο οδηγών αγώνων, του James Hunt (Hemsworth) και του Niki Lauda (Bruhl), όπως αυτή διαδραματίστηκε μπροστά σε κοινό εκατομμυρίων ανθρώπων κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Πρωταθλήματος Formula 1 το 1976.

Ισορροπώντας τέλεια μεταξύ δράματος και δράσης, η ταινία του Ron Howard είναι τόσο καλά εκτελεσμένη που, πέρα από τους οπαδούς της Formula 1, είναι σίγουρο πως θα γοητεύσει κι εκείνους με μικρό ενδιαφέρον για το άθλημα. Για να μην πω ότι για όσους δεν έχουν και μεγάλη γνώση (πέρα από τα βασικά) για την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο οδηγών, η ταινία θα λειτουργήσει πιο ολοκληρωμένα, αφού χωρίς πολλά στοιχειά διατηρείται η αίσθηση του μυστηρίου και η ένταση. Όπως και να ‘χει, το «Rush» δεν παύει να είναι μια συναρπαστική ταινία.

Η ιστορία από μονή της δεν είναι περίπλοκη. Μπορώντας να υπερηφανευτεί για ένα λαμπρό σενάριο από τον Peter Morgan, το «Rush» αντλεί όλη του τη δύναμη βάζοντας έναν ισχυρό χαρακτήρα να αναμετρηθεί με έναν άλλον. Και είναι η ανάπτυξη αυτών των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, που ενώνονται περιοδικά σε μια σειρά από θανάσιμες συγκρούσεις, αλλά και το βάθος της σχέσης τους, που τραβά και κρατά καθηλωμένους τους θεατές.

Έχοντας λοιπόν μια πολύ καλά κατασκευασμένη αφήγηση, ο Ron Howard σκηνοθετεί με αυτοπεποίθηση. Καταφέρνει να πάρει μια ιστορία που ένα μεγάλο μέρος του κοινού γνωρίζει και να τη διαμορφώσει σε μια άκρως ψυχαγωγική ταινία. Ενώ, η εξαιρετικά λαμπρή αναπαράσταση των αγώνων αποτελεί από μόνη της ένα μεγάλο κομμάτι της πραγματικής επιτυχίας του έργου. Κάθε φορά που η δράση μεταφέρεται στην αγωνιστική πίστα, το αποτέλεσμα είναι καταπληκτικό. Σαν θεατές παίρνουμε μια πολύ ρεαλιστική αίσθηση της ταχύτητας και του κινδύνου.

Ερμηνευτικά, τώρα, ο Hemsworth δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση το αστέρι του σόου, ασχέτως με το τι θέλει να σας κάνει να πιστέψετε το μάρκετινγκ. Αυτό δεν σημαίνει επ’ ουδενί ότι δεν είναι κι εκείνος εξαιρετικός σε έναν ρόλο που του ταιριάζει γάντι. Είναι απλά ότι το πραγματικό στολίδι της ταινίας του Howard είναι αναμφισβήτητα ο Bruhl και η εξαιρετική ικανότητα του όχι απλά να μιμείται την επιθετική αλαζονεία του Lauda, αλλά να δημιουργεί μέσω της πραγματικής φιγούρας του Lauda έναν στρογγυλεμένο χαρακτήρα επί της οθόνης.

Όλα τα παραπάνω, λοιπόν, μετατρέπουν το «Rush» σε μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, αλλά και μια από τις πιο ολοκληρωμένες δουλειές του Howard.

Paradies: Glaube [1.5/5]

Τo «Παράδεισος της Πίστης» του Ulrich Seidl, το δεύτερο κεφάλαιο στην τριλογία του αυστριακού σκηνοθέτη, ξεκινά με την εικόνα μιας ημίγυμνης νοικοκυράς που αυτομαστιγώνεται μπροστά από ένα ομοίωμα του Χριστού και συνεχίζει ακόμα πιο παράξενα…

Παρά τις γεμάτες αυτοπεποίθηση στατικές λήψεις και την άψογη σκηνοθεσία του Seidl, δυστυχώς οι τακτικές σοκ που ο σκηνοθέτης επιλέγει και χρησιμοποιεί σε όλη την ταινία αρχίζουν να μοιάζουν όλο και πιο απελπιστικές, καθώς η υπόθεση προχωράει και οι αποκρουστικές εικόνες του αρχίζουν να συσσωρεύονται, μετατρέποντας το όλο εγχείρημα σε τίποτε άλλο από μια art-house άσκηση τονισμένη με αρκετά ισχυρό σεξουαλικό περιεχόμενο και βωμολοχίες.

Ακόμα χειρότερη, δε, είναι η εμφανή αβεβαιότητα με την οποία ο Seidl αντιμετωπίζει τη γυναίκα που αποτελεί τον κύριο χαρακτήρα του έργου. Την χλευάζει, την παρατηρεί, την αποδέχεται, τίποτα δεν είναι σίγουρο καθώς ο κεντρικός χαρακτήρας μένει μια καρικατούρα και το φιλμ φτάνει στην κορύφωση χωρίς κανένα ενδιαφέρον.

Ως εκ τούτου, αν και ισχυρός ανά διαστήματα, αλλά ωμός κι άβολος για ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αυτός ο παράδεισος σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να φαίνεται, δεν λέει ούτε παρουσιάζει τίποτα σημαντικό και καινούργιο.

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

70ο Φεστιβάλ Βενετίας


Στη συγκεκριμένη σελίδα, κάτω από την λέξη ‘άρθρα’, μπορείτε να βρείτε τις ανταποκρίσεις μου από το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.


Τις επόμενες μέρες θα ανεβουν και κριτικές για ολες τις ταινίες που είδα εκεί.