Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

The Sessions [4/5]

Το «Μαθήματα Ενηλικίωσης» είναι η αληθινή ιστορία του Mark O`Brien, ο οποίος προσβλήθηκε με πολιομυελίτιδα στην ηλικία των έξι. Έκτοτε ζει ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι και χρειάζεται τη βοήθεια ενός μηχανήματος για να μπορεί να αναπνέει. Δεν έχει καμία κινητικότητα, πέρα από την ικανότητά του να κουνάει το κεφάλι του και να χαμογελάει. Ξεπερνώντας σημαντικές δυσκολίες, και υπερνικώντας τις διάφορες στατιστικές περί προσδόκιμου ζωής, έχει καταφέρει πολλά στη ζωή του. Η προσπάθεια του να χάσει την παρθενία του, με την βοήθεια μιας σεξο-θεραπεύτριας, είναι το κύριο θέμα σε αυτό το ειλικρινή, αστείο και άκρως συγκινητικό, ανεξάρτητης παραγωγής, δράμα.

Ο συγγραφέας/σκηνοθέτης Ben Lewin έχει δεξιοτεχνικά γράψει μια πρωτότυπη από όποια πλευρά και αν το δεις ιστορία που θα τρυπώσει μέσα στη καρδιά σας και θα μείνει εκεί. Αυτό που εδώ καταφέρνει, πέρα από το να αποσπάσει μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή του, John Hawkes, είναι ότι του επιτρέπει να πλάσει ένα αγαπητό χαρακτήρα που χάρη στο σενάριο δε βασίζεται στην απλή συμπόνια. Και τι εννοώ με αυτό. Ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα σε ταινίες με θέμα την αναπηρία είναι η ανάγκη του σκηνοθέτη να κάνει το κοινό να συνδεθεί με το χαρακτήρα στο σημείο που θα τον συμπονούν ως άνθρωπο και όχι ως έναν άνθρωπο με αναπηρία. Η σωστή εκτέλεση αυτού του προβλήματος είναι άμεσα συνδεδεμένη με το πόσο καλή είναι η ταινία. Και το «Μαθήματα Ενηλικίωσης» τα καταφέρνει περίφημα. Καταφέρνοντας αυτό όλα τα αλλά έρχονται εύκολα.

Και αυτά που θα λάβετε σαν θεατές από το «Μαθήματα Ενηλικίωσης» είναι πολλά. Αρχικώς σε αντίθεση με τις περισσότερες ταινίες που εστιάζουν στην απώλεια της παρθενίας, η ταινία ακολουθεί μια πιο ρεαλιστική και ώριμη προσέγγιση στην έννοια του σεξ. Παρόλο που η σκέψη του σεξ φέρνει μια αίσθηση ενθουσιασμού αλλά και φόβου στον πρωταγωνιστή, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους χαρακτήρες στην ταινία βλέπουν την πράξη ναι μεν ως κάτι απολαυστικό, αλλά σίγουρα όχι τόσο σπουδαίο. Αφαιρώντας λοιπόν την όποια ελκυστικότητα από το σεξ, και απεικονίζοντάς το με ένα διαφορετικό τρόπο από αυτόν που συνήθως βλέπουμε στις περισσότερες ταινίες, ο σκηνοθέτης Ben Lewin είναι σε θέση να παρέχει μια πιο ειλικρινή απεικόνιση του πως οι πραγματικοί άνθρωποι σκέπτονται το σεξ. Του επιτρέπει επίσης να προβάλλει μια καλόγουστη, αλλά και χιουμοριστική, προσέγγιση των σεξουαλικών αναγκών όσων ζουν με σωματικές αναπηρίες. Και τελικά καταφέρνει να κάνει την ταινία να μιλά περισσότερο για τις συναισθηματικές συνέπειες του σεξ. Είναι πολύ αναζωογονητικό να βλέπεις μια ταινία η όποια ανεπιτήδευτα μεταχειρίζεται την συνουσία ως μια φυσιολογική ανάγκη και όχι ως μια γεμάτη ταμπού. Διαπλέκοντας αριστοτεχνικά και το θρησκευτικό στοιχείο (μέσα από συζητήσεις με έναν ιερέα που τον υποδύεται απολαυστικά ο William H. Macy) η ταινία διαθέτει και πνευματικό μήνυμα για το δικαίωμα να ζεις μια ζωή γεμάτη ευχαρίστηση και αγάπη χωρίς ένοχες.

Πέρα όμως από ένα δράμα για το σεξ και τη σεξουαλικότητα, το «Μαθήματα Ενηλικίωσης» είναι και ένα μάθημα για τη σημασία του να είναι κανείς άνετος με το σώμα του. Όσο δύσκολο και αν είναι να το πιστέψετε, το σενάριο του Lewin κάνει μια καταπληκτική δουλειά στο να παρουσιάσει το τι κάνει μια σεξο-θεραπεύτρια. Μέσα από την προσπάθεια της να ηρεμήσει τον Mark παράλληλα καταφέρνει να ανακουφίσει και το κοινό. Παρά το γεγονός ότι οι σκηνές στην κρεβατοκάμαρα είναι εξαιρετικά γραφικές όλα παρουσιάζονται με γούστο εξυμνώντας το σώμα, σε όλες τις μορφές του. Αυτό επιτυγχάνεται και σε ένα μεγάλο βαθμό μέσα από τις θαρραλέες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών. Από τη μια, ο John Hawkes δίνει μια τρισμέγιστη ερμηνεία καταφέρνοντας να απεικονίσει εξαιρετικά τις ιδιομορφίες (στάση σώματος, φωνή) του παράλυτου O`Brien, ενώ παράλληλα πλάθει μια ολοκληρωμένη, γεμάτη νευρικότητα, ρομαντισμό και χιούμορ προσωπικότητα και από την άλλη έχεις την θεαματική επάνοδο της οσκαρούχας Helen Hunt η οποία αξιοποιεί κάθε λεπτό που βρίσκεται στην οθόνη παραδίδοντας μια εξίσου μεγάλη ερμηνεία.

Αυξάνοντας τη συναισθηματική πολυπλοκότητά του καθώς εξελίσσεται, το «Μαθήματα Ενηλικίωσης» είναι μια απόδειξη για την αντοχή του ανθρώπινου πνεύματος, καθώς και μια από τις πιο πετυχημένες κινηματογραφικές εξετάσεις δυο ιστορικά άβολων συναναστροφών, του σεξ και της θρησκείας. Θα σας εμπνεύσει, θα σας κάνει να δακρύσετε και τέλος να σκεφτείτε που τοποθετείτε εσείς τον εαυτό σας αναφορικά με τη ζωή που θέλετε να ζήσετε και τι ζητάτε από αυτήν.

Teddy Bear [3.5/5]

Το «Teddy Bear» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία από τον Δανό σκηνοθέτη Mads Mathiesen, σκηνοθέτη πολλών μικρού μήκους ταινιών, συμπεριλαμβανομένου του «Dennis» (2007), της αρχικής ταινίας που εισήγαγε τον χαρακτήρα του 38άρη μπόντι μπίλντερ με τον οποίο θα περάσετε ευχάριστα μια ώρα και κάτι σε αυτή τη γλυκιά και περίεργη ταινία ενηλικίωσης του.

Ο Dennis (Kim Kold) είναι ένας καλός άνθρωπος. Περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας προσέχοντας τη διατροφή του και σηκώνοντας βάρη στο γυμναστήριο της περιοχής του μέχρις ότου επιστρέψει στο μικροσκοπικό δωμάτιο του σε ένα μικρό σπίτι όπου έχει περάσει σαφώς το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Εκεί ζει μαζί με τη δεσποτική και αυταρχική μητέρα του. Η ταινία συναντά τον Dennis λίγο αφότου έχει πάρει την απόφαση να αλλάξει τη ζωή του. Η αφοσίωση στην μητέρα του είναι εμφανής, παρά την ακατάλληλη συμμετοχή της στην καθημερινή ζωή του. Μετά από μια σειρά από κακά ραντεβού, τα μάτια του ανοίγουν στην προοπτική του να βρει μια νύφη στην Ταϊλάνδη όπως αντίστοιχα έπραξε ένας θείος του.

Εάν διαθέτετε έστω και ίχνος παλμού, τότε είναι σίγουρο πως θα αγαπήσετε αυτόν το καλόκαρδο γίγαντα καθώς ο ίδιος αδέξια βυθίζεται σε ένα κοινωνικό πλαίσιο τόσο ξένο και άγνωστο όπως ο κόσμος του σεξουαλικού τουρισμού. Οποιαδήποτε προκατάληψη και αν έχετε ως θεατής απέναντι στους έντονα γυμνασμένους και ογκώδεις ανθρώπους νομίζοντας τους απότομους  αγρίους και μάγκες χάνεται μέσα στα πρώτα 20 λεπτά της ταινίας. Ο Dennis είναι ένας μαζεμένος, με καλούς τρόπους, ευγενικός άνθρωπος με τον οποίο θα ταυτιστείτε άμεσα και θα υποστηρίζετε καθόλη τη διάρκεια του έργου.

Το «Teddy Bear» είναι μια απλή, αλλά επιδέξια ειπωμένη ιστορία για την ενηλικίωση, του να βρίσκεις την φωνή σου αλλά και της αναζήτησης της πραγματικής αγάπης. Η απλότητα όμως της ιστορίας είναι μόνο μια πρόσοψη, καθώς το συναισθηματικό βάθος σε επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από το γεγονός ότι είναι λίγο αργή σε κάποια σημεία δεν υπάρχουν πολλά πράγματα με τα οποία μπορείς να διαμαρτυρηθείς. Από την άλλη είναι δύσκολο να πεις τι σου άρεσε περισσότερο: Η αξέχαστη και λεπτών αποχρώσεων ερμηνεία του Kim Kold ή το γεμάτο αυτοπεποίθηση σενάριο που οδηγεί τον θεατή σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας που τελικά συμβαίνει, όπως συνηθίζεται, πολύ μακριά από το σπίτι. Νομίζω το δεύτερο γιατί παρά το γεγονός ότι ακόμη και οι λιγότερο εξοικειωμένοι θεατές θα βγουν από το σινεμά έχοντας επιτυχώς προβλέψει το τέλος, είναι τόσο πλούσια και ικανοποιητική η διαδρομή μέχρι να φτάσουμε στην κατάληξη που δεν έχει σημασία αν την γνωρίζαμε από πριν. Ο τρόπος που το καταπληκτικό σενάριο των Mads Matthiesen και Martin Zandvliet πλάθει τον κεντρικό χαρακτήρα του και αυτή η αντιδιαστολή του σωματικού όγκου του πρωταγωνιστή με την καταπίεση της μητέρας του είναι κάτι το μοναδικό.

Έχουμε να κάνουμε με είδος κινηματογράφου που στηρίζεται στη στενή σχέση μεταξύ του χαρακτήρα και του κοινού προκειμένου να λειτουργήσει η ιστορία του. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση το δέσιμο επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό, δεδομένου ότι είναι μια σχετικά ελαφριά ταινία, πράγμα που την καθιστά προσιτή σε ένα ευρύτερο κοινό, και ταυτοχρόνως συνδυάζει με εκπληκτικό ρεαλισμό το χιούμορ, τη τρυφερότητα και τον πόνο δοσμένα μέσα από μια όμορφη ιστορία ενηλικίωσης για έναν άνθρωπο ο οποίος θα έπρεπε να είχε φύγει από τα δεσμά της οικογένειας του χρόνια πριν. Κάθε επιλογή που έγινε στο «Teddy Bear» είναι σκόπιμη και το τελικό αποτέλεσμα είναι μια τέλεια εκλεπτυσμένη, συναισθηματικά πλούσια ταινία που αναδεικνύει την αξία του σκηνοθέτη αλλά και το ταλέντο ολόκληρου του καστ. Ψάξτε να την δείτε με οποιοδήποτε τρόπο μπορείτε γιατί θα σας αποζημιώσει…

Smashed [2.5/5]

Η Kate (Mary Elizabeth Winstead) και ο Charlie (Aaron Paul) είναι ένα ευτυχισμένο παντρεμένο ζευγάρι που μοιράζεται ένα κοινό χαρακτηριστικό: την αγάπη τους για το ποτό. Μετά από μια σειρά από ολοένα και πιο μεθυσμένα βράδια, και έχοντας πιάσει πάτο, η Kate αποφασίζει ότι είναι καιρός για μια αλλαγή. Η προσπάθεια της Kate να παραμείνει νηφάλια αποδεικνύεται πολύ δύσκολη αφού ο Charlie δεν έχει καμία επιθυμία να σταματήσει να πίνει.

Κλασική ταινία για τον αλκοολισμό μπορεί να σκεφτείτε. Κι όμως όχι. Παρόλο που το «Λιώμα» δεν λέει κάτι εξαιρετικά πρωτότυπο με κάποιο τρόπο καταφέρνει να μοιάζει μια φρέσκια ιδέα. Και αυτό γιατί επιλέγει να επικεντρωθεί στο γεγονός ότι η θεραπεία μπορεί μερικές φορές να είναι το ίδιο κακή με τον εθισμό. Είναι ουσιαστικά μια ταινία που εξερευνά το πώς τόσο ο αλκοολισμός όσο και νηφαλιότητα μπορεί να επηρεάσουν μια σχέση. Υπάρχει η απεικόνιση των οικογενειακών επιρροών , του συζυγικού άγχους και των υποτροπών, αλλά είναι ενδιαφέρον αυτό που η ταινία εξερευνά και τι επιλέγει να προσπεράσει. Σε αντίθεση λοιπόν με πολλές ταινίες με αντίστοιχη θεματολογία, το «Λιώμα» δεν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την ανάκαμψη της πρωταγωνίστριας του αλλά για το πώς αυτή η ανάκαμψη επηρεάζει το γάμο της. Ο Pondsoldt προσπερνά γρήγορα την απεξάρτηση της πρωταγωνίστριας από το ποτό δίνοντας έμφαση σε μερικές μόνο σημαντικές στιγμές. Και παρόλο που δεν εστιάζει στον ίδιο τον αλκοολισμό καταφέρνει να σκιαγραφήσει με εξαιρετική λεπτομέρεια το πρόβλημα. Δημιουργεί εκρηκτικές στιγμές δράματος ενώ ο μεγάλος αριθμός των κωμικών στιγμών προσφέρει μια ωραία αλλαγή του ρυθμού και του τόνου της ταινίας. Πέρα από την ίδια την ιστορία του έργου, ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας στην επιτυχία της ταινίας είναι η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. Η Mary Elizabeth Winstead είναι μια αποκάλυψη δίνοντας μια πραγματικά εξαιρετική ερμηνεία καλούμενη να αποδώσει ένα πλήρες φάσμα συναισθημάτων, από το κορίτσι που του αρέσει να διασκεδάζει στο έπακρο μέχρι τη γυναίκα στα πρόθυρα να χάσει τα πάντα. Το υπόλοιπο του καστ, που περιλαμβάνει και την εξαιρετική Megan Mullally, κάνει καλή δουλειά παρά το περιορισμένο των ρόλων τους.


Το «Λιώμα» είναι μια ταινία για τον εθισμό, την ανάρρωση και την ευθύνη χωρίς ποτέ να γίνεται κουραστική ή σπαρακτική. Το πρόγραμμα των δώδεκα βημάτων της Kate είναι ένα ταξίδι για τον θεατή που του παρέχει ένα ειλικρινές, μη επικριτικό πορτρέτο για εκείνους που μπορούν να σταματήσουν και εκείνους που δεν μπορούν. Μια συγκινητική μελέτη της αντιμετώπισης της ζωής και της μάθησης του να κάνεις καλύτερες επιλογές για τον εαυτό σου.

Citadel [2/5]

Ο κύριος χαρακτήρας του «Citadel», Tommy Cowley (Aneurin Barnard), γίνεται αγοραφοβικός μετά από τη δολοφονία της εγκύου συζύγου του από κάποια παιδιά την ημέρα της μετακόμισης τους. Η κόρη του επιζεί και έτσι ο Tommy έχει αναλάβει ο ίδιος εξ ολοκλήρου την ευθύνη της. Όταν η μυστηριώδης συμμορία επανεμφανίζεται, ο Tommy θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει το παρελθόν.

Με την ταινία να αντλεί δύναμη από μια ποικιλία πηγών τρόμου καταφέρνει να παραμένει αρκετά τρομακτική καθόλη τη διάρκεια της. Είναι η πηγή του τρόμου κάτι απόκοσμο; Είναι κάτι πραγματικό ή απλά η παράνοια ενός άρρωστου μυαλού; Ή μήπως ένα σύμπτωμα της κοινωνίας που πάει στραβά, ενός κακού που παραμονεύει μέσα στην ανθρωπότητα και εξελίσσεται σε ένα αποκρουστικό πλάσμα; Αυτή η άγνωστη προέλευση του τρόμου σε συνδυασμό με κάποιες αλληγορικές και κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, μετατρέπουν το «Citadel» σε μια άκρως ενδιαφέρουσα ταινία. Όλα αυτά, όμως, μέχρι περίπου τη μέση καθώς το σενάριο του Ciaran Foy εξαντλεί την προσπάθεια να κρατήσει κρυφές τις προθέσεις του και η πηγή του τρόμου αποκαλύπτεται με αποτέλεσμα να καταλήγει σε ένα ακόμα πανομοιότυπο με όλα τα αλλά θρίλερ του οποίου οι απαντήσεις (όπως συνηθίζεται) κλίνουν σε μεγάλο βαθμό προς το υπερφυσικό με μια δόση θρησκευτικής χροιάς. Αυτό που πραγματικά σώζει την ταινία από την ολοκληρωτική καταστροφή είναι η απίστευτη ερμηνεία του Barnard. Η ερμηνεία του είναι εξαιρετικά αυθεντική και πάντα στο σωστό επίπεδο έντασης καταφέρνοντας να σε βάλει πλήρως μέσα στις συνθήκες που αντιμετωπίζει. Χωρίς την απόδοση του Barnard, δεν είμαι σίγουρος ότι το «Citadel» δε θα λειτουργούσε.

Το σχέδιο είναι εδώ, αλλά το «Citadel» θα μπορούσε να επωφεληθεί από ένα διαφορετικό αρχιτέκτονα. Είχε όλες τις δυνατότητες να ξεπεράσει τις προσδοκίες και να αποτελέσει μια εξαίσια ταινία τρόμου. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε…

38 Temoins [1/5]

Σαν θέμα, το «38 Μάρτυρες» είναι εξαιρετικό. Καταπιάνεται κυρίως με την ευθύνη του ατόμου απέναντι στον συνάνθρωπο του και μέσα από αυτήν παρουσιάζει τη θλιβερή, σημερινή, κατάσταση της ανθρωπότητας. Βασισμένο στη δολοφονία της Kitty Genovese στη περιοχή Queens της Νέας Υόρκης το 1964 το έργο είναι επιτομή του πως μπορείς να πάρεις ένα σενάριο με ένα εξαιρετικό υπόβαθρο και να το μετατρέψεις σε μια εντελώς αδιάφορη ταινία.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό συμβαίνει γιατί οι δημιουργοί της ταινίας μάλλον είχαν τη λανθασμένη εντύπωση ότι τα παρατεταμένα αργά χρονικά διαστήματα θα κάνουν πάντα, και σε κάθε περίπτωση, τις σποραδικές έντονες δραματικές εκρήξεις πιο ισχυρές. Κάτι τέτοιο όμως εδώ δεν επιτυγχάνεται σωστά με αποτέλεσμα να καταλήγουμε να έχουμε μια ταινία που, πέρα από την άκρως ενδιαφέρουσα εναρκτήρια σεκάνς, χάνει στροφές από τα πρώτα κιόλας λεπτά της. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερο όταν ο Βέλγος σκηνοθέτης Lucas Belvaux κάνει το λάθος (δεν έχω διαβάσει το βιβλίο όποτε δεν μπορώ να γνωρίζω αν είναι καλά προσαρμοσμένο) και ανάγει την ταινία σε ένα είδος περίεργης θεωρίας συνωμοσίας γύρω από ένα και μόνο μάρτυρα όπου για κανένα απολύτως λόγο αντιμετωπίζεται ως προδότης. Με τους χαρακτήρες να συμπεριφέρονται εντελώς αφύσικα λες και έγινε το έγκλημα του αιώνα και τους ηθοποιούς να προσπαθούν να κάνουν ότι καλύτερο μπορούν, έχοντας μια διαρκώς μια φάτσα μέσα στην αγωνία, εμάς μας έχει πάρει ο ύπνος. Τίποτα δε γίνεται και όμως για κάποιο λόγο όλοι αντιδρούν λες και έχουν γίνει πολλά. Όλα μένουν στάσιμα και όμως στην ταινία μιλάνε για «μιντιακή Χιροσίμα» και τη «δίκη της δειλίας». Και εσύ απορείς και σκέπτεσαι ότι όλο αυτός ο πανικός και ο χαμός ο οποίος εδώ έχει ξεχειλώσει προκειμένου να δικαιολογήσει μια μεγάλου μήκους ταινία θα μπορούσε να ήταν κάλλιστα ένα εξαιρετικό μικρού μήκους φιλμάκι. Στο τέλος, ο Belvaux χρησιμοποιεί μια αναπαράσταση του εγκλήματος ως κορύφωση της ταινίας του. Μια σκηνή που ίσως να αποτελεί το καλύτερο κομμάτι του έργου. Πιστεύω όμως ότι δεν θα χαίρει όμως καμιάς εκτίμησης γιατί έρχεται πολύ αργά όταν έχουμε χάσει όλο μας το ενδιαφέρον.

Καλή η ιδέα, λοιπόν, αλλά τι να το κάνεις όταν την αντιμετωπίζεις και την πλασάρεις με έναν τόσο άχαρο και φοβερά κουραστικό τρόπο.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

De Rouille et d'Os [3.5/5]

«Μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις», λέει μια γνωστή παροιμία. Και πραγματικά, ο πόνος τον οποίο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος και να βγει αλώβητος από αυτόν, είναι συχνά πολύ πιο μεγάλος από ό,τι θα περίμενε κανείς. Η νέα ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Jacques Audiard είναι μια ειλικρινής κι έντιμη υπενθύμιση τού πόσο πολύ πόνο μπορούμε να αντέξουμε.

Η ιστορία αφορά την τραγωδία ενός ατυχήματος, τη συνάντηση δύο ανθρώπων, δύο κατεστραμμένων χαρακτήρων που προέρχονται από δύο ριζικά διαφορετικούς κόσμους και μια ιστορία αγάπης που θα δημιουργηθεί ανάμεσά τους με τις αναπόφευκτες συνέπειες της σύνδεσής τους. Και τέλος, ο αγώνας και η πάλη για την επιβίωση.

Ως σύνολο το «Σώμα με Σώμα» δεν συγκλονίζει. Διαθέτει, όμως, τόσα πολλά προτερήματα, που το τελικό αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από καλό. Χωρίς ποτέ να είναι κλαψιάρικη, αλλά διαθέτοντας έναν έντονο μελοδραματικό τόνο, η ταινία του Audiard απαιτεί μια ορισμένη ικανότητα από την πλευρά του θεατή προκειμένου να χειριστεί το βάρος της. Οι κάπως προβλέψιμες εξελίξεις, η χρήση ορισμένων κλισέ από πλευράς σεναρίου, καθώς και η πολύ γρήγορη κι απλή απεικόνιση της διαδικασίας των αλλαγών των κεντρικών χαρακτήρων αντισταθμίζονται πλήρως από την εντυπωσιακή κινηματογραφική οπτική του Audiard. Το φιλμ διαθέτει έντονες στιγμές συγκίνησης δοσμένες στον θεατή με έναν ποιητικό τρόπο. Κάθε κίνηση της κάμερας είναι προσεγμένη σε μεγάλο βαθμό, ενώ το όλο εγχείρημα υποστηρίζεται και από μια εκλεπτυσμένη φωτογραφία. Η ταινία, επίσης, ωφελείται σημαντικά από τις ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών της. Η Marion Cotillard σε έναν ρόλο που μοιάζει προορισμένος για βραβεία δίνει μια μεγάλη ερμηνεία, αποδεικνύοντας και πάλι ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Το συναισθήματα στο πρόσωπο της λένε περισσότερα από ό, τι οποιοδήποτε σενάριο θα μπορούσε να πει. Εξίσου εξαιρετικός κι ο Matthias Schoenaerts, ο οποίος μετά την περσινή του ερμηνεία αποκάλυψη στο Μοσχαροκεφαλή, εδώ θέτει τις βάσεις για μια μεγάλη καριέρα.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαγές δράμα που απέχει όμως από το μεγαλείο που θα μπορούσε άνετα να είχε αγγίξει.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Resident Evil: Retribution [0.5/5]

Είναι εντυπωσιακό αν σκεφτείς ότι έχουν περάσει δέκα χρόνια από το πρώτο Resident Evil. Και είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό αν σκεφτείς ότι αυτά τα δέκα ολόκληρα χρόνια η Alice (ο χαρακτήρας της Milla Jovovich ) δεν έχει ουσιαστικά καταφέρει τίποτα. Σοβαρά τώρα, για όλα τα πάνδεινα που έχει αντιμετωπίσει, έχει επιτύχει το απόλυτο τίποτα. Μαινόμενα ζόμπι ακόμα τρέχουν στους δρόμους. Η ίδια συνεχίζει να ξυπνάει σε ένα εργαστήριο της εταιρίας Umbrella προσπαθώντας να ξεφύγει και φυσικά ύστερα από 10 χρόνια η Κόκκινη Βασίλισσα συνεχίζει να απειλεί λέγοντας «Όλοι πρόκειται να πεθάνετε εδώ κάτω».

Η τελευταία προσθήκη, λοιπόν, σε αυτό το απέθαντο franchise είναι κατά τη γνώμη μου ένα βήμα προς τη λάθος κατεύθυνση. Και αυτό γιατί παρόλο που οι «Resident Evil» ταινίες ούτως ή άλλως δεν βασίζονταν ποτέ σε μια ισχυρή ιστορία, εδώ μοιάζει να έχει εγκαταλειφθεί τελείως ακόμα και οποιοδήποτε προσποίηση ότι υπάρχει έστω κι ένα υποτυπώδες σενάριο, αφού το «Resident Evil: Η Τιμωρία» δεν έχει σκηνές, έχει επίπεδα. Και καθώς οι ηρωίδες και οι ήρωες μας πολεμούν προχωρώντας μέσα στα διαφορά επίπεδα (αντιγραφές των πόλεων του Τόκιο, της Νέας Υόρκης, της Ρωσίας κλπ.), ο συγγραφέας-σκηνοθέτης Paul W.S. Anderson ναι μεν παρέχει ένα ενδιαφέρον οπτικό θέαμα και κάνει αποτελεσματική χρήση του 3D, αλλά όλα αυτά είναι εφήμερες απολαύσεις καθώς ο Anderson προχωράει πολύ γρήγορα στην επόμενη αναμέτρηση, δημιουργώντας μια επιφανειακή αίσθηση του ρυθμού, στερώντας μας το οποιοδήποτε ενδιαφέρον. Και το σημαντικότερο μέσα σε όλο αυτό το χάος είναι ότι μετά από την επίθεση του πρώτου γιγάντιου CGI πλάσματος, τα έχουμε δει όλα. Οι αμέτρητες καταδιώξεις και οι πυροβολισμοί γίνονται, πολύ γρήγορα, μια θλιβερή, επαναλαμβανόμενη θολούρα. Η γελοιότητα, όμως, του όλου εγχειρήματος δεν βρίσκεται στις προβλέψιμες σκηνές μάχης ή στις ανεκδιήγητες ερμηνείες των ηθοποιών. Όχι, το χειρότερο μέρος όλου του έργου είναι το απαράδεκτο κομμάτι μεταξύ της Alice και της κόρης της, Becky (Aryana Engineer). Σεναριακά δεν στέκει ούτε στο ελάχιστο, ερμηνευτικά είναι κακοπαιγμένο όσο δεν πάει, ενώ το τέλος όλης αυτής της «ιδέας» εξανθρωπισμού της Alice δεν θα προκαλέσει καμιά έκπληξη σε κάποιον που έχει δει το Aliens.

Κλείνοντας, θα επανέλθω σε αυτό που έλεγα στην αρχή. Είναι τρομερά απογοητευτικό, βγαίνοντας από την αίθουσα και παρά την εξαιρετική δουλειά που έχει πέσει στην παράγωγη του έργου, να συνειδητοποιείς ότι το «Resident Evil: Η Τιμωρία», ακόμα και μετά από δέκα χρόνια, συνεχίζει να προχωράει ελάχιστα τη σειρά. Φαντάζει σαν μια ξεπετά του στυλ «ας βγάλουμε περισσότερα λεφτά» μέχρι το επόμενο σίκουελ. Θα μου πείτε, μετά από πέντε ταινίες έπρεπε να γνωρίζω ακριβώς τι πάω να δω. Ποπ κορν δράση, πολύ αίμα, πολλές σφαίρες, ζόμπι να συντρίβονται σε αργή κίνηση, καθώς και μια πληθώρα από χαρακτήρες βγαλμένους από τα παιχνίδια προς ικανοποίηση των απανταχού φανατικών. Μετά, όμως, από πέντε ταινίες δεν είναι αρκετά. Διασκεδάσαμε μια, γελάσαμε δυο, ελπίζω στην πέμπτη ταινία το κοινό να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά. Το «Resident Evil: Η Τιμωρία», λοιπόν, είναι αυτό που είναι. Μια κακή sci-fi ταινία δράσης, ίσως ελαφρώς διασκεδαστική κατά διαστήματα, αλλά βέβαιο ότι θα απογοητεύσει στο τέλος.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

ParaNorman [4/5]

Αρχικώς, το stop-motion animation δεν είναι μια επαναστατική μέθοδος του κινηματογράφου, αλλά με κάθε ταινία που βλέπω θεωρώ ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εντοπίσεις τους μηχανισμούς του. Η τεχνολογία έχει γίνει τόσο προηγμένη και η τεχνική τόσο καλά διαμορφωμένη, έτσι ώστε να νομίζεις ότι αυτό που βλέπεις είναι σχεδιασμένο στο χέρι ή μια καθαρά από υπολογιστή ταινία κινουμένων σχεδίων. Οι σκηνοθέτες Butler και Fell γνωρίζουν καλά αυτό το μέσο κι εδώ συνδυάζουν τα ταλέντα τους εξαιρετικά καλά προκειμένου να δημιουργήσουν έναν κόσμο που είναι νέος στα μάτια μας, αλλά ταυτόχρονα είμαστε εξοικειωμένοι με αυτόν, και μέσα του τοποθετούν την ιστορία τους.

Και το κλειδί για την επιτυχία του «ParaNorman» βρίσκεται ξεκάθαρα στην ιστορία του. Ο σεναριογράφος Chris Butler έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια έξυπνη πλοκή που παίζει με τις συμβάσεις των ταινιών τρόμου, παρέχοντας παράλληλα κι ένα θέμα σχετικά με τους κινδύνους του εκφοβισμού. Ο κύριος χαρακτήρας της υπόθεσης του, ο Norman, είναι περισσότερο γνωστός στη μικρή του πόλη για την ικανότητά του να μιλάει με φαντάσματα, μια κατάρα που κανένας άλλος δεν είναι πρόθυμος να καταλάβει. Η αποσύνδεση του από τον κόσμο είναι η πραγματικότητα και δεν διακωμωδείται ή υποτιμείται στο παραμικρό. Από τους εντελώς αδιάφορους γονείς μέχρι το βάναυσο ψυχολογικό βασανιστήριο στο σχολείο και τη σταθερή αίσθηση της απομόνωσης, η ζωή του Norman είναι χάλια, και ο πόνος του γίνεται αισθητός από νωρίς.

Και μπορεί η κατάσταση του Norman να είναι φανταστική, αλλά τα συναισθήματα είναι εντελώς αυθεντικά κι εντυπωσιακά ειλικρινή. Είναι ένας χαρακτήρας που δεν είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε στα σύγχρονα κινούμενα σχέδια και νομίζω ότι υπάρχουν πολλά παιδιά εκεί έξω που πραγματικά θα ανταποκριθούν σε αυτόν. Εξαλείψτε το παραφυσικό στοιχείο και ο Norman είναι ακριβώς όπως οποιοδήποτε άλλο παιδί που δεν ταιριάζει με τα αλλά, που είναι παρεξηγημένο, μοναχικό και λυπημένο. Και η ταινία αναπτύσσει αυτές τις ιδέες θεαματικά και εξερευνά όμορφα τον ρόλο που παίζει ο φόβος και η άγνοια για τη δημιουργία απόκληρων από την κοινωνία. Αν και το ταξίδι του Norman μεγαλώνει πολύ σε κλίμακα, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μάθει να συγχωρήσει εκείνους που τον έβλαψαν και κάνοντας το σημαίνει ότι κατανοεί το πόση κακία γεννιέται συνήθως μέσα από τις βασικές ανθρώπινες αδυναμίες, όπως το άγχος και η αναισθησία. Είναι όλα τυλιγμένα σε μια μεγάλη, μυστική μεταφορά, αλλά το τελικό μήνυμα της ταινίας είναι εκπληκτικά ζεστό και εξαιρετικά ισχυρό στην εκτέλεση του. Προσωπικά, υπήρξε μια στιγμή στο έργο που πραγματικά με άφησε άφωνο. Χωρίς σπόιλερ, θα πω ότι ο Norman κάνει μια κρίσιμη ανακάλυψη σχετικά με τη μάγισσα που τρομοκρατεί την πόλη του.

Πέρα, όμως, από το σοβαρό κομμάτι της ταινίας, το «ParaNorman» δεν παύει να είναι και μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Διαθέτει πραγματικά έξυπνο χιούμορ που βοηθά να ελαφρύνει το κλίμα από νωρίς. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα αστείο που δεν προκαλεί γέλια. Οι ενήλικες και οι οπαδοί των ταινιών τρόμου θα το λατρέψουν λόγω των πολλών αναφορών στις κλασσικές ταινίες τρόμου, αλλά και της παρωδίας τους και τα παιδιά θα το εκτιμήσουν γιατί οι κύριοι χαρακτήρες μοιάζουν και συμπεριφέρονται σαν πραγματικά παιδιά, αλλά κι επειδή υπάρχει αρκετό κυνηγητό για να τα κρατήσει στην άκρη των καθισμάτων τους. Και όπως το μήνυμα της ταινίας, μην αφήνετε τις πρώτες εντυπώσεις να σας ξεγελάσουν. Περά από την απλή παρουσία τρομακτικών στοιχείων (όπως φαντάσματα και μάγισσες), υπάρχει μια εσωτερική γλυκύτητα στο έργο που είναι τρυφερή και γνήσια κάνοντας την ταινία απολύτως ασφαλή για τα μικρά παιδιά.

Εν γένει, το «ParaNorman» είναι ένα σχεδόν τέλειο και πρωτότυπο μείγμα κωμωδίας, συγκίνησης και τρόμου. Ξεκαρδιστικό, σκεπτόμενο και τρομερά σκηνοθετημένο, είναι αναμφίβολα μια από τις καλύτερες ταινίες κινούμενων σχεδίων, κι όχι μόνο, της χρονιάς.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

The Watch [0.5/5]

Δυστυχώς, αν θα μπορούσε μία και μονό λέξη να χαρακτηρίσει όλη την ταινία, τότε αυτή θα ήταν «ό,τι να ‘ναι». Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν σημαίνει πάντα ότι μια «άκυρη» ταινία είναι αυτομάτως και κακή, στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα πράγματα δεν είναι καλά…

Στα χαρτιά, το «Γείτονες σε Περιπολία» φαίνεται άκρως ενδιαφέρον. Διαθέτει τρεις αξιοπρεπέστατους σταρ του Χόλυγουντ (Stiller, Vaughan και Hill) μαζί με τον πολύ-αγαπημένο Richard Ayoade (από την κωμική σειρά «It Crowd») στο ενεργητικό του, καθώς και μια υπόθεση που θα μπορούσε, αν είχε αξιοποιηθεί σωστά, να αποτελέσει τη βάση για μια έξυπνη και διασκεδαστικότατη κωμωδία. Το πρόβλημα, όμως, εδώ είναι ότι οι δημιουργοί της ταινίας μάλλον φοβήθηκαν να πάρουν κάποιο ρίσκο κι αποφάσισαν να ακολουθήσουν την εύκολη διαδρομή και να κάνουν μια πολύ συμβατική και τυπική χολιγουντιανή κωμωδία. Έτσι, παρά την αρχικά υποσχόμενη ιστορία και τον αρχικό σατιρικό του τόνο, το έργο όσο προχωράει τόσο βυθίζεται στη μετριότητα του. Από τη μια όλα τα τετριμμένα και κοινότυπα (αμερικανοποιημένα πάντα) στοιχειά καταλαμβάνουν πλήρως την ταινία, αφαιρώντας της κάθε ίχνος πρωτοτυπίας, και από την άλλη κάθε ίχνος εξυπνάδας εξανεμίζεται χάρη στο εύκολο και σεξουαλικού περιεχομένου χιούμορ που υπάρχει άφθονο στην ταινία με αποκορύφωμα το άκρως γελοίο φινάλε.

Τελικό συμπέρασμα: οδυνηρά μη αστεία και χαραμίζοντας τα ταλέντα του καστ του, το «Γείτονες σε Περιπολία» είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα σας απογοητεύσει.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

To Rome with Love [2/5]

«Μην προσπαθήσετε να με ψυχολογήσετε. Πολλοί προσπάθησαν, όλοι απέτυχαν». Κάτι τέτοιο ακούγεται δια στόματος Woody Allen, ο όποιος εμφανίζεται για πρώτη φορά μπροστά από την κάμερα μετά το Scoop του 2006, και φυσικά είναι δύσκολο να μην χασκογελάσεις με την αμεσότητα του. Και πιστέψτε με, αν ο Woody αισθάνθηκε ότι έπρεπε να εμφανιστεί ξανά σαν ηθοποιός προκειμένου να πει στους κριτικούς και στον κόσμο να μην μπει στον κόπο να προσπαθήσει να τον καταλάβει, τότε αυτό είναι σίγουρα δικαίωμά του. Από την άλλη, όμως, κάνεις δεν λέει ότι πρέπει να τον ακούσουμε…

Έχοντας παρατείνει την διαμονή του στο Λονδίνο και μετά από μια σύντομη κι ευχάριστη παραμονή στο Παρίσι, ο Woody Allen συνεχίζει την ευρωπαϊκή περιοδεία του και αυτή τη φορά σειρά έχει η Ρώμη. Σε περίπτωση που δεν κρατάτε σκορ το «Στη Ρώμη με Αγάπη», είναι η 44η μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη. Και μέχρι τώρα, νομίζω, ότι οι περισσότεροι θεατές πιθανώς θα έχουν στο μυαλό τους ένα βασικό προφίλ των ταινιών του Woody Allen και πάνω-κάτω μια ιδέα τού τι θα δουν (εκτός κι αν είναι αναλαμπή τύπου Match Point, που κάνεις δεν την περίμενε). Εδώ το έργο αποτελείτο από τέσσερις διαφορετικές, ασύνδετες μεταξύ τους, ιστορίες. Και οι τέσσερις είναι κάτι σαν μικρά διασκεδαστικά διηγήματα (σαν ανάγνωση από ένα από τα λογοτεχνικά έργα του Allen) με κοινό παρανομαστή όλων, πέρα από την τοποθεσία, το θέμα. Το θέμα εδώ είναι η αγάπη και ο Allen ασχολείται με ένα διαφορετικό είδος αγάπης σε κάθε κομμάτι. Έχουμε την ιδέα της ακατανόητης αγάπης, της οικογενειακής αγάπης, της (δυσδιάκριτης, θα έλεγα) γραμμής μεταξύ ρομαντικής και σεξουαλικής αγάπης και τέλος της αγάπης που έχεις μετανιώσει που έζησες και που συμβαίνει τόσο συχνά στη ζωή.

Παρόλο που και οι τέσσερις ιστορίες του παρακολουθούνται πολύ ευχάριστα σαν σύνολο, η ταινία κινείται στη γνωστή μετριότητα των τελευταίων δημιουργιών του σκηνοθέτη και αυτό γιατί μοιάζει να μην ξέρει τι θέλει να πει. Είναι μια μελέτη για την έννοια της φήμης και της εμμονής της κοινωνίας με τη διασημότητα; Θα πρέπει να επικεντρωθούμε μόνο στις ιστορίες αγάπης, γιατί εντέλει, το έργο δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σοφιστικέ ρομαντική κωμωδία; Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ενδιαφερόμαστε πραγματικά για κάποιον από τους χαρακτήρες, αφού είναι εδραιωμένοι σε μια σειρά από ιστορίες που στερούνται την αλήθεια. Είναι σαν να λείπει από το έργο η σπονδυλική στήλη. Οι χαρακτήρες του μπλέκονται σε απρόβλεπτες καταστάσεις και ερωτοτροπούν με τον κίνδυνο μόνο για να επιλέξουν την ασφαλέστερη επιλογή με μια νοσταλγική ματιά στο τι θα μπορούσε να ήταν.

Και μπορεί η Ρώμη να συμβαδίζει περισσότερο με το προσωπικό του όραμα, αφού το ρομάντζο προκύπτει από ένα μέρος γεμάτο νευρώσεις κι εμμονές. Στο «Στη Ρώμη με Αγάπη» είναι σαφές ότι ο Allen παίρνει ρεπό να ξεκουραστεί και κάνει κάτι που ναι μεν του επιτρέπει να παίξει με αίσθηση του χιούμορ, αλλά χωρίς να προκαλέσει αρκετά τον εαυτό του προκειμένου να δημιουργήσει μια πλήρη 100 λεπτών ταινία. Χαμένη ευκαιρία…