Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Snow White and the Huntsman [3.5/5]


Το «Η Χιονάτη και ο Κυνηγός» είναι η τελευταία προσθήκη σε μια σειρά ταινιών που δείχνουν τη ξαφνική αγάπη του Χόλιγουντ για τη μεταφορά γνωστών παραμυθιών στη μεγάλη οθόνη. Η Κοκκινοσκουφίτσα και το Καθρέφτη, Καθρεφτάκι Μου είναι κάποιες από αυτές που έχουμε ήδη δει και ακολουθούν πολλές ακόμα. Ποια είναι, όμως, η τελική ετυμηγορία για τη δεύτερη ταινία του 2012 με πρωταγωνίστρια την Χιονάτη; Λοιπόν, θα χαρείτε να ακούσετε ότι είναι μια μάλλον αναπάντεχη επιτυχία.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ταινίας είναι ο τόνος και το ύφος που υιοθετεί εδώ ο πρωτάρης σκηνοθέτης Rupert Sanders. Καταφέρνει και φτιάχνει έναν βρώμικο και ζοφερό κόσμο γεμάτο φαντασία. Στο πνεύμα του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, δημιουργεί έναν κόσμο που περιέχει μυστικιστικά στοιχειά, αλλά παράλληλα διατηρεί κι ένα γειωμένο ρεαλισμό. Τα επιβλητικά σκηνικά και πλάσματα είναι όλα φτιαγμένα με ένα αριστοτεχνικό CGI, ενώ τα trolls, τα ξωτικά ακόμα και οι νάνοι διαθέτουν εκπληκτική εμφάνιση. Ο ρυθμός της ταινίας είναι ταχύς, αφού χωρίς να χρονοτριβεί προχωράει από σκηνή σε σκηνή παρουσιάζοντας νέους κόσμους και χαρακτήρες. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με το δυνατό σάουντρακ και το επιδέξιο μοντάζ, μας κάνουν να μιλάμε για μια δεξιοτεχνικά φτιαγμένη ταινία. Δυστυχώς, η ιστορία ποτέ δεν εναρμονίζεται πλήρως με το οπτικό υπερθέαμα. Σίγουρα, δεν είναι μια ιστορία που μπορεί να προβλεφθεί σκηνή-σκηνή αφού αρκετές ανατρεπτικές τροποποιήσεις σου διατηρούν το ενδιαφέρον. Το γεγονός, δε, ότι είναι διατυπωμένες με λιγότερο επεξηγηματικό ύφος, όπως συνήθως συμβαίνει στα παραμύθια για την εύκολη πέψη από τα παιδιά, είναι κάτι που οι ενήλικες θα εκτιμήσουν. Υπάρχουν, όμως, κάποια προβλήματα. Ενώ η ανισόρροπη βασίλισσα που η Theron πλάθει προσφέρει θεατρική απειλή και οι πολυάριθμες συγκρούσεις διαθέτουν δράση κι ανεβάζουν τους παλμούς, το σενάριο μοιάζει να περιορίζεται από μια σειρά τυχαίων συναντήσεων μεταξύ της Χιονάτης κι ανούσιων δεύτερων χαρακτήρων. Ενώ ακόμα και οι βασικοί είναι πάρα πολλοί. Φτάνοντας στο τέλος, έχεις την εντύπωση ότι δεν τους έχει καλύψει όλους όσο θα έπρεπε, με τον αδελφό της βασίλισσας και τον «Prince Charming» να είναι οι πιο παραμελημένοι, ενώ ακόμη και ο Κυνηγός είναι αποκομμένος από τις τελευταίες στιγμές της ταινίας. Επιπροσθέτως, υπήρχαν διαστήματα που η ιστορία έσπευσε σαν βολίδα προς την τελική πράξη. Θέματα που μπορούν να συγχωρεθούν σε μια υπερπαραγωγή του καλοκαιριού, είναι όμως άξια αναφοράς σε μια κριτική.

Σε αντίθεση με το όχι ιδιαίτερα αξιόλογο σενάριο, οι περισσότεροι ηθοποιοί τα καταφέρνουν περίφημα. Πρώτη και καλύτερη η Charlize Theron. Η ταινία είναι ένα καθαρό δικό της show και εκείνη ξεκάθαρα, από την πρώτη κιόλας σκηνή, δείχνει να το απολαμβάνει. Διαθέτοντας μια υπερβολή, καταφέρνει να ερμηνεύσει εξαιρετικά τη σατανική κι εγωιστική βασίλισσα που έχει εμμονή με την ομορφιά της. Έχει πολλές ισχυρές στιγμές, οι όποιες συνδυαζόμενες με το απειλητικό σάουντρακ την κάνουν να μοιάζει σαν μια πραγματική παραμυθένια κακιά. Ο Hemsworth, από την άλλη, παίζει μια πιο τραγική φιγούρα από ότι τον έχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα (π.χ., στο Thor). Και τα καταφέρνει εξαίσια πλάθοντας έναν ήρωα που βρίσκεται μεταξύ σφύρας και άκμονος. Διαβάζοντας τώρα μερικά από τα ονόματα των ηθοποιών που παίζουν τους οκτώ νάνους (Ian McShane, Ray Winstone, Toby Jones, Nick Frost και Bob Hoskins, μερικοί από αυτούς) νομίζω ότι τα λόγια είναι περιττά. Παρέχουν απολαυστικά την απαραίτητη κωμική ανακούφιση στο έργο. Μοναδική παραφωνία η Kristen Stewart. Δυστυχώς δεν διαθέτει ούτε το κατάλληλο εκτόπισμα, ούτε την απαραίτητη ερμηνευτική δεινότητα, και ας μη γελιόμαστε… ούτε πιο όμορφη από τη Theron είναι. Εδώ ακολουθεί τη μανιέρα των μορφασμών που έχει και στο Twilight. Είναι λες και η Χιονάτη έχει μονίμως μια δυσάρεστη γεύση στο στόμα της και χαμόγελα σαν να μην τρέχει τίποτα. Λυπάμαι που το λέω αλλά συνεχώς σκεφτόμουν πόσο πιο καλές θα ήταν δεκάδες άλλες νέες ηθοποιοί του Χόλιγουντ. Η επιλογή της συγκεκριμένης ηθοποιού, πάντως, συνοψίζει και το παράπονο μου για την ταινία. Θα ήθελα οι παραγωγοί της να είχαν ξοδέψει περισσότερο χρόνο ανησυχώντας για το τι ακριβώς θέλει η ταινία να είναι, παρά σε ποιους απευθύνεται. Άσχετα, όμως, από τις ατέλειές της, παραμένει ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο. Θα ήθελα πραγματικά να δω το επόμενο σκηνοθετικό βήμα του Sanders.

Τέλος, συνοψίζοντας, θα το πω όσο πιο απλά: η ταινία έχει στιγμές αληθινού μεγαλείου, οι όποιες όμως αδυνατούν να ολοκληρωθούν, παρά το μαγικό ραβδάκι του Sanders. Δεξιοτεχνικά λεπτομερής με ως επί το πλείστον εξαίσιες ερμηνείες, το «Η Χιονάτη και ο Κυνηγός» παίρνει το κλασσικό παραμύθι της Χιονάτης, σβήνει ορισμένα παραδοσιακά σημεία και ταυτόχρονος εγχέει νέο υλικό. Αξίζει να τη δείτε.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

The Raven [0.5/5]

Μερικές φορές, πας να δεις μια ταινία με αρκετά υψηλές προσδοκίες. Όταν, δε, περιλαμβάνει σαν κεντρικό χαρακτήρα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, έναν συγγραφέα που αποτέλεσε θεμέλιο λίθο για την εξέλιξη σύγχρονων λογοτεχνικών ειδών, όπως η αστυνομική λογοτεχνία ή οι ιστορίες τρόμου και φαντασίας. Όταν τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατάει ο John Cusack, ηθοποιός σεβαστός από κοινό και κριτικούς με αρκετές συμμέτοχες σε εξαιρετικές ταινίες. Και τέλος, όταν ο σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο δημιουργός του εξαιρετικού V for Vendetta. Τότε όλα τα παραπάνω ανεβάζουν τις προσδοκίες ένα τσακ πιο πάνω.

Δεν υπάρχει, όμως, χειρότερο συναίσθημα όταν όλες αυτές οι υψηλές προσδοκίες διαλύονται, όταν το έργο αποδεικνύεται μεγάλη βλακεία. Και είναι ακόμα χειρότερο το συναίσθημα όταν η αρχή του σε προϊδεάζει για κάτι καλό. Έτσι και με το «Κοράκι». Η ταινία ξεκινά καλά. Όλα τα απαραίτητα στοιχειά που θα σε κάνουν να περιμένεις να δεις ένα αξιοπρεπές τουλάχιστον θρίλερ δίνουν το παρόν. Υπάρχουν όλα τα ατμοσφαιρικά κλισέ που οι δημιουργοί τέτοιων ταινιών χρησιμοποιούν (φανάρια, ομίχλη, αποχετεύσεις), υπάρχει η απαραίτητη σκοτεινή ατμόσφαιρα που προμηνύει τον κίνδυνο και πάνω από όλα (θα επαναλάβω λίγο τον εαυτό μου εδώ) υπάρχει το υπόβαθρο. Γιατί το να πάρεις μια από τις πιο διάσημες λογοτεχνικές φωνές ιστοριών φρίκης και να τη μετατρέψεις σε μια, σε στυλ Σέρλοκ Χολμς με μια δόση Se7en, ταινία μυστηρίου μοιάζει να είναι μια ελκυστική και άκρως ενδιαφέρουσα ιδέα. Μια ιδέα, όμως, που μετά από το πρώτο μισάωρο σπαταλιέται και πότε δεν αναπτύσσεται σωστά. Και γι’ αυτό φταίνε τρεις παράγοντες. Για αρχή η σκηνοθεσία. Ο McTeigue είναι ένας ικανός οργανωτής σκήνων που τις φιλμάρει με αποτελεσματικότητα, αλλά δεν διαθέτει καθόλου φαντασία. Με αποτέλεσμα η ταινία να κουράζει και να μην διαφέρει σε τίποτα από όλες τις άλλες. Άσε δε που από την τόση ψηφιακή «διόρθωση» που έχει υποστεί, ακόμη και οι απλούστερες σκηνές φαίνονται ψεύτικες. Αυτή, λοιπόν, η ανέμπνευστη σκηνοθεσία είναι ακόμα χειρότερη όταν συνοδεύεται κι από (ο δεύτερος παράγοντας) ένα εντελώς φλατ σενάριο. Υπόθεση απλή που συναντάς σε ένα CSI ή μια οποιαδήποτε άλλη σειρά μυστήριου, κανένας ρυθμός, καμία ανάπτυξη χαρακτήρων, καμία αγωνία και όπως πάντα γνωρίζεις από πριν τι θα γίνει και πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση.

Όσο χαλιά, όμως, κι αν είναι η ιστορία, δεν είναι το σενάριο το χειρότερο συστατικό του «Κορακιού». Και περνάμε στις ερμηνείες… Το θλιβερό κομμάτι του έργου. Είναι νομίζω η πρώτη ταινία που ο κάθε ηθοποιός νομίζει ότι παίζει σε διαφορετικό είδος. Δεν θα αναφερθώ σε έναν προς έναν ξεχωριστά, θα επικεντρωθώ μόνο στον John Cusack. Είναι λίαν φανερό ότι η καριέρα του έχει αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Συμμέτοχες σε ταινίες όπως 2012 και Ένα Τρελό Τρελό Τζακούζι δεν τις λες και τις καλύτερες επιλογές. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, καταφέρνει το αμίμητο. Φτάνει τα ερμηνευτικά επίπεδα αθλιότητας του Nicolas Cage. Δεν έχει ιδέα του τι κάνει. Άλλοτε είναι σοβαρός και μυστήριος, άλλοτε χαζός και ρομαντικός και συνέχεια μα συνεχεία, φωνάζει. Κάποια στιγμή, βγάζει μια άσχετη κραυγή φωνάζοντας «Emilyyyy», που θα μου μείνει αξέχαστη.

Εν ολίγοις, η ταινία δεν έχει καμία σχέση με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε. Είναι απλά ένα ακόμη θρίλερ με βάση ένα χιλιοειπωμένο σενάριο, μια χωρίς φαντασία σκηνοθεσία κι έναν υπερβολικό ερμηνευτικά πρωταγωνιστή. Σίγουρα θα βρει το κοινό του, αλλά η σύσταση μου… προσπεράστε το.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

The Whistleblower [3/5]

Όταν η αστυνομικίνα Kathy Bolkovac (Rachel Weisz) δέχεται μια θέση ως μέλος ειρηνευτικής αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στη μεταπολεμική Βοσνία, το σχέδιο της ήταν απλά να κερδίσει αρκετά χρήματα έτσι ώστε να μετακομίσει πιο κοντά στον πρώην της, που είχε πάρει την επιμέλεια της κόρης τους. Φτάνοντας, όμως, σε μια χώρα όπου οι γυναίκες έπεφταν τακτικά θύματα βιασμού, σεξουαλικής δουλείας και μαζικών δολοφονιών, αποφασίζει να λάβει πιο ενεργό ρόλο. Όταν ανακαλύπτει για το κύκλωμα εμπορίας γυναικών που λαμβάνει χώρα εκεί, με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να γνωρίζουν για την κατάσταση χωρίς να κάνουν κάτι και διπλωμάτες να συμμετέχουν στο κύκλωμα, ορκίζεται να βοηθήσει τα ανυπεράσπιστα θύματα του κυκλώματος.

Δραματοποιώντας την αληθινή ιστορία της Kathryn Bolkovac και χρησιμοποιώντας τις εμπειρίες μιας γυναίκας προκειμένου να ρίξει το απαιτούμενο φως στην αυξανόμενη επιδημία της σεξουαλικής και ψυχολογικής καταπίεσης των ανθρώπων, το «Επικίνδυνη Σιωπή» καλείται να αναδείξει μερικές σκληρές πραγματικότητες της ζωής, διερευνώντας και δείχνοντας λεπτομερέστατα τη φρίκη που ο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Larysa Kondracki είναι μια αμείλικτη απεικόνιση της σεξουαλικής εμπορίας σε έναν δήθεν πολιτισμένο κόσμο. Μιλάει για μια θαρραλέα γυναίκα που ρισκάρει τη ζωή της για να εκθέσει απάνθρωπες πράξεις κι έρχεται αντιμέτωπη με ένα σύστημα που στερείται ηθικής. Το «Επικίνδυνη Σιωπή», λοιπόν, είναι από εκείνες τις ταινίες που είναι δύσκολο να διαχωρίσεις τη δύναμη της ιστορίας από την ίδια την ταινία. Μιλάει για ένα θέμα που αξίζει να ειπωθεί και που από μόνο του αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της άξιας του έργου. Ωστόσο, όσο ζωτικής σημασίας κι αν είναι το μήνυμα, η σκηνοθέτιδα δεν παύει να γυρίζει μια «ταινία», με αποτέλεσμα το άνισο σε ρυθμό κι ανάπτυξη χαρακτήρων σενάριο της και οι συμβάσεις των ταινιών θρίλερ που χρησιμοποιεί να μετριάζουν κάπως το τελικό αποτέλεσμα.

Παρά τις αδυναμίες της, όμως, είναι μια ταινία που συστήνω ανεπιφύλακτα να δείτε, μόνο και μόνο για τη σημαντική ιστορία που εξιστορεί και την εξαιρετική ερμηνεία της πρωταγωνίστριας.

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

Men in Black III [2.5/5]

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία απογοητευτική ταινία των «Ανδρών με τα Μαύρα» και 15 ολόκληρα χρόνια από την εξαιρετική πρώτη, και στην πραγματικότητα κανείς δεν περίμενε ούτε ήθελε μια ακόμα συνεχεία. Και μοιάζει, σχεδόν, πάρα πολύ εύκολο να απορρίψει κάποιος μια συνέχεια ενός franchise, όταν έχει περάσει τόσο καιρός από την προηγούμενη ταινία. Μην το κάνετε όμως. Το MiB3 χάρη σε ένα μεστό σενάριο καταφέρνει να είναι μια καλή ταινία που θα σας εκπλήξει ευχάριστα.

Με την τρίτη ταινία, ο σκηνοθέτης Barry Sonnenfeld, με τη βοήθεια των σεναριογράφων, ξανασυλλαμβάνει την παλιά μαγεία μεταξύ του Will Smith και του Tommy Lee Jones. Ιδιόμορφο και εφευρετικό, γεμάτο με όλα τα περίεργα και υπέροχα εξωγήινα πλάσματα για τα οποία οι ταινίες «Men in Black» είναι γνώστες, το έργο αναπαράγει τον γνώριμο κόσμο του MiB στο μέγιστο. Χρησιμοποιεί, δε, όλα τα μέσα (συμπεριλαμβανομένου και του 3D) για να μεγιστοποιήσει τη μοναδικότητα του σαν concept, αλλά και για να αυξήσει τη ψυχαγωγία του κοινού. Παρόλα αυτά, ο τρόπος με τον οποίο διασκεδάζει τη σημερινή εποχή το κοινό έχει αλλάξει. Γι’ αυτό και το MiB3 ανανεώνει το franchise με μια τολμηρή πλοκή που περιλαμβάνει το ταξίδι στον χρόνο. Θα μου πείτε, πόσο κοινότυπη μπορεί να είναι μια τέτοια ιδέα για μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το καλύτερο κομμάτι του έργου. Από τη μια, μέσα από τα μάτια των πρακτόρων βλέπουμε όχι μόνο την εκτόξευση του Απόλλων 11 αλλά και την «αληθινή» ιστορία πίσω από τον μύθο του Andy Warhol. Από την άλλη, η διακωμώδηση διαφόρων ιστορικών γεγονότων είναι κάτι το απολαυστικό. Εδώ, λοιπόν, η ιδέα του ταξιδιού στο παρελθόν είναι τόσο εμπνευσμένη όσο κι απόλυτα πιστευτή και την όποια ο Sonnenfeld καταφέρνει να παρουσιάσει εξαιρετικά και με αξιοσημείωτη προσοχή ώστε να αποφύγει οτιδήποτε θα ακύρωνε τη βασική της σύλληψη. Γνωρίζει πώς να πει μια ιστορία με αξιοπρεπείς ρυθμούς προκαλώντας το γέλιο, ενώ παράλληλα διαθέτει κι ορισμένες δραματικές στιγμές που δίνουν στους χαρακτήρες περισσότερο βάθος.

Και μιας και μιλάμε για χαρακτήρες, το MiB3 διαπρέπει και σε έναν άλλο τομέα. Στην εξερεύνηση της ανεξιχνίαστης σχέση μεταξύ του πράκτορα J (Will Smith) και του πράκτορα K (Tommy Lee Jones). Και είναι αυτή ακριβώς η αναθεώρηση, δέκα χρόνια αργότερα, των γνωρίμων χαρακτήρων, που σου προκαλεί έντονα συναισθήματα, προσδίδει τον σωστό τόνο νοσταλγίας στην ταινία και την ανεβάζει πέρα από τις προσδοκίες. Η τελική σκηνή, δε, η οποία είναι συναισθηματική πληρωμή της ταινίας, είναι πολύ πιθανόν να σας φέρει δάκρυα στα μάτια . Με τον Barry Sonnenfeld στο τιμόνι και πάλι λοιπόν, το Οι «Άνδρες με τα Μαύρα ΙΙΙ» είναι ότι θα μπορούσαμε να ελπίζουμε και πολλά περισσότερα… ψυχαγωγία που δεν απαιτεί πολλή σκέψη διαθέτοντας όμως ουσία και καρδιά.

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Dark Shadows [1.5/5]

Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια. Και συγκεκριμένα από το 1990 και το Ο Ψαλιδοχέρης. Φυσικά μιλάω για το ντουέτο Burton/Depp, το οποίο μέχρι στιγμής μας έχει δώσει καλές και κακές ταινίες. Στο μυαλό μου το σκορ είναι τρία-τρία. Ο Ψαλιδοχέρης, Εντ Γουντ, Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη στα καλά. Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ, Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο Σοκολάτας στα κάκιστα. Οι προσδοκίες μου, λοιπόν, για τη νέα συνεργασία τους ήταν ανάμικτες. Χαμηλές μεν αλλά όχι μηδαμινές, λόγω του θέματος με το οποίο καταπιάνονται. Το «Dark Shadows» ήταν μια επιτυχημένη γκόθικ σαπουνόπερα. Λυκάνθρωποι, ζόμπι, τεχνητά τέρατα, μάγισσες, ταξίδια στον χρόνο, παράλληλα σύμπαντα, ήταν μερικά από τα χαρακτηριστικά της. Ιδανικό πρότζεκτ, σκέφτηκα αμέσως, για το υπέρ-επιτυχημένο δίδυμο. Πίστεψα πως είχαν την ευκαιρία να κάνουν κάτι πραγματικά ξεχωριστό με το συγκεκριμένο υλικό. Σκέφτηκα ότι ο Burton ήταν το τέλειο πρόσωπο για μεταφέρει το υλικό στη μεγάλη οθόνη, ή τουλάχιστον ο Tim Burton της δεκαετίας του 1980 και του 1990. Δυστυχώς, διαψεύθηκα.

Καλλιτεχνικά ιδιόμορφες, σκοτεινές, απόκοσμες, παράξενα όμορφες, σε αντίθεση με οτιδήποτε έχουμε δει μέχρι σήμερα. Αυτές είναι μερικές λέξεις και φράσεις που χαρακτήριζαν παλιότερα τις ταινίες του Tim Burton. Δυστυχώς, όμως, έχουμε να δούμε εδώ και καιρό μια τέτοια ταινία από εκείνον. Βλέποντας το «Dark Shadows», ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ακόμα ανιαρή, επαναλαμβανόμενη προσθήκη στη φιλμογραφία του Tim Burton, όπου πλέον το μοναδικό γούστο του στα γραφικά είναι πανταχού πάρων χωρίς να προσφέρει τίποτα καινοτόμο, τα διάφορα ιδιαίτερα σκηνικά που χρησιμοποίει, εδώ μεγάλα σπίτια με περίεργα έπιπλα, έχουν καταντήσει βαρετά και τα κοστούμια είναι θλιβερά τυπικά. Αυτό, όμως, ισχύει και για τις τρεις προηγούμενες συνεργασίες τους. Εδώ το πράγμα ξέφυγε κατά πολύ σε όλα τα επίπεδα. Γραμμένο από τον Seth Grahame-Smith (το μυθιστόρημα του οποίου, το Abraham Lincoln: Vampire Hunter, ετοιμάζεται να γίνει ταινία), το φιλμ δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι μια παρωδία, μια κωμωδία τρόμου, ένα ατμοσφαιρικό μελόδραμα και καταλήγει να είναι όλα μαζί και παράλληλα να μην είναι τίποτα απολύτως. Ο τόνος της ταινίας είναι αφηρημένος. Η έναρξη του είναι εξαιρετικά σοβαρή, μετά αποκλίνει και πάει προς το κλασσικό ύφος του Burton, τη μαύρη κωμωδία, μετά γίνεται λίγο θρίλερ, υστέρα πάει ξανά σε πιο σοβαρό ύφος και καταλήγει σε ένα εντελώς γελοίο φινάλε. Κι εμείς δεν ξέρουμε τι θα πρέπει να αισθανθούμε: κάποια αγωνία; Μυστήριο; Ενθουσιασμό; Ιδέα δεν έχω…

Και επειδή η ταινία δεν έχει αποφασίσει ποιο είδος θέλει να ακολουθήσει, η ιστορία της πλήττεται εξίσου. Μοιάζει λες και το σενάριο ήταν γραμμένο μισό όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα. Και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βρίθει από λάθη. Προχωράει από σκηνή σε σκηνή τυχαία χωρίς μια ισχυρή αφήγηση, δεν δίνεται καθόλου χρόνος για να αναπτυχτούν οι βασικοί χαρακτήρες, υπάρχουν πολλές σκηνές που, ειλικρινά, απλά δεν χρειάζονταν, ενώ κάποιες αποκαλύψεις της τελευταίας στιγμής για ορισμένους χαρακτήρες περιλαμβάνονται μόνο για τη δημιουργία σίκουελ. Νομίζω, ειλικρινά, ότι ο Burton απλά δεν ήξερε τι ήθελε να κάνει με την ταινία και το χειρότερο δεν φάνηκε καν να τον νοιάζει. Σίγουρα το πιο «τεμπέλικο» έργο της καριέρας του. Μια ακόμα μεγάλη αδυναμία είναι η επιλογή του Burton να χρησιμοποιήσει τους ίδιους ηθοποιούς από όλες του τις ταινίες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έχουμε την Helena Bonham Carter σε έναν ακόμα καρικατουρίστικο ρόλο και τον Johnny Depp με διαφορετική περούκα. Michelle Pfeiffer, Jackie Earle Haley, Jonny Lee Miller, Bella Heathcote και η Chloe Grace Moretz είναι τρομερά υποχρησιμοποιημένοι (δεν θα αναφερθώ καν στον Christopher Lee). Η μόνη που ξεχωρίζει πραγματικά είναι η Eva Green. Να πω εδώ ότι το μουσικό σκορ, του επίσης μόνιμου συνεργού του Burton, Danny Elfman, δεν είναι καν άξιο λόγου.

Στην τελική, μια μετριότητα που όσο περισσότερο τη σκέφτομαι, τόσο περισσότερο δεν μου αρέσει. Μάλλον θα ακολουθήσω το παράδειγμα του Burton και απλά δεν θα πολυασχοληθώ.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Fish n' Chips [3/5]


Ο Andy είναι Ελληνοκύπριος που ζει μόνιμα στην Αγγλία και εργάζεται σε ένα «φισάδικο» μαζί με τη Γερμανίδα φίλη του, Karin, και την έφηβη κόρη της, Emma, ενώ παράλληλα φροντίζει και την, πάσχουσα από αλτσχάιμερ, μητέρα του. Έχοντας βαρεθεί τη ζωή στο Λονδίνο και για λόγους υγείας της μητέρας του, αποφασίζει ότι είναι ανάγκη όλοι να επισκεφθούν την πατρίδα του. Αγοράζει τα εισιτήρια και οι τέσσερις εμφανίζονται στο κατώφλι του αδελφού του στην Κύπρο. Εκεί, ο Andy πείθεται ότι έχει βρει την απάντηση στα προβλήματα του, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιήσει τις αποταμιεύσεις του προκειμένου να ανοίξει ένα δικό του «φισάδικο» στη θάλασσα. Αλλά η αφομοίωση σε έναν τόπο δεν είναι τόσο εύκολη όσο φαίνεται για έναν άνθρωπο που δεν ξέρει πραγματικά τη χώρα απ' όπου κατάγεται.

Ο πρόσφατα βραβευμένος από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου σαν καλύτερος πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Ηλίας Δημητρίου, έχοντας ο ίδιος Βρετανική, Ελληνική και Κυπριακή υπηκοότητα, ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Καταφέρνει να αφηγηθεί με όμορφη κινηματογράφηση μια συγκινητική ιστορία που βλέπεται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, μιας και διαθέτει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, σωστές και δυνατές ερμηνείες και εξαιρετική μουσική επένδυση. Η ταινία του επικεντρώνεται κυρίως στους ήρωες του και στα συναισθήματα τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ασχολείται και με αλλά θέματα. Μιλάει για τα όνειρα και τις ψευδαισθήσεις μιας χώρας εξιδανικευμένης για όσους είναι μακριά, άλλα και αδυσώπητα σκληρής όταν τη ζήσεις από κοντά.

Η ιστορία που διηγείται αφορά τη ζωή, την αγάπη, τη χώρα, το πεπρωμένο και το πώς όλοι επιβιώνουμε σε αυτόν τον δύσκολο και πάντα μεταβαλλόμενο κόσμο. Όλα αυτά, όμως, δυστυχώς ειπωμένα με έναν άνευρο σεναριακό ρυθμό. Οι ιδέες που ο Δημήτριου θέλει να μοιραστεί (για το αίσθημα πιστής σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια έτσι όπως την ήξεραν οι γονείς μας, κοκ) υποφέρουν κάτω από το βάρος των ελαττωμάτων της αφήγησης, πράγμα που στερεί από την ταινία αυτό το έξτρα που θα μας έκανε να μιλάμε για μια εξαιρετική, κι όχι απλά καλή, ταινία.

Παρά τα μειονεκτήματα του, το «Fish n` Chips» διατηρεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο σε όλη τη διάρκεια του, που καταφέρνει να σου μεταδώσει συναισθήματα και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σου μέχρι το απρόσμενο κι αλληγορικό τους τέλος.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Ghost Rider: Spirit of Vengeance [0/5]

Η καριέρα του Nicolas Cage είναι άξια μελέτης. Είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος πώς ένας από τους πιο αξιοσέβαστους υποκριτικά ηθοποιούς (μην ξεχνάμε ότι έχει κερδίσει και Οσκαρ) εξακολουθεί να γίνεται δημόσιος περίγελος και μάλιστα κατ` επιλογή. Σαν ένας άλλος Johnny Blaze, φαίνεται να έχει κάνει κι ο ίδιος συμφωνία με τον διάβολο, αφού προκειμένου να αυξηθεί ο λογαριασμός της τραπέζης του με κάποια παραπάνω μηδενικά, δέχεται και πρωταγωνιστεί σε μερικές από τις χειρότερες ταινίες των τελευταίων ετών. Τι να πρωτοθυμηθώ, το Trespass, το Drive Angry; Η μια παταγώδης αποτυχία διαδέχεται την άλλη και όπως φαίνεται σταματημό δεν έχει…

Τίποτα, όμως, πιστεύω δεν θα μπορέσει να αγγίξει τον βαθμό αθλιότητας που έφτασε το «Ghost Rider: Το Πνεύμα της Εκδίκησης». Πρώτη μα πρώτη φορά δεν βρήκα σε ταινία ούτε μια πτυχή της που να μου αρέσει. Η υποκριτική, το CGI, τα πλάνα, το στυλ και η ιστορία αγγίζουν όλα τα όρια της γελοιότητας. Η πρώτη ταινία, τουλάχιστον (και δεν το πιστεύω ότι το γραφώ αυτό), διέθετε ένα σκοτεινό ύφος με μερικές διασκεδαστικές στιγμές φόβου και μια πλοκή που ήταν και εύκολη να παρακολουθήσεις και που σου τράβαγε, έστω και στο ελάχιστο, το ενδιαφέρον. Ήταν ένα διασκεδαστικό b-movie τυλιγμένο σε μια υψηλού προϋπολογισμού καραμέλα. Αυτή τη φορά, οι δημιουργοί του Crank έφτιαξαν κάτι που μοιάζει να είναι ένα master-class τού πώς να γυρίσεις φρικτές ταινίες. Με ένα σενάριο δύο σελίδων τραβηγμένο από τα μαλλιά, γεμάτο αδιάφορες πλοκές και στερεοτυπικούς διαλόγους, το έργο διαθέτει σκηνές τόσο κακές στην σύλληψη τους, που δεν μπορούν να περιγραφτούν και καταστάσεις που δεν πείθουν δυστυχώς κανέναν. Η απουσία στοιχειώδους ρυθμού, τα τυχαία σβησίματα σε μαύρο, η υποτυπώδης επεξεργασία στο post-production, η άτσαλη κινηματογράφηση και η τραγική και υπερβολική υποκριτική του Nicolas Cage τοποθετούν την ταινία στην κορυφή των χειρότερων που θα δεις στη ζωή σου.

Με λίγα λόγια, έχουμε να κάνουμε με ένα (κόστους 57 εκατομμυρίων δολαρίων, παρακαλώ) αφόρητο, αδικαιολόγητο, περιττό, χωρίς φαντασία και γενικά ανεπιθύμητο σίκουελ. Οι δημιουργοί του δεύτερου Ghost Rider κατάφεραν να κάνουν μια ταινία χειρότερη από την πρώτη. Άθλος, πραγματικά…

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Haywire [1.5/5]

Μία λέξη μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό καθώς παρακολουθούσα την ταινία… ανούσια. Και αυτό γιατί το Η «Τιμωρός» είναι μια πολύ «στέγνη» ταινία. Με την έννοια ότι τίποτα δεν λειτουργεί σωστά.

Πραγματικά, από πού να αρχίσω και πού να τελειώσω. Για αρχή, για όσους δεν το ξέρουν, η πρωταγωνίστρια Gina Carano είναι αθλήτρια του kickboxing και έχει εμφανιστεί και στο διάσημο τηλεοπτικό πρόγραμμα της Αμερικής, American Gladiators, με την ονομασία «Crush». Πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι ηθοποιός. Οι δημιουργοί προφανώς το γνωρίζουν αυτό, γι’ αυτό και της έχουν γράψει για να λέει μόνο σύντομες προτάσεις. Και αυτές όμως, δυστυχώς, δεν της λέει καλά. Όλα εντάξει, όμως, είναι μια ταινία δράσης. Μπορώ να δικαιολογήσω τη μέτρια υποκριτική. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω όμως ότι υπήρχε λίγο έως καθόλου σενάριο. Και ακόμα κι αυτό το λίγο δεν το λες και πρωτότυπο. Η Carano είναι μια πράκτορας που προδίδεται από τους συναδέλφους της. Φοβερό! Δεν το έχουμε ξαναδεί πουθενά. Ειλικρινά, πιστεύω ότι έχει στερέψει το Χόλιγουντ από ιδέες. Αλλά εντάξει, το προσπερνώ κι αυτό… είναι μια ταινία δράσης. Ποιος χρειάζεται καλές ερμηνείες ή πλούσιο σενάριο; Ωστόσο, δεν νομίζω ότι οι ταινίες δράσης πρέπει να είναι τόσο βαρετές. Έχω δει ακριβώς τις ίδιες σκηνές μάχης σε είκοσι άλλες ταινίες. Δεν υπήρχε ούτε μια πρωτοτυπία. Η ταινία πάσχει επίσης από το γεγονός ότι δεν έχει κλιμάκωση, απλά τελειώνει.

Για να συνοψίσω, το «Η Τιμωρός» είναι σκηνοθετημένο με επιδεξιότητα και γούστο (πράγμα που περιμένεις από τον Soderbergh), διαθέτει, δε, και μερικές πνευματώδης ατάκες εδώ και εκεί. Ωστόσο, λόγο του ολίγων τι ασαφή αλλά παράλληλα προβλεπόμενου σεναρίου και της ξύλινης ερμηνείας της πρωταγωνίστριας, το έργο απλά δεν σου κινεί το ενδιαφέρον.