Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

St. Vincent [2/5]

Με μια καριέρα της οποίας η αναγέννηση βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, ο Bill Murray απολαμβάνει στις μέρες μας τέτοιου είδους αποδοχή από το κοινό και τέτοια επιτυχία που κάποιοι δεν την εισπράττουν σε ολόκληρη την καριέρα τους. Σημαντικό παράγοντα σε αυτήν την αναζωογόνηση -πέρα από το ότι είναι πάρα πολύ cool τύπος- έπαιξε φυσικά το γεγονός ότι ο ίδιος ως ηθοποιός ξέρει να διαλέγει τα σωστά, υψηλού επιπέδου, ανεξάρτητα σενάρια («Χαμένοι στη Μετάφραση», «Τσακισμένα Λουλούδια»), έχει από κοντά τον Wes Anderson και φυσικά δεν φοβάται να παίξει και σε μια-δυο καλτ κωμωδίες («Zombieland»).

Η παρουσία του στον πρωταγωνιστικό ρόλο του «St. Vincent: Ο Αγαπημένος μου Άγιος» είναι ταυτόχρονα το προσόν της ταινίας, αλλά και το μεγαλύτερο μειονέκτημά της. Είναι σαφέστατα τεκμηριωμένη η απόλαυση του να βλέπεις τον Bill Murray να παίζει τον «κόπανο». Δυστυχώς, όμως, ο ρόλος του οξύθυμου γείτονα της διπλανής πόρτας που υποδύεται εδώ μοιάζει κλισέ προκατασκευασμένος. Πατώντας υπερβολικά πολύ στην περσόνα που ο ίδιος ο Murray έχει πλάσει έξω από το κινηματογραφικό πανί, ο χαρακτήρας του στην ταινία είναι έτσι γραμμένος λες και το έργο θέλει απεγνωσμένα να μας διαβεβαιώσει ότι όλα όσα λέγονται για αυτόν και τη συμπεριφορά του είναι αλήθεια.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μετρίαση, από ένα σημείο και μετά, του ενδιαφέροντος του κοινού για τον πρωταγωνιστή, αλλά και τη λανθασμένη, από μεριάς σεναρίου, δημιουργία καταστάσεων και στιγμών που δυσχεραίνουν την ήδη ισχνή πλοκή του έργου και δεν της επιτρέπουν να πάρει ρίσκα. Μια ταινία λοιπόν που φαίνεται να έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά με σκοπό να αφήσει τον κ. Murray «να κάνει τα δικά του», δεν μπορεί να μην πνίγεται στην αναποφασιστικότητα και τους συναισθηματισμούς. Ακόμα και έτσι, όμως, το ουσιαστικό σκηνοθετικό ντεμπούτο του Theodore Melfi είναι αστείο, συγκινητικό και ποτέ δεν σε προσβάλει.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

Dracula Untold [1.5/5]

Το 1897, δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα του Bram Stoker, «Δράκουλας». Το 1922, κυκλοφόρησε η πρώτη ταινία που παρουσίαζε τον διάσημο βρικόλακα με τον τίτλο «Νοσφεράτου, μια Συμφωνία Τρόμου». Από τότε ο ήρωας δεν έχει πεθάνει: σίκουελ, ριμέικ, επανεκδόσεις, έχουν μετατρέψει τον κόμη σε βασικό προϊόν της χολιγουντιανής και μη παραγωγής. Φέτος, έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των ταινιών ένα πρίκουελ, ισχυριζόμενο ότι το σενάριο, γραμμένο από τους Matt Sazama και Burk Sharpless, είναι η «ανείπωτη» ιστορία του μύθου.

Όπως το «Maleficent», πριν από αυτό, η ταινία του Gary Shore παίρνει έναν εγγενώς κακό ήρωα και προσπαθεί να τον εξανθρωπίσει μέσω μιας ιστορίας προέλευσής του. Εδώ ο άρχοντας του σκότους παρουσιάζεται ως ο πρίγκιπας της Βλαχίας, Βλαντ Γ` Τσέπες (ή αλλιώς Βλαντ ο Ανασκολοπιστής), του οποίου το όνειρο να κυβερνήσει ένα ειρηνικό βασίλειο απειλείται από την εισβολή των Τούρκων με επικεφαλής τον σουλτάνο Μεχμέντ (Dominic Cooper). Η προσπάθεια όμως αναδημιουργίας του κινηματογραφικού αυτού «τέρατος» και η μετατροπή του σε έναν ήρωα δράσης, όσο θεμιτή κι αν είναι, δεν εκτελείται σωστά και το «Dracula Untold» καταλήγει να είναι μια αναίμακτη, χωρίς ουσιαστική προσωπικότητα ταινία.

Ενώ η «bigger is better» προσέγγιση από τον σκηνοθέτη Gary Shore, συνδυαζόμενη με τα εντυπωσιακά τοπία και την πλούσια φωτογραφία του John Schwartzman, προσφέρει υλικό για το μάτι, συνολικά το έργο προσπαθεί να ισορροπήσει πάνω στη λεπτή γραμμή μεταξύ της συνηθισμένης -πλέον- κινηματογραφικής δράσης και του γοτθικού στοιχείου, αλλά δεν καταφέρνει να είναι πλήρως αποτελεσματικό σε κανένα από τα δύο. Ως ταινία τρόμου, με εξαίρεση μία καλογραμμένη σκηνή μέσα σε μια σπηλιά, όλο το υπόλοιπο έργο είναι μονότονα ασφαλές, με φευγαλέες στιγμές εφιαλτικών σκηνών, που όμως κι αυτές είναι περιορισμένες από τη γυάλινη οροφή του PG-13. Ως περιπέτεια, το ανιαρό συναίσθημα συνεχίζεται, αφού από τη μια οι σκηνές δράσης πάνε χαμένες, γιατί αποτελούνται από ένα συνονθύλευμα χαοτικών πλάνων και ήχους κραυγών, ενώ από την άλλη έχει πέσει λίγη σκέψη σε αυτές, μια και μοιάζουν να είναι βγαλμένες από δεκάδες άλλες -καλύτερες- ταινίες.

Αυτό που κάνει το έργο πραγματικά να βλέπεται είναι ο ηθοποιός Luke Evans. Αν και δεν πλησιάζει ούτε στο ελάχιστο τους θρύλους που στο παρελθόν υποδύθηκαν τον εμβληματικό σκοτεινό πρίγκιπα (Bela Lugosi, Christopher Lee, Gary Oldman), παραδίδει μια έντονη ερμηνεία που σε κρατάει και σε κάνει να θες να δεις την ταινία μέχρι το τέλος. Αν όμως θέλει να γίνει αστέρι μεγάλου μεγέθους, χρειάζεται μια πολύ καλύτερη ταινία από το «Dracula Untold».