Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

The Last Witch Hunter [1/5]

Η επιτυχία του «Underworld» το 2003 δημιούργησε ένα νέο υπο-είδος ταινιών μεσαίου προϋπολογισμού, που θολώνει τα όρια μεταξύ τρόμου και περιπέτειας. Μυθικοί ήρωες και κακοποιοί μάχονται στους δρόμους των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, συνήθως τη νύχτα, στη βροχή, περιβαλλόμενοι από μη αληθοφανή εφέ. Απαίσιες ταινίες, συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας προσθήκης: το «Ο Τελευταίος Κυνηγός Μαγισσών» του Breck Eisner.

Όπως γίνεται συνήθως, οι συγκεκριμένες ταινίες ξεκινούν παρουσιάζοντας μας τον εκάστοτε ήρωα στο παρελθόν, σε κάποια αδιευκρίνιστα μεσαιωνική εποχή σε μια γενική ευρωπαϊκή χώρα. Έτσι κι εδώ, η ταινία ξεκινά με τον Vin Diesel, πλήρη με παράλογη γενειάδα και αλογοουρά, να βαδίζει προς μια σπηλιά για να δώσει μάχη με τη βασίλισσα των μαγισσών. Φυσικά, αυτός κερδίζει, αλλά του δίνεται η κατάρα της αθανασίας. 800 χρόνια αργότερα (!!), ο ίδιος ψάχνει για αρχαία αντικείμενα και συνεχίζει το κυνήγι μαγισσών παρέα με έναν βοηθό, ο οποίος δολοφονείται εν μία νυκτί. Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορώ, η ταινία ακολουθεί τον Vin Diesel, ο οποίος τρέχει από εδώ κι από εκεί ψάχνοντας για στοιχεία και αναλύοντας σημάδια. Είναι φανερό ότι οι σεναριογράφοι του «Priest» και του «Dracula Untold» έβγαλαν τα μεγάλα όπλα για τη συγγραφή αυτού του δημιουργικού αριστουργήματος.

Η ερώτησή μου είναι η εξής: ποιος ξέρει να μας πει τι συμβαίνει παρακάτω σε αυτή την προβλέψιμη ανοησία; Δεν θα σας πω, γιατί ήδη έχω αναφέρει ένα μεγάλο μέρος της πλοκής. Το θέμα είναι αυτό που βλέπουμε είναι μια φρενήρης γεμάτη ασυναρτησίες κοινότυπη ταινία. Ένα συνονθύλευμα ιδεών και πράγματων που έχουμε δει στο παρελθόν πολύ καλύτερα. Και το ακόμα χειρότερο είναι ότι, παρόλο που έχουμε να κάνουμε με μια τόσο βασική πλοκή, η ταινία δεν επενδύει στη δράση, η οποία κι αυτή είναι εντελώς αδιάφορη και βαρετή. Όπλα, σπαθιά, slow-motion, όλα επιστρατεύονται αλλά τίποτα δεν σου μένει αλησμόνητο. Μάλιστα, ανά στιγμές, με τον Diesel να έχει έντονο ύφος απέναντι στους αντιπάλους του, σου έρχεται να βάλεις τα γέλια.

Τα μόνα -λίγα- εύσημα που θα δώσω, είναι ότι το φιλμ είναι περιστασιακά οπτικά υπέροχο. Πέρα από αυτό, εάν η έλλειψη εφευρετικότητας σε όλους τους τομείς αποτελεί οποιαδήποτε ένδειξη, ο τίτλος της ταινίας μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί προφητικός. Πάνω από όλα και χωρίς να το νοιάζει τίποτε άλλο, το «Ο Τελευταίος Κυνηγός Μαγισσών» είναι ένα όχημα για τον Diesel. Μια ταινία η οποία του προσφέρει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να θεωρείται ηθοποιός χωρίς να συνδέεται με ένα τιμόνι.

No Escape [1.5/5]

Τις περισσότερες φορές που κάποιος αντιμετωπίζει καταστάσεις και ζητήματα ζωής και θανάτου, έχει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να παλέψει για να μείνει ασφαλής. Ο ήρωας του «Χωρίς Διέξοδο», Jack Dwyer, και η πολιορκούμενη οικογένειά του είναι μια απλή και συνηθισμένη οικογένεια που ποτέ δεν αντιμετώπισε τέτοιον κίνδυνο και δεν έχει καμία ξεχωριστή ικανότητα. Είναι συνηθισμένοι άνθρωποι όπως εσείς κι εγώ. Όταν λοιπόν ρίχτηκαν στο μάτι του κυκλώνα, εν μέσω πολιτικών αναταραχών, με τους επαναστάτες να επιτίθονται κατά κύματα στην πόλη, άρχισαν να ψάχνουν απεγνωσμένα για ασφάλεια με οποιοδήποτε τρόπο.

Η παραπάνω παραδοχή είναι αυτή που θέτει τις βάσεις και ως ένα βαθμό δημιουργεί ένα συναρπαστικό και πραγματικά ψυχαγωγικό έργο. Τα πρώτα λεπτά της ταινίας διαθέτουν έντονες κι ενοχλητικές σκηνές, γεμάτες ένταση, που σε κρατούν στην άκρη του καθίσματός σου με τον τρόμο της απειλής να γίνεται αισθητός ακόμα και στον θεατή. Από ένα σημείο και μετά, όμως, όσο μανιωδώς κι αν προσπαθεί η ταινία να είναι καλή, καταλήγει να πατάει συνεχώς τα λάθος κουμπιά και να γίνεται, με κάθε σκηνή που περνάει, όλο και περισσότερο παρατραβηγμένη. Αν και ορισμένοι έχουν πει ότι πρέπει να απολαύσεις την ταινία ως ένα παράλογο «popcorn movie», διαφωνώ πρώτον γιατί το θέμα αντιμετωπίζεται ως οτιδήποτε άλλο εκτός από διασκεδαστικό και δεύτερον επειδή όσο κι αν το δεις στην πλάκα, κάποια στιγμή θα απηυδήσεις.

Η ασταθής κάμερα χρησιμοποιείται σε σημείο ναυτίας και η ταινία βρίθει από κλισέ. Το ένα παράλογο λάθος επαναλαμβάνεται μετά το άλλο, με επαναστάτες να αφήνουν τα όπλα τους στο έδαφος, κόσμο να εμφανίζεται από το πουθενά σώζοντας τους ήρωες και το αποκορύφωμα, η πιο αστεία σκηνή σε ταινία του 2015: το άλμα των τεσσάρων χαρακτήρων μεταξύ κτιρίων. Συνεχίζοντας με τα λάθη, το υπόβαθρο της -σε άλλα χέρια ενδιαφέρουσας- ιστορίας είναι σχεδόν ανύπαρκτο, αφήνοντας το κοινό με άφθονα αναπάντητα ερωτήματα. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε τίποτα σχετικά με το πραγματικό κίνητρο πίσω από την επίθεση που παρακολουθούμε. Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα: στη διάρκεια της ταινίας η ερώτηση «γιατί γίνονται όλα αυτά;» δεν θα βγει από το μυαλό σας.

Ο σκηνοθέτης John Erick Dowdle κι ο σεναριογράφος αδερφός του, Drew Dowdle, κατανοούν πώς να κάνουν τους ανθρώπους να ουρλιάξουν. Έχουν την ικανότητα να ανεβάσουν την αδρεναλίνη στο κοινό. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πώς να δημιουργήσουν ένα έργο που δεν θα ταλαντεύεται ασταθώς από το καλό στο κακό και το αντίστροφο όλη την ώρα. «Δυνατότητα» είναι η μόνη λέξη που ειπώθηκε από το στόμα μου μετά τους τίτλους τέλους. Το «Χωρίς Διέξοδο» είχε τη δυνατότητα να είναι ένα συγκλονιστικό δράμα που τελικά γλίστρησε στο πρώτο εμπόδιο του.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Crimson Peak [2/5]

Σε μια εποχή που οι ταινίες τρόμου προσπαθούν να εκσυγχρονιστούν επαναλαμβάνοντας τα κλισέ της found-footage κινηματογράφησης και των ξαφνικών φόβων, είναι αναζωογονητικό να βλέπεις την επιστροφή του Guillermo del Toro με μια πραγματική προσπάθεια αναβίωσης του κλασικού βικτοριανού στοιχειωμένου σπιτιού. Τριξίματα και πόρτες ακούγονται στους σκοτεινούς διαδρόμους, σκιές εμφανίζονται στο ανατριχιαστικό ντεκόρ και η ετοιμόρροπη φύση του σπιτιού παρέχει μια αίσθηση θανάτου σε όλες τις σκηνές, είτε αυτές λαμβάνουν χώρα υπό το φως ή το σκοτάδι. Αλλά όσο κι αν διαπρέπει η ταινία στην ατμόσφαιρα και τις ερμηνείες, η πλοκή μοιάζει να υποφέρει.

Πέρα από μια-δύο ανιαρές ανατροπές, η υπόθεση είναι λίγο πολύ αυτό που περιμένεις. Μια φοβερή τραγωδία αναγκάζει μια νεαρή αφελέστατη γυναίκα να φύγει μακριά με έναν όμορφο άντρα που μόλις γνώρισε, καθώς αυτό πάντα είναι μια καλή ιδέα. Το κτήριο που πάει να φτιάξει το σπιτικό της περιλαμβάνει μια τρομακτική αδερφή και φαντάσματα που κραυγάζουν (κυριολεκτικά μερικές φορές) «αν μείνεις εδώ θα πεθάνεις». Εκείνη όμως τρέφει αγνά συναισθήματα και μπλα μπλα μπλα ξέρετε τα υπόλοιπα...

Τούτου λεχθέντος, το πραγματικό πρόβλημα με το φιλμ είναι ότι οι ανατροπές του και τα κίνητρα των χαρακτήρων δεν τα λες καλά κρυμμένα. Γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή τι θα γίνει, το τελευταίο εγχείρημα του 51χρονου σκηνοθέτη έχει μηδενική δραματική βαρύτητα. Τι σημασία έχει θα μου πείτε, το έργο το βλέπουμε για τον τρόμο. Δυστυχώς, η χρησιμοποίηση μιας τόσο τετριμμένης ιστορίας κάνει την ταινία να χάνει την εστίαση της και να ξεχάσει να είναι τρομακτική. Όπως η Edith (ο βασικός χαρακτήρας που υποδύεται η Mia Wasikowska) λέει γράφοντας το μυθιστόρημά της, ο «Πορφυρός Λόφος» δεν είναι μια ιστορία φαντασμάτων, αλλά μάλλον μια ιστορία που περιλαμβάνει φαντάσματα. Το σπίτι και τα φαντάσματα που τόσο πολύ προώθησαν τα τρέιλερ της ταινίας, δεν είναι παρά μια βιτρίνα συγκάλυψης της πραγματικότητας. Το έργο είναι ένα διαταραγμένο και χιλιοειπωμένο ρομάντζο με μια δόση μυστηρίου.

Για να το θέσω ωμά, η προτίμηση του στυλ πάνω από την ουσία, δυστυχώς, μετατρέπει αυτό που θα μπορούσε να είναι μια ερωτική επιστολή του Del Toro σε ένα είδος με το οποίο είναι τόσο καλά εξοικειωμένος, σε κάτι το ασήμαντο.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Hotel Transylvania 2 [2/5]

Έχουν περάσει τρία χρόνια από την ημέρα κυκλοφορίας του «Ξενοδοχείου για Τέρατα», μια ταινία που μας σύστησε τον Δράκουλα ως τον διευθυντή του Τρανσυλβανία, ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων για όλα τα τέρατα. Από τότε, το έργο απέκτησε κάποιους ένθερμους οπαδούς και, το πιο σημαντικό για τη Sony, είχε υψηλότερη από την αναμενόμενη εμπορική επιτυχία. Αυτός είναι ο λόγος που είμαστε εδώ σήμερα, με το «Ξενοδοχείο για Τέρατα 2» να βγαίνει στις αίθουσες με νέα, αλλά καθόλου αναπάντεχη πλοκή: τη γονεϊκή ιδιότητα.

Ακριβώς όπως και ο προκάτοχός της, η νέα ταινία είναι γλυκιά και άκρως χιουμοριστική, αλλά αυτό είναι επίσης και το πρόβλημα της. Δυστυχώς, η πλοκή της δυσλειτουργικής οικογένειας είναι τόσο απασχολημένη με ένα απλοϊκό μήνυμα ανοχής κι αποδοχής, με αποτέλεσμα τα αστεία της να είναι χονδροειδή και να θυμίζουν διαρκώς ένα ακόμα buddy-movie του Adam Sandler που απλά βλέπεται. Ένα κατόρθωμα από μόνο του, ας είμαστε ειλικρινείς, τίποτα ξεχωριστό. Το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής της αναλώνεται στην αναγόμωση των «τέρατα-έξω-από-νερά-τους» και «άνθρωποι-φοβούνται-τέρατα» θεμάτων της πρώτης ταινίας, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές της δεν πολυ-ενδιαφέρθηκαν να την αναπτύξουν ιδιαίτερα.

Μοναδικό θετικό, το υπέροχο animation της. Αιτία που οι νεότεροι και τα παιδιά κατά πάσα πιθανότητα θα την απολαύσουν. Αλλά σε αυτήν την εποχή, όταν έχουμε τέτοια εξαιρετικά κινούμενα σχέδια όπως τα «Μυαλά που Κουβαλάς», εμείς οι υπόλοιποι περιμένουμε καλύτερα πράγματα.

Pan [1.5/5]

Σκηνοθετημένη από τον Joe Wright, η ταινία είχε υποσχεθεί, τουλάχιστον στο τρέιλερ, οπτικές απολαύσεις και μια φρέσκια μεταφορά αυτής της 111χρονης ιστορίας. Αντ` αυτού, αυτό που βλέπουμε είναι ένα έργο με καμία πρωτότυπη σκέψη. Μια μίμηση σχεδόν κάθε άλλης ταινίας δράσης, περιπέτειας, φαντασίας που δημιουργήθηκε ποτέ, αποδεικνύοντας ότι το να κλέβεις από καλύτερα (ή απλά παλιότερα) φιλμ, δεν σημαίνει ποιοτική παραγωγή. Θα προσπεράσω τη σύγκριση με το «Mad Max: Ο Δρόμος της Οργής» γιατί αμφιβάλλω ότι μια ταινία που βγήκε τον Οκτώβριο θα μπορούσε πραγματικά να αντιγράψει μια ταινία του Μαΐου, αλλά, ούτως ή άλλως, τα πάντα προέρχονται από κάπου αλλού. Οι σκηνές στο ορφανοτροφείο είναι ένα μείγμα «Όλιβερ Τουίστ» και «Ματίλντα». Οι στιγμές στο δάσος είναι φανερά κλεμμένες από το «Avatar», ενώ υπάρχουν και στοιχεία από το «Ψηλά στον Ουρανό» της Pixar. Οι «Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» αλλά και το «Star Wars» παράλληλα με τους «Πειρατές την Καραϊβικής» δίνουν το παρόν. Και αυτά είναι μόνο όσα μπορώ να θυμηθώ.

Σαν να μην έφταναν όλα τα παραπάνω, η πλοκή τοποθετείται κόντρα σε ένα εντυπωσιακό ονειρικό σκηνικό. Ο Wright εφοδιάζει εξαρχής το φιλμ με όλα τα απαραίτητα μαγικά στοιχεία που αναμένει κανείς από την ιστορία του J.M. Barrie, αλλά όπως και οι χαρακτήρες του, μοιάζει να χάνεται στην πορεία μην ξέροντας τι ταινία θέλει να κάνει. Θέλει να ικανοποιήσει τα παιδιά με παιχνιδιάρικη κι αστεία αφήγηση ή απευθύνεται σε ενήλικες προσδίδοντας μια πιο σοβαρή προσέγγιση στο όλο θέμα; Από σκηνή σε σκηνή είναι αισθητό ότι ολοκλήρωσε την ταινία χωρίς να έχει αποφασίσει. Πετώντας πάρα πολύ γρήγορα μέσα από μια, όχι και τόσο άγνωστη, ιστορία, αυτό το πρίκουελ του Peter Pan προσπαθεί σκληρά να βρει τη Χώρα του Ποτέ, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει όσον αφορά την αφήγηση και το όραμα. Η παραγωγή διαθέτει σίγουρα κάποια νεραϊδόσκονη, άνευ πρωτοτυπίας ωστόσο. Φτιάχνει λοιπόν ένα θέαμα συγκλονιστικών αναλογίων, πάντα φανταχτερό και περιστασιακά μαγευτικό, που όμως δεν μπορεί να προστεθεί στην κληρονομία που τόσο πολύ θέλει να γίνει τμήμα της.

Επιπρόσθετα, με όλα αυτά που ο Wright προσπαθεί να κάνει με την ταινία, ο ρυθμός της παλεύει κάτω από το βάρος των προσδοκιών και σέρνεται στο πρώτο μισό. Στη συνέχεια, προσπαθώντας να σώσει τον χαμένο χρόνο, το δεύτερο μισό εξελίσσεται ταχύτατα οδηγώντας σε μια σύγχυση. Ως αποτέλεσμα, οι ηθοποιοί βρίσκονται σε σάστισμα σε τι είδους ταινία συμμετέχουν και οι επιδόσεις τους δεν συνάδουν με το ταλέντο τους. Τυλίξτε όλα τα παραπάνω στο άνευρο μουσικό σκορ του John Powell, και το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς δυσάρεστη εμπειρία. Αν είστε πραγματικά πεινασμένοι για μια άξια μεταφορά του Peter Pan στην μεγάλη οθόνη, δείτε την υποτιμημένη εκδοχή του 2003 σε σκηνοθεσία P.J. Hogan. Αυτή η νέα ταινία μετατρέπει το περίφημο χαμένο αγόρι σε μια χαμένη υπόθεση.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

Black Mass [2.5/5]

Η «Ανίερη Συμμαχία» έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά που θα τη μετέτρεπαν σε μια εξαιρετική γκανγκστερική ταινία. Παρόλη τη βία, με ένα από τα καλύτερα υποκριτικά ensemble της χρονιάς και μια ιστορία βασισμένη σε μια από τις πιο εμβληματικές συμμορίες στην αμερικανική ιστορία, το έργο δεν είναι καθόλου αξέχαστο όσο η προσωπικότητα στον πυρήνα του. Η ταινία μοιάζει άδεια από τη στιγμή που θα εγκαταλείψεις το σινεμά, συνειδητοποιώντας ότι οι μόνες σκηνές που άρπαξαν πραγματικά την προσοχή σου, ήταν αυτές που εμπλέκονταν ο Depp ως Bulger.

Θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν υπήρξε μια αληθινά γκανγκστερική ταινία αυτού του διαμετρήματος εδώ κι αρκετά χρόνια, και αυτός από μόνος του είναι ένας λόγος να τη δεις. Τούτου λεχθέντος, αυτό δεν κρύβει το γεγονός ότι η αυτή η «συμμαχία» κάνει πολύ λίγα για να εκπλήξει ή εντυπωσιάσει. Δεν εκμεταλλεύεται τις δελεαστικές ανατροπές, δεν αναπτύσσει έξυπνους διαλόγους και δεν διαθέτει αυτή την ιδιαίτερη οπτική εκτέλεση που έκανε τους προκατόχους της να ξεχωρίζουν. Πολλοί από τους χαρακτήρες της είναι επίπεδοι και πληκτικοί, και παραμένουν στην πλειοψηφία τους ανεκμετάλλευτοι, μα πάνω από όλα, το μεγαλύτερο της σφάλμα της είναι ότι η ανάπτυξη της πλοκής είναι βασική και δικονομική. Λίγο πέρα δώθε μεταξύ της αστυνομίας και των μαφιόζων, μερικές αιματηρές γροθιές και πυροβολισμοί, αλλά τίποτα πραγματικά συναρπαστικό πέρα από μια ερμηνεία που τροφοδοτεί την επιτυχία ολόκληρου του έργου σε media και κοινό.

Και μια και το έφερε ο λόγος, ας μιλήσουμε για την ερμηνεία του Johnny Depp. Τρία σίκουελ των «Πειρατών της Καραϊβικής», «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», «Κυριαρχία», «Ο Κύριος Μορντεκάι» και άλλες πολλές ταινίες έχουν μετατρέψει την εικόνα του άλλοτε επιλεκτικού ηθοποιού σε μια φιλοχρήματη, αλλά πάντα αγαπητή καρικατούρα. Επομένως, και μόνο η επάνοδος του σε πιο «σοβαρούς» ρόλους θα έκανε ντόρο. Αξίζει όμως η ερμηνεία του; Και ναι και όχι. Σαφέστατα, ο καλύτερος Depp που έχουμε δει εδώ και χρόνια, όχι όμως σε μια πολυεπίπεδη απόδοση. Πίσω από το (μέτριο) μακιγιάζ του, αυτό που μένει σαν ερμηνεία είναι ένα ζευγάρι μπλε μάτια που σπέρνουν φόβο, καθαρό φόβο. Δεν διαθέτει όμως συναισθηματικές εξάρσεις, δεν έχει βάθος. Από την αρχή μέχρι το τέλος, η εμφάνιση συγκαλύπτει την κοινοτοπία της ερμηνείας. Καλός ο Depp, λοιπόν, και μπράβο του που επανήλθε, αλλά τίποτα από την απόδοση του δεν δικαιολογεί συζητήσεις για Όσκαρ.

Εν ολίγοις, η «Ανίερη Συμμαχία» είναι μια αρκετά αξιοπρεπής μαφιόζικη ταινία. Κάποιες ευρηματικές επιλογές στη σκηνοθεσία ή στη δημιουργία σασπένς και η ερμηνεία του Depp καταφέρνουν να την κρατήσουν ζωντανή. Τίποτα ωστόσο δεν μπορεί να βελτιώσει την πληκτική αφήγηση μιας εξαιρετικής ιστορίας βίας, απληστίας κι εξαπάτησης. Κρίμα.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Pawn Sacrifice [3/5]

Είναι δύσκολο να βρεις ένα άθλημα λιγότερο κατάλληλο για τον κινηματογράφο από το σκάκι. Ένα παιχνίδι το οποίο περιλαμβάνει δαιδαλώδη πνευματική στρατηγική και μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά τη διάρκεια των οποίων τίποτα δεν γίνεται. Και όμως, παρόλο που ο σκηνοθέτης Edward Zwick δεν καταφέρνει απόλυτα να βρει έναν τρόπο να αποδώσει οπτικά την ευστροφία και την πονηριά του παιχνιδιού, δημιουργεί ένα συμπαγές κι αρκετά ακριβές βιογραφικό δράμα που θα διασκεδάσει ακόμα κι όσους δεν γνωρίζουν πώς να παίζουν σκάκι.

Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» θέλει τους υποψήφιους για Χρυσή Σφαίρα Tobey Maguire και Liev Schreiber να πρωταγωνιστούν ως ο αμερικανός Bobby Fisher και ο ρώσσος Boris Spassky. Δύο ανθρώπων των οποίων τα ονόματα θα είναι για πάντα συνδεδεμένα στην ιστορία για την αντιπαλότητα τους, τους επικούς αγώνες τους και, κυρίως, για το Παγκόσμιο Σκακιστικό Πρωτάθλημα του 1972 που έλαβε χώρα στην πολιτικά ουδέτερη περιοχή του Ρέικιαβικ στην Ισλανδία.

Φτιαγμένο με τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορείς να του προσάψεις πολλά αρνητικά, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» είναι από την αρχή μέχρι το τέλος μια προσεκτικά κατασκευασμένη ταινία, τόσο από τεχνικής όσο κι ερμηνευτικής πλευράς. Που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα ή ελαττώματα που μπορεί κανείς να κριτικάρει. Εκεί που κάποιος μπορεί να σταθεί είναι στο σενάριο του Steven Knight. Εν μέρει πολιτικό θρίλερ με όλες τις ίντριγκες των ταινιών κατασκοπείας και εν μέρει η μελέτη ενός χαρακτήρα, το «Θυσιάζοντας ένα Πιόνι» είναι δομημένο με τέτοιον συντηρητικό τρόπο που δεν καταφέρνει να κάνει πλήρη χρήση όλων των δυνατοτήτων που εξ ορισμού διαθέτει χάρη στον κεντρικό ήρωα.

Επικεντρωμένο εξολοκλήρου στη ραγδαία επιδεινωμένη ψυχική κατάσταση του Fischer και τα αποτελέσματα της οξύθυμης προσωπικότητας στους ανθρώπους γύρω του, το φιλμ (όσο ενδιαφέρον κι αν είναι) μοιάζει, εν γνώσει του, να μην ασχολείται με πολύ βασικά και καίρια πράγματα που θα το έκαναν να ξεχωρίσει. Παραδείγματος χάριν, οι στιγμές εναντίον του Spassky, που προσπερνιούνται χωρίς ποτέ να έχουμε μια πλήρη αίσθηση των επιπτώσεων, τόσο για τον Fischer αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ή το γεγονός ότι δεν ασχολείται καθόλου με το θέμα της φήμης. Και πολλές άλλες τέτοιες λεπτομέρειες που παρακολουθώντας το εύχεσαι να άγγιζε έστω και λίγο.

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

The Walk [3.5/5]

Αν προσέξετε καλά τη φιλμογραφία του Robert Zemeckis, θα διακρίνετε ένα μοτίβο. Περιλαμβάνουν οι περισσότερες έναν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα: έναν ονειροπόλο με δονκιχωτικά χαρακτηριστικά. Ένα άτομο που βλέπει διαφορετικά τον κόσμο και έχει την επίμονη πεποίθηση ότι και οι άλλοι θα τον δουν από τη δική του οπτική σύντομα, αρκεί να του δοθεί η ευκαιρία να τους πείσει. Αποχρώσεις αυτού του αρχέτυπου μπορούν να βρεθούν στον Δρ Emmett L. Brown του «Επιστροφή στο Μέλλον», στη Δρ Eleanor Ann Arroway της «Επαφής» και φυσικά στον Forrest Gump. Με τον Philippe Petit, ο χαρακτήρας αυτός φτάνει στο απόγειο του στο «Βόλτα στο Κενό». Τη δραματοποίηση της πραγματικής ζωής ενός σχοινοβάτη με θρασύτατη φιλοδοξία, τόσο σωματική όσο και μεταφυσική. Ενώ κάθε φαινομενικά λογικός άνθρωπος λέει στον Petit ότι δεν θα καταφέρει να πετύχει τον στόχο του -να περπατήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στις κορυφές των Δίδυμων Πύργων- ο ριψοκίνδυνος Γάλλος επιμένει βαδίζοντας προς το ακατόρθωτο.

Και αυτό συνέβη νωρίς το πρωί της 7ης Αυγούστου του 1974. Ο Philippe Petit, λίγο πριν κλείσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του, εμφανίζονται από το πουθενά στο Μανχάταν και πραγματοποιεί το μεγαλύτερο κατόρθωμα στην καριέρα του, κάνοντας μια πράξη ανυπέρβλητης ομορφιάς και τόλμης. Αυτό το απίστευτο επίτευγμα καταγράφει ο φακός του James Marsh στο βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του 2008 «Σε Τεντωμένο Σχοινί». Βήμα βήμα, μας επιτρέπει να μάθουμε κάθε λεπτομέρεια, κάθε πρακτική, κάθε υλικό που χρησιμοποιήθηκε. Γιατί λοιπόν ο Zemeckis επέλεξε να κάνει μια μεγάλου μήκους ταινία για κάτι που ήδη είχε ειπωθεί; Οι λόγοι είναι πολλοί, ο κύριος όμως είναι ένας: η βόλτα.

Το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει το ντοκιμαντέρ του Marsh, είναι να παρουσιάσει το κατόρθωμα εν κινήσει. Δεν υπάρχουν βίντεο από τη στιγμή, δεν υπάρχει ήχος, παρά μόνο φωτογραφίες. Ο Zemeckis λοιπόν καταφέρνει και μας προσφέρει μια εκθαμβωτική εναέρια άποψη κάνοντας εξαιρετική χρήση του 3D. Εντυπωσιακά πλάνα του σύρματος, των ανθρώπων, των πύργων, της πόλης από κάτω έχουν δημιουργηθεί με ένα εξαιρετικό CGI που ενισχύει σε μεγάλο βαθμό τον λόγο θέασης της ταινίας: την αίσθηση του χώρου και του κενού. Πρόκειται για μια ταινία που ασχολείται με ένα τρελό όνειρο που έγινε πραγματικότητα, και ο Zemeckis κάνοντας χρήση της τρέχουσας τεχνολογίας αντιλαμβάνεται το όνειρο και μας το παρουσιάζει κόβοντας μας την ανάσα.

Αυτή η οπτική ζωντάνια κι ενεργητικότητα βέβαια δεν καλύπτει εντελώς το νηφάλιο σενάριο ή τους μονοδιάστατους χαρακτήρες. Η καταγραφή του ταξιδιού του Petit από φιλόδοξο γάλλο καλλιτέχνη σε έναν αποφασιστικό κι εμμονικό άνθρωπο με στόχο γίνεται μέσα από αδύναμα κατασκευασμένες σύντομες σκηνές, εμπλουτισμένες με ένα άχαρο και υπερβολικό voice-over. Το τέχνασμα της αφήγησης πάνω στο Άγαλμα της Ελευθερίας (ίσως βγαλμένο από τα απομνημονεύματα του Petit, «To Reach the Clouds») δεν πετυχαίνει τον στόχο του και κουράζει, αφαιρώντας κάποιους πόντους από τη συνολική επίδραση της ταινίας. Ίσως ο Zemeckis εξοικονομεί τις δυνάμεις του για τη στιγμή που το καλώδιο έχει τελικά αναρτηθεί μεταξύ των κτιρίων και ο Philippe είναι έτοιμος για όλα. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι κι εκείνη τη στιγμή δείχνει μικρό ενδιαφέρον για τις δευτερεύουσες πλοκές, και φαίνεται.

Όπως και να 'χει, όμως, παρά τις ατέλειες της, όντως φτάνοντας στη στιγμή που το πόδι του σχοινοβάτη πατά το τεντωμένο σχοινί και η κάμερα ορμά στο κενό για να αποκαλύψει την εκπληκτική θέα της Νέας Υόρκης, είναι δύσκολο να μη σε πιάσει δέος. Ενδεχομένως, η ταινία να αξίζει για μία μόνο σκηνή, αλλά αυτή η σκηνή είναι ιδιαίτερα αισθητή. Και αυτό διότι παράγει ένα αίσθημα ότι όλα είναι πιθανά. Και αυτό είναι αρκετό.

The Martian [4/5]

Μετά τη δυσνόητη ασυναρτησία του «Συνηγόρου», την ανιαρή «Έξοδο» και τον απογοητευτικό «Προμηθέα», μπορεί κανείς εύκολα να αντιληφθεί την ανησυχία των απανταχού σινεφίλ για το αν η «Διάσωση» θα προστεθεί στην λίστα με τις απογοητεύσεις του Ridley Scott, ή θα αγγίξει τα στάνταρ που ο ίδιος ο 77χρόνος σκηνοθέτης έθεσε στην αρχή της καριέρας του. Ευτυχώς, τα νέα είναι καλά και το τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του Scott, αν κι ίσως όχι απόλυτα η ταινία που θα περιμένατε από το τρέιλερ, είναι ένα φρέσκα εύθυμο και αφοπλιστικά διασκεδαστικό έργο που σηματοδοτεί και μια πρωτιά: είναι η πρώτη εκ προθέσεως ψυχαγωγική ταινία του σκηνοθέτη με ένα βαθύ νόημα.

Ως το τρίτο συνεχόμενο φθινοπωρινό blockbuster που εξελίσσεται στον διάστημα (και το δεύτερο με πρωταγωνιστή τον Matt Damon), η «Διάσωση» μπορεί να μη διαθέτει την τεχνική φιλοδοξία του «Gravity» ή τη φιλόδοξη υπέρβαση του «Interstellar», διαθέτει όμως τα απαραίτητα εκείνα συστατικά που το μετατρέπουν στην πιο cinema-friendly ταινία των τελευταίων ετών με θέμα τα αστέρια. Η ομορφιά της ταινίας βρίσκεται στην απλότητά της. Παρά το γεγονός ότι έχει πάνω από δύο ώρες διάρκεια, διαθέτει γοργό ρυθμό χάρη στην πολύ απλή κεντρική δυναμική της. Μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά, το στάτους κβο της ταινίας έχει εδραιωθεί με συγκλονιστική αποτελεσματικότητα: ο αστροναύτης Mark Whatney εγκαταλείπεται -καθώς θεωρείται- νεκρός στην επιφάνεια του Άρη και πρέπει να αγωνιστεί να επιβιώσει σε έναν πλανήτη που ανά πάσα στιγμή μπορεί να του πάρει τη ζωή. Η υπόθεση είναι πολύ ξεκάθαρη, και σπάνια γίνεται πιο περίπλοκη πέρα από αυτή την πολύ βασική πάλη ενάντια στις συντριπτικές πιθανότητες και το αδιάφορο σύμπαν.

Με τα δεινά του Mark να μη διαφέρουν και πολύ από εκείνα του Chuck Noland στον «Ναυαγό» ή του ανώνυμου πρωταγωνιστή στο «Όλα Χάθηκαν», το αστρικό σκηνικό της ταινίας εδώ χρησιμεύει ως πύλη προς ένα ευρύτερο σχόλιο σχετικά με την ανθρώπινη αλληλεξάρτηση και συνεργασία. Σε αντίθεση με το «Interstellar» που ασχολείται με την ιδέα των επανδρωμένων διαστημικών πτήσεων ως απόδειξη της ικανότητας της ανθρωπότητας να φτάσει πέρα από πολύ κυριολεκτικά όρια, εδώ το διαστημικό πρόγραμμα δεν είναι τόσο πολύ για την επίτευξη στόχων πέρα από την ανθρώπινη εμπειρία, αλλά ένας θαυμάσια αισιόδοξος διαλογισμός για την προθυμία της ανθρωπότητας να καταφέρει την επιδίωξη ενός υψηλότερου ιδανικού. Στην περίπτωση αυτή, να φέρει τον Mark Whatney σπίτι. Αυτός είναι ο πυρήνας της κοσμοθεωρίας της «Διάσωσης».

Με ξεκάθαρο το θεματικό κομμάτι του φιλμ, το σενάριο του Drew Goddard και η σκηνοθεσία του Ridley Scott καταφέρνουν να διερευνήσουν και να αναπτύξουν όλα τα υπόλοιπα στο έπακρο, δίνοντας τη δυνατότητα στο κοινό να πάρει μια αίσθηση του τι περνά ο ήρωας, υπογραμμίζοντας το μέγεθος της κρίσης του και βάζοντάς τον στο τριπάκι της προσκόλλησης στην οθόνη, μη θέλοντας να χάσει ούτε λεπτό. Για να είμαι όμως απόλυτα ειλικρινής, αυτό που κάνει τη «Διάσωση» μια μεγάλη ταινία είναι ο Matt Damon. Μετά τον «Ξεχωριστό Γουίλ Χάντινγκ» και τον «Ταλαντούχο Κύριο Ρίπλεϊ», αυτή είναι ίσως μία από τις πιο αξέχαστες ερμηνείες του. Χωρίς την εμπνευσμένη απόδοσή του (όσο καλό κι αν είναι το σενάριο), η ταινία θα ήταν ολωσδιόλου βαρετή. Αντ` αυτού, ο Damon γίνεται ο ήρωας που θα σας φτιάξει το κέφι με τα επιτεύγματά του και θα σας κάνει να κλαίτε όταν ο νόμος του Murphy χτυπά.

Εκτός από τον Damon, όμως, γύρω του υπάρχει μια μυριάδα από πρωτοκλασάτα ονόματα, τα οποία ο Scott χρησιμοποιεί πολύ έξυπνα για να τονίσει τη σημασία του υποστηρικτικού καστ. Η ταινία βρίσκει χώρο για τους Jessica Chastain, Kate Mara, Sebastian Stan, Kristen Wiig, Jeff Daniels, Michael Pena, Sean Bean, Aksel Hennie, Chiwetel Ejiofor και Donald Glover, αποδεικνύοντας πολύ έξυπνα ότι κανένας ρόλος δεν είναι πολύ μικρός για έναν καλό κι αναγνωρίσιμο ερμηνευτή και πως ένα καλό σενάριο πάντα βρίσκει αποτελεσματικούς τρόπους ανάδειξης όλων των χαρακτήρων.

Συναισθηματικά και οπτικά συναρπαστική, αυτή η ιστορία επιβίωσης στο διάστημα έχει ισόποσες ποσότητες χιούμορ και θεάματος, μετατρέποντας τη σε ένα must-see αστρικό επίτευγμα.