Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

X-Men: Days of Future Past [4/5]

Είμαι στην ευχάριστη θέση να αναφέρω ότι το «X-Men: Ημέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος» είναι η ταινία X-Men που όλοι περιμέναμε. Απαλλαγμένη από την απαραίτητη παρουσίαση κι επεξήγηση των χαρακτήρων, αυτή η επιδέξια και ταχύτατη ταινία αποτελεί μια επιστροφή στη δράση των κόμικς σε συνδυασμό με πλούσιο συναίσθημα, δημιουργώντας ένα ελκυστικό πακέτο για τους φαν του κόμικς, τους φαν των προηγούμενων ταινιών, αλλά και όσους αγαπούν το σινεμά.

Με τον σκηνοθέτη Bryan Singer στη σκηνοθετική καρέκλα, αυτή η φιλόδοξη περιπέτεια της Marvel χρησιμοποίει το στοιχείο του ταξιδιού στον χρόνο ως εφαλτήριο για το ξεδίπλωμα μιας αχαλίνωτης δημιουργικότητας και φαντασίας. Με τον Matthew Vaughn να έχει καλύψει στην προηγούμενη ταινία τη δεκαετία του 1960, ο Singer αναλαμβάνει τη δεκαετία του 1970 και τα δίνει όλα. Λαμπτήρες λάβας, στρώματα νερού, δερμάτινα μπουφάν, φωτοβολίδες και κιτς μαλλιά αφθονούν, οι τοποθεσίες αλλάζουν από τη Νέα Υόρκη στη Μόσχα, την Κίνα, το Βιετνάμ, το Παρίσι και την Ουάσιγκτον, για να φτάσουμε στην άκρως θεαματική και κλιμακούμενη σεκάνς μπροστά από τον Λευκό Οίκο, κάθε κομμάτι της δράσης αλλά και τα ειδικά εφέ χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση της αφήγηση, ενώ το καστ -τόσο από την κλασική τριλογία, όσο κι από το First Class- βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, με τους Jackman, McAvoy, Fassbender και Lawrence να αποτελούν την καρδιά της ταινίας και να την ανυψώνουν στο μέγιστο.

Ίσως, όμως, το πιο εκπληκτικό πράγμα σε αυτή την ταινία να είναι το πόσο σημαντική είναι. Διατηρώντας την αίσθηση του κίνδυνου και της διασκέδασης σε υψηλή δοσολογία, είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι για ακόμη μία φορά, αλλά πολύ πιο ουσιαστικά, το σενάριο της τελευταίας ιστορίας των X-Men είναι έντονα ανθρωπιστικό. Δεν μένει όμως μόνο στον παραλληλισμό του «μεταλλαγμένου» σε σχέση με τον παράλογο φόβο των ανθρώπων για ανθρώπους που είναι λίγο διαφορετικοί. Όχι, καταφέρνει και τονίζει τη σημασία ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον που διαμορφώνουμε τώρα. Τα πράγματα που κάνουμε τώρα έχουν σημασία και μπορεί να έχουν επιπτώσεις πολύ πιο πέρα από αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Και εκεί είναι το μεγαλείο της. Η πλοκή σαν πλοκή μπορεί περιστασιακά να αψηφά τη λογική, αλλά η λογική δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία, αφού η λάμψη των ιδεών και η εκτέλεσή τους είναι κάτι περισσότερο από αρκετή για να κάνει αυτό το X-Men μια πέρα για πέρα εξαιρετική ταινία.

Φρέσκο και πολυεπίπεδο, το «X-Men: Ημέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος» είναι ένα καλά ισορροπημένο, έξυπνο κι ευφάνταστο σίκουελ που ανεβάζει τον πήχη στα ήδη γερά θεμέλια του συγκεκριμένου franchise. Ο Bryan Singer τιθασεύει ένα λαμπρό καστ, ανανεώνει τις απόψεις μας για τους X-Men και δημιουργεί μια ταινία με εκθαμβωτικά ειδικά εφέ, γρήγορο ρυθμό, τεταμένη σκηνοθεσία και σπουδαίο νόημα. Με λίγα λόγια: Καθηλωτική!

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Godzilla [3.5/5]

Ναι, είναι γεγονός: ο νέος «Godzilla» του Gareth Edwards εκπληρώνει τις προσδοκίες προσφέροντας θεαματικά οπτικά εφέ, έναν εξαιρετικό και σκοτεινό σχεδιασμό παραγωγής και ένα υπέροχο μουσικό σκορ από τον Alexandre Desplat, που εκπέμπει φόβο σε ολόκληρη τη διάρκεια του έργου. Είμαι μαγκωμένος και βάζω τρεισήμισι αστεράκια για δύο λόγους. Πρώτον ίσως είναι δύσκολο για κάποιους να βρουν ενδιαφέρουσα την ανθρώπινη πλευρά της ιστορίας. Δεύτερον υπάρχει μια αδιαπέραστη σοβαρότητα και μια έντονη έλλειψη του χιούμορ που προσδίδει μια βαρύτητα η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Αυτοί οι δυο λόγοι αποτρέπουν την ταινία από το να πλησιάσει τον χαρακτηρισμό του αριστουργήματος, επιτρέποντας της όμως παράλληλα να διατηρήσει την αίσθηση του b-movie που με τον προϋπολογισμό ενός μπλοκμπάστερ μετατρέπεται σε μια από τις πιο ωραίες ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έχουμε δει τελευταία.

Πιο συγκεκριμένα, τα περισσότερα εύσημα πρέπει να αποδοθούν στο σενάριο της ταινίας. Όχι στο σύνολο του, αλλά σε εκείνο το μέρος που ασχολείται με τα τέρατα. Υπάρχει μια πονηριά για το πώς το σενάριο του άγνωστου Max Borenstein και του Dave Callaham («Οι Αναλώσιμοι») μας παρουσιάζει την αλληγορία του για έναν φυσικό κόσμο που είναι τόσο αδιάφορος για μας και που θα πρέπει να μας φοβίζει πολύ περισσότερο από οποιοδήποτε τέρας. Ενώ ακόμα πιο έξυπνος είναι ο τρόπος που μας απορρόφα στην πλοκή του, αφήνοντας μας να νομίζουμε ότι είμαστε ανώτεροι από αυτά που βλέπουμε στην οθόνη και μοιάζουν ηλίθια κι απλά, μόνο και μόνο για να μας υπενθυμίσει στη συνέχεια ότι δεν είμαστε τόσο έξυπνοι όσο νομίζουμε. Προκειμένου να μην αναφερθώ στην πλοκή, θα πω απλά ότι το σενάριο έχει ήδη σκεφτεί αυτό το πράγμα που εσείς σκεφτήκατε και, πριν το καταλάβετε, σας δίνει την απάντηση στο ερώτημα που έχετε στο κεφάλι σας.

Σειρά στη λίστα θετικών στοιχείων έχει η ανυπέρβλητη σκηνοθεσία του Gareth Edwards που το 2010 εντυπωσίασε με την ανεξάρτητη ταινία του, «Monsters». Με σαφέστατες επιρροές τόσο από το «Τζουράσικ Παρκ» όσο και από το «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» του Spielberg, χωρίς όμως να μιλάμε για μιμητικό χαρακτήρα, η ταινία χάρη στην μαεστρία, τον ρυθμό και την ικανότητα του σκηνοθέτη να σου μεταδίδει την αίσθηση του τεράστιου, ανταποκρίνεται με επιτυχία εκεί που πρέπει και καθηλώνει. Χωρίς να βασίζεται ολοκληρωτικά στα ειδικά εφέ, όπως τόσες άλλες υπερπαραγωγές, το «Godzilla» διαθέτει μια εξαιρετικά ψύχραιμη κι ατμοσφαιρική σκηνοθεσία που, τοποθετώντας τη δράση τη νύχτα και στη βροχή ή ανάμεσα σε σκόνη, καπνό κι ομίχλη, πολλές φορές προκαλεί τη φαντασία μας με τέτοιο τρόπο που αποτελεί κι αυτή κομμάτι της οπτικής απόλαυσης του έργου.

Η μόνη πραγματική απογοήτευση στην ταινία είναι οι άνθρωποι. Οι σεναριογράφοι, μετά τους εξαιρετικούς και άκρως ενδιαφέροντες τίτλους αρχής στους οποίους αναφέρεται η πυρηνική προέλευση της ιστορίας, δημιουργούν χαρακτήρες με σάρκα και οστά, με αποτέλεσμα όταν η ταινία δεν τους χρειάζεται πια να υπάρχει μια πραγματική αίσθηση της απώλειας. Οι χαρακτήρες κλειδιά που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας είναι γεγονός ότι παύουν να είναι ενδιαφέροντες και ο σκηνοθέτης προσπαθεί να αντισταθμίσει την κατάσταση αυτή με τη χρήση απίστευτα φοβερών ηθοποιών που ανεβάζουν το επίπεδο, αλλά και μια διάχυτη σοβαροφάνεια που δεν εξυπηρετεί τίποτα. Και αυτό γιατί, αν παίρναμε οποιονδήποτε από τους τρεις βασικούς αντρικούς χαρακτήρες (τον Bryan Cranston, τον Aaron Taylor-Johnson και τον Ken Watanabe) και τους αλλάζαμε θέσεις με τους γυναικείους χαρακτήρες (Juliette Binoche, Elizabeth Olsen και Sally Hawkins), δεν θα γίνονταν το ανθρώπινο δράμα της ταινίας ούτε στο ελάχιστο πιο ενδιαφέρον, αφού η ανθρώπινη δυναμική που χτίζουν εδώ οι δυο σεναριογράφοι είναι χιλιοειπωμένη σε δεκάδες ταινίες.

Το παραπάνω, όμως, όσο κι αν ενοχλεί, αποτελεί ούτως ή άλλως ένα εγγενές πρόβλημα μιας τέτοιας ταινίας. αφού, από ένα σημείο και μετά, σε μια ταινία που τη χτίζεις για να τελειώσει με ένα γιγαντιαίο τέρας να καταστρέφει πόλεις, κανένα πρόσωπο και χαρακτήρας δεν έχει σημασία. Αν προσαρμοστείτε σε αυτή τη λογική του Χόλιγουντ, είναι λίγα εκείνα που θα σας σταματήσουν από το να απολαύσετε το «Godzilla». Η συμβουλή μου, λοιπόν, είναι να αφήσετε οποίες ανησυχίες έχετε σχετικά με την ανάπτυξη χαρακτήρων ή τους διαλόγους και να επιτρέψετε στον εαυτό σας να απορροφηθεί από αυτήν την επιδέξια σχεδιασμένη και άκρως διασκεδαστική ταινία καταστροφής.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

The Double [3/5]

Ο βρετανικός κωμικός ηθοποιός Richard Ayoade τράβηξε την προσοχή της κινηματογραφικής βιομηχανίας το 2010 με το ντεμπούτο του, «Υποβρύχιο», μια έξυπνη προσαρμογή του μυθιστορήματος του Joe Dunthorne με το ίδιο όνομα. Σχεδόν τρία χρόνια μετά επιστρέφει με το «Ο Σωσίας», μια ταινία βασισμένη πάλι σε λογοτεχνική πηγή, αυτή τη φορά όμως από τον ρώσο συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και τη δυστοπική νουβέλα του. Μεταφέροντας την ιστορία του Ντοστογιέφσκι από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα στη Ρωσία σε μια εναλλακτική εκδοχή της μεταπολεμικής Αμερικής, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Richard Ayoade έχει δημιουργήσει μια θαυμάσια ψυχολογική μαύρη κωμωδία μεν, με δυο-τρία προβληματάκια δε.

Εμφανέστατα επηρεασμένη από το έργο άλλων σκηνοθετών, η ταινία του Ayoade είναι από εκείνες που διαθέτουν εξαιρετικές επιμέρους στιγμές και όχι ένα συνεκτικό σύνολο. Σεναριακά μοιάζει παγιδευμένη ανάμεσα σε μια μάζα ιδεών που ποτέ δεν σταθεροποιείται σε μια πραγματικά ικανοποιητική κινηματογραφική ροή. Είναι μια ταινία για την απομόνωση; Την παράνοια; Την αυτοκαταστροφή; Την έννοια του εαυτού; Τις πιέσεις της κοινωνίας; Όλα αυτά τα υπαινίσσεται, αλλά ποτέ δεν εμβαθύνει σε κάποιο συνολικά στην περιπλοκή πλοκή του.

Στην προσπάθεια του να καλύψει τα όποια σεναριακά θέματα, ο Ayoade διαπρέπει στη σκηνοθεσία. Χρησιμοποιώντας εκλεκτικές μεθόδους για να τραβήξει την προσοχή του κοινού, καταφέρνει να δημιουργήσει μια απτή αίσθηση απειλής και μια σκοτεινών αποχρώσεων ατμόσφαιρα. Κάθε πλαίσιο πνίγεται σε μια τεχνητή μαυρίλα, σκληρά μέταλλα και ξεπερασμένα τεχνολογικά αμαλγάματα χρησιμοποιούνται ως φαινομενικά υψηλής τεχνολογίας συστήματα γραφείου. Καταφέρνει και κατασκευάζει έναν σουρεαλιστικό, συναισθηματικό κόσμο, απόλυτα συνυφασμένο με τον τίτλο του έργου. Μια πραγματική απόλαυση για τα μάτια και τα αυτιά.

Φυσικά, το όλο εγχείρημα ανεβάζει και το ερμηνευτικό κομμάτι του έργου. Έχοντας τον δύσκολο ρόλο της ερμηνείας δύο εκδοχών του ίδιου χαρακτήρα, ο Eisenberg είναι εντυπωσιακός αποδίδοντας λεπτομερέστατα, συναισθηματικά, αλλά και κινησιολογικά τις διαφορές των δύο χαρακτήρων. Η Wasikowska, από την άλλη, έχοντας τον πιο σημαντικό υποστηρικτικό ρόλο, είναι εξίσου εξαιρετική υπενθυμίζοντας μας την ερμηνευτική της αξία. Και γενικά, ολόκληρο το υπέροχο καστ των μυστηριωδών χαρακτήρων προσθέτει στρώματα βάθους κι ανθρωπιάς σε μια ιστορία που απειλείται από το ίδιο της το σκοτάδι.

Στο δια ταύτα, όμως, είναι ο «Σωσίας» μια ταινία που απευθύνεται σε όλους; Όχι, φυσικά όχι. Αλλά ο ταυτόχρονα φουτουριστικός και vintage σχεδιασμός της παραγωγής, οι ερμηνείες και η σουρεαλιστική κι αλλοπαρμένη ατμόσφαιρα του είναι αρκετά για να διατηρήσουν το ενδιαφέρον σε μια ταινία που ποτέ δεν είναι σίγουρη για το τι θέλει να είναι, τι θέλει να πει ή το πώς θέλει να το πει.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Night Moves [3/5]

Ασχολούμενη με ισχυρογνώμονες χαρακτήρες που μαστίζονται από δυσάρεστες εσωτερικές συγκρούσεις σε ένα περιβαλλοντολογικό υπόβαθρο, η νέα ταινία της Kelly Reichardt («Το Πέρασμα του Μικ», «Γουέντι & Λούσι») ακολουθεί μια ομάδα οικολόγων ακτιβιστών που σχεδιάζουν να ανατινάξουν ένα φράγμα και προσπαθεί, μέσα από την ιστορία τους, να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα τύπου: μέχρι πού θα φτάνατε για να υπερασπιστείτε ένα λειτούργημα; Ο σκοπός αγιάζει πάντα τα μέσα;

Η αποκάλυψη πολλών στοιχείων της ιστορίας μπορεί να ζημιώσει την εμπειρία της ταινίας, γι` αυτό θα προσπαθήσω να προχωρήσω όσο πιο αόριστα μπορώ, λέγοντας απλά ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ταινία δύο μισών. Το πρώτο μισό είναι η οργάνωση και πραγματοποίηση του σχεδίου και το δεύτερο τα επακόλουθα. Η Reichardt μαζί με τον συν-σεναριογράφο της, Jon Raymond, και το ταλαντούχο καστ της μοιάζουν να αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος στο πρώτο μισό περιγράφοντας μας τη διαδικασία μέσω της οποίας οι χαρακτήρες συγκεντρώνουν τα υλικά κι εκφράσουν τη ριζοσπαστική τους δράση.

Όποιος είναι εξοικειωμένος με τις προηγούμενες ταινίες της Reichardt, θα παρατηρήσει αυτόματα το γνώριμο ύφος της που αποτελείται από μακρινά πλάνα, φυσικό φωτισμό, ελάχιστη μουσική, αλλά και αργό ρυθμό. Και μπορεί ο ρυθμός στις παλιότερες ταινίες της να δοκίμαζε την υπομονή μερικών θεατών, εδώ όμως η σκόπιμα χωρίς βιασύνες αφήγησή της δημιουργεί πραγματικά μια συναρπαστική ατμόσφαιρα. Αναλύοντας μας κάθε λεπτομέρεια της αποστολής τους, η Reichardt καταφέρνει κι εγχέει ένταση και αγωνία σε κάθε βήμα, δημιουργώντας σου μια προσμονή για το τι θα γίνει παρακάτω. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα σοβαρό θρίλερ για πραγματικούς ανθρώπους που κάνουν πιστευτά πράγματα.

Δυστυχώς, όμως, καθώς η ιστορία αρχίζει και γυρίζει τροχούς, ξετυλίγοντας τις απρόβλεπτες συνέπειες των πράξεων των πρωταγωνιστών, η ελαφρότητα του σεναρίου κάνει αισθητή την παρουσία της, οδηγώντας τους κύριους χαρακτήρες σε ένα γνώριμο μελοδραματικό μονοπάτι που η Reichardt προσπαθεί να σκηνοθετήσει με πρωτοτυπία. Όσο όμως κι αν χρησιμοποιεί εικόνες που χρησιμεύουν ως εξαιρετικά ειρωνικά και διαυγή στοιχεία ενίσχυσης των ντοστογιεφσκικών ηθικών διλημμάτων των πρωταγωνιστών και όσο κι αν αποφεύγει διακριτικά να μην σπρώξει μια ατζέντα αφού ούτε αγιοποιεί ούτε καταδικάζει τον ακτιβισμό, το «Night Moves» χάνει την εστίασή του και ως ένα βαθμό το παιχνίδι.

Σε κάθε περίπτωση όμως και παρά τις ατέλειές του, το «Night Moves» δεν παύει να είναι ένα έξυπνο θρίλερ και μια στοχαστική περισυλλογή σχετικά με την απερισκεψία των καλών προθέσεων.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Labor Day [3.5/5]

Όταν μια νέα ταινία του Jason Reitman κυκλοφορεί, υπάρχουν μερικά πράγματα που σίγουρα μπορείτε να περιμένετε παρακολουθώντας την. Ξέρετε ότι θα παρακολουθήσετε ένα εξαιρετικό καστ να δίνει εξαίσιες ερμηνείες, ξέρετε ότι θα ακούσετε ένα υπέροχο soundtrack και το πιο πιθανό από όλα είναι ότι θα γελάσετε και θα κλάψετε χάρη στον συνδυασμό συναισθημάτων που σου προκαλούν οι ταινίες του. Μακριά από όλα τα παραπάνω βρίσκεται το «Labor Day», το νέο του κινηματογραφικό εγχείρημα, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Joyce Maynard: μια ταινία που επεκτείνει τα όρια των κινηματογραφικών ειδών που μπορεί να σκηνοθετήσει.

Καταφέρνοντας όπως πάντα να πάρει μια βάση και να την ξεψαχνίσει με τρόπο πλούσιο, το «Labor Day» επιτρέπει στον σκηνοθέτη να μας παρουσιάσει τρεις κεντρικούς χαρακτήρες χωρίς περισπασμούς. Ομοίως, τα τρία αστέρια της ταινίας (Kate Winslet, Josh Brolin και Gattlin Griffith) απεικονίζουν την ουσία των προβληματικών χαρακτήρων τους με ωμή ειλικρίνεια και πίστη. Μέσω πανέμορφων πλάνων και δυσοίωνης περιστασιακά μουσικής, αυτό το μοναδικό δράμα εκτυλίσσεται με έναν τρόπο συναρπαστικό κι ακαταμάχητο, αναγκάζοντάς σε να βυθιστείς στην ιστορία. Ο Reitman συνυφαίνει ένα κινηματογραφικό μωσαϊκό που είναι διακριτικό, αφοπλιστικά προκλητικό και παντελώς δύσκολο να αγνοήσεις, εκθέτοντας τις ανάγκες της αγάπης και τα οφέλη που η υπομονή και οι ανοιχτές καρδιές προσφέρουν.

Επειδή είναι τόσο εύκολο να αισθανθείς τα συναισθήματα στην οθόνη, το σενάριο της ταινίας είναι εκείνο που μπορεί να κατηγορηθεί για τα όποια μειονεκτήματα του έργου. Εάν, όμως, μια μη ρεαλιστική πλοκή κάνει μια ταινία να μην αξίζει να την παρακολουθήσετε, τότε αυτό θα απέκλειε τις μισές ταινίες που κυκλοφορούν κάθε χρόνο. Το «Labor Day» δεν είναι μόνο μια ειλικρινής ιστορία αγάπης και ένα δράμα για μια διαλυμένη οικογένεια, είναι και μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά κι ένα ειλικρινές μάθημα για τα μπερδεμένα συναισθήματα που οι άνθρωποι βιώνουν (φόβο, πίστη, αγάπη). Υπήρχαν τόσες πολλές στιγμές που με ξάφνιασαν σχετικά με το πώς ο Reitman αποφάσισε να προσεγγίσει και να χειριστεί περίπλοκες σχέσεις, διερευνώντας καταστάσεις κι ανθρώπους που κάνουν το αντίθετο από ό,τι θα περίμενε κανείς.

Ενώ στον πυρήνα της είναι απλά μια ιστορία για τρία άτομα, υπάρχουν τόσα πολλά στρώματα και τόσο πολύ περισσότερο βάθος. Αν είστε πρόθυμοι λοιπόν να ανοίξετε τα μάτια σας και να την αποδεχτείτε, θα αντιληφθείτε ότι το «Labor Day» είναι μια μεγάλη ιστορία αγάπης. Μια ταινία που θα σας πείσει ότι όλοι έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία στην ευτυχία και ότι η αγάπη μπορεί να επιβιώσει κάτω από τις πιο εξωφρενικές συνθήκες.