Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

War for the Planet of the Apes [3.5/5]

Όταν πριν από λίγα χρόνια ανακοινώθηκε ότι η 20th Century Fox θα αναβιώσει τον «Πλανήτη των Πιθήκων» του 1968 με τουλάχιστον τρεις ταινίες στους κινηματογράφους, το εγχείρημα αντιμετωπίστηκε με καχυποψία. Ωστόσο, όταν εμφανίστηκε το 2011 ο «Πλανήτης των Πιθήκων: Η Εξέγερση» του Ρούπερτ Ουάιατ, οι ανησυχίες εξαφανίστηκαν: η ταινία ήταν κάτι το φρέσκο, πολύ συναρπαστικό και έξυπνο. Στο δεύτερο μέρος, «Ο Πλανήτης των Πιθήκων: Η Αυγή», ο Ματ Ριβς αναλαμβάνοντας να την οδηγήσει, παραδίδει στο κοινό ένα έργο σκληρότερο, πιο ζοφερό με πλήρως υλοποιημένους χαρακτήρες, προθέσεις και φιλοδοξίες. Ο αγώνας μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είχε γίνει ένας σύγχρονος, τεχνικά έξυπνος κι ανθεκτικός κινηματογράφος. Η απόφαση η πλοκή να περιστρέφεται γύρω από τον Σίζαρ με το καστ να αλλάζει σε κάθε ταινία αποδείχθηκε μεγαλοφυής. Για ακόμα μια φορά στο σκηνοθετικό τιμόνι ο Ριβς επιχειρεί να οδηγήσει αυτή την τριλογία σε ένα άξιο τέλος.

Μετά τα καταστροφικά γεγονότα της «Αυγής», οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και πιθήκων είναι χειρότερες από ποτέ. Τα μέτωπα σκληρύναν, επικρατεί ένας πικρός αγώνας επιβίωσης με τους πιθήκους να θέλουν απλώς ειρήνη. Στο μέτωπο των ανθρώπων, ένας συνταγματάρχης παρεμβαίνει στα γεγονότα και επιτίθεται με όλη του την δύναμη εναντίον του Σίζαρ και των οπαδών του. Και κάπως έτσι ξεκινάει η «Σύγκρουση» χωρίς πολλές φανφάρες. Οι νέες συνθήκες διασαφηνίζονται γρήγορα και τίθενται πολύ σημαντικά σημεία για την περαιτέρω πρόοδο της ταινίας από το πρώτο κιόλας λεπτό. Κάπου εδώ επιτρέψτε μου να σας πω πως αν ψάχνετε για μια εύκολη στην κατανάλωση ποπ-κορν ψυχαγωγία, δεν θα μείνετε ευχαριστημένοι. Ο 51χρονος σκηνοθέτης και το επιτελείο του διηγούνται μια εξαιρετικά έντονη, μερικές φορές ενοχλητική ιστορία, μετατρέποντας το φιλμ περισσότερο σε ένα σκληρό πολεμικό δράμα παρά μια sci-fi περιπέτεια.

Ο Ριβς βασίζεται σε πραγματικά συναισθήματα και ανατροπές. Υπάρχει περισσότερος γειωμένος φόβος και θλίψη στην αφήγηση παρά παράλογα σχέδια, δράση και λανθασμένες αποφάσεις και συμπτώσεις. Αυτή η επιλογή δημιουργεί κάτι που στέκεται στο έδαφος και με τα δύο πόδια. Είναι ένα έργο το οποίο παρασύρει το κοινό σε μια νέα πορεία με τρομακτική ταχύτητα. Στο τρίτο μέρος της τριλογίας του «Πλανήτη των Πιθήκων» δεν υπάρχει ίχνος ματαιοδοξίας. Οι εικόνες είναι σκληρές, βρώμικες όπως οι πάσχουσες φιγούρες των δύο πλευρών που παλεύουν για την επιβίωση τους. Απελπισμένοι άνθρωποι ενάντια στους εκδικητικούς και βασανισμένους πιθήκους: δεν υπάρχει δίκαιο θέαμα. Η σκληρότητα ενός τέτοιου σεναρίου δεν είναι συγκαλυμμένη ή κρυμμένη. Η συναρπαστική ιδέα που ξεκίνησε στις προηγούμενες ταινίες εξελίσσεται, και εμείς μένουμε να την παρακολουθούμε ρουφώντας όλα τα μηνύματα που υπάρχουν μέσα από σύγκρουση των δυο ειδών.

Εκτός από το σενάριο, θα ήθελα να επισημάνω δύο ακόμη στοιχεία που ενισχύουν τη δυναμική του έργου. Πρώτα απ` όλα η μουσική του Μάικλ Τζιακίνο. Ο βραβευμένος με Όσκαρ συνθέτης του «Ψηλά στον Ουρανό», του «Star Trek» και του πρόσφατου «Spider-Man: Η Επιστροφή στον Τόπο του» έχει καταφύγει στους πιο πρωτόγονους και συναρπαστικούς ήχους για τη μουσική επένδυση της ιστορίας, συνθέτοντας ένα μεγαλειώδες soundtrack. Το άλλο σημείο που πρέπει να τονιστεί με κεφαλαία γράμματα και πολλά θαυμαστικά είναι τα οπτικά εφέ. Πέρα από τις εκρήξεις και τις ψηφιακά τελειοποιημένες εικόνες, η δουλειά που έχει γίνει στους χαρακτήρες των πιθήκων θα σας αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Υπήρχαν φορές που αναρωτιόμουν αν αυτό που βλέπω είναι αποτέλεσμα CGI ή ένας πραγματικός χιμπατζής. Από τις κινήσεις μέσω της γούνας, στις εκφράσεις του προσώπου, σχεδόν τέλειος ρεαλισμός. Το Όσκαρ των ειδικών εφέ για φέτος έχει ήδη κερδηθεί.

Η «Εξέγερση» έστρωσε τέλεια το έδαφος, η «Αυγή» ανατίναξε το μυαλό μας και η «Σύγκρουση» κλείνει υπέροχα την ιστορία των πιθήκων συνθέτοντας μια σκοτεινή και σκληρή αντιπολεμική ταινία, η οποία τοποθετεί αξίες όπως η ηθική και η ανθρωπιά στο κέντρο, κι έτσι γίνεται μια έντονη και εντυπωσιακή εμπειρία.

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Transformers: The Last Knight [0.5/5]

Χωρίς αμφιβολία, το «Transformers 5: Ο Τελευταίος Ιππότης» θα προσελκύσει τις μάζες στον κινηματογράφο προσφέροντας στο κοινό τα ιδία με τους προκατόχους του σε όλους τους τομείς. Το να υπερνικάς όμως τον προηγούμενο εαυτό σου και τις δικές σου ηλίθιες ιδέες ξανά και ξανά, οδηγεί επιτακτικά είτε σε μια θεϊκή ύπαρξη είτε σε μια φάρσα, η οποία περιπαίζει πολύ εμφανές τους πάντες και είναι πολύ δύσκολο να την κρίνεις.

Όπως και στο «Transformers 4: Εποχή Αφανισμού», έτσι και εδώ η υποτιθέμενη ιστορία, η οποία θα ήταν εύκολο να ειπωθεί σε μία ώρα και μισή αλλά εδώ ξεχειλώνεται για πάνω από δυόμισι ώρες, για ακόμα μια φορά κατακλέβει τους πάντες και τα πάντα. Το μαγικό εδώ όμως είναι ότι το κάνει με λιγότερη ντροπή και με ακόμα λιγότερη συνεκτικότητα. Χωρίς να ασχολείται σε επίπεδο συνέχειας, το «Transformers 5» όχι μόνο αντιφάσκει με τα προηγούμενα, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό σκηνή με σκηνή. Φράσεις, αποφάσεις χαρακτήρων, αλλά κι ολόκληρες σκηνές είναι εντελώς χωρίς νόημα και εξυπηρετούν τον σκοπό της εφαρμογής μιας υποτιθέμενης ενιαίας ιδέας χωρίς πολλή σκέψη. Όλα τα υπόλοιπα είναι το διάσημο μίγμα εκρήξεων του Μάικλ Μπέι: μέταλλα που χτυπάνε το ένα με το άλλο, φουλ sci-fi ανοησία, χιούμορ που δεν μπορεί να υποστηριχθεί, χαοτικό μοντάζ και την αναλογία εικόνας να αλλάζει ανά δευτερόλεπτο.

Το franchise συνεχίζει να μας προσφέρει αυτή την αναλογία ακολουθώντας πιστά ακριβώς όλα όσα έχουμε συνηθίσει εδώ και χρόνια. Το μόνο που αλλάζει είναι τα ρομπότ. Την τελευταία φορά ήταν δεινόσαυροι. Αυτή τη φορά είναι ιππότες και δράκοι. Όσοι επιθυμούν και τους αρέσει, να πάνε να το δουν. Όλοι οι υπόλοιποι θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι τα Transformers εισπρακτικά συνεχίζουν να τα καταφέρνουν περίφημα. Και για όσο χρόνο θα αρμέγουν τα λεφτά του κοινού, θα συνεχίζουν να υπάρχουν.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Sage Femme [2/5]

H Κλερ (Κατρίν Φροτ) είναι μαία, αλλά το νοσοκομείο όπου εργάζεται για δεκαετίες πρόκειται να κλείσει. Η Μπεατρίς (Κατρίν Ντενέβ) είναι η πρώην ερωμένη του πατέρα της Κλερ, η οποία θέλει να τη συναντήσει μετά από δεκαετίες σιωπής. Απρόθυμα θα γίνει μια συνάντηση προκαλώντας τις αντίστοιχες συνέπειες. Αυτή είναι πάνω κάτω η υπόθεση της νέας ταινίας του Μαρτέν Προβόστ. Διαβάζοντας την, δεν είναι δύσκολο να υποψιαστείς πως στα «Μικρά Βήματα», μετά την επιτυχία του «Το Χάρισμα της Σεραφίν» και του «Violette», ο γάλλος σκηνοθέτης συνεχίζει να ασχολείται με τις γυναίκες. Αυτή τη φορά επενδύει στη δυαδικότητα των χαρακτήρων, τοποθετώντας ως πρωταγωνίστριες δυο εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες στην προσπάθειά του να ζωγραφίσει τις διαφορές της γυναικείας ομορφιάς σε όλους τους τομείς.

Στο κέντρο της ταινίας συναντιούνται δύο εξαιρετικά αντίθετες Grandes-Dames του γαλλικού κινηματογράφου. Ακούγεται ως ένας καλός συνδυασμός και, πράγματι, η Ντενέβ είναι υπέροχη ως η νευρωτική γυναίκα που κερδίζει τα χρήματά της με το πόκερ και καταπίνει τα φάρμακα της με ένα ουίσκι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η φιγούρα της Φροτ, η Κλερ, είναι τόσο άπιαστη, καθαρή και κανονική που το «Μικρά Βήματα» δεν λειτουργεί πλήρως ως ταινία για ένα άνισο δίδυμο. Οι κοινές σκηνές τους είναι αρκετά διασκεδαστικές, γεμάτες ζωντάνια. Χάρη στο ταλέντο τους μεταδίδουν άψογα τα ανθρώπινα, πλήρη σε νοήματα παρά τη φαινομενική κοινοτυπία τους μηνύματα για τη συγχώρεση που το σενάριο αναδίδει, σκιαγραφώντας παράλληλα και μια εικόνα της αντίθεσης μεταξύ ζωής και θανάτου. Ακόμα και οι δυο τους, όμως, δεν μπορούν να απελευθερώσουν την ταινία από την ενδοσκοπική, μη δεσμευτική οπτική της. Κι έτσι η ταινία μπερδεύεται και δεν μπορεί να πάρει και να ακολουθήσει μια πορεία. Επειδή δεν υπάρχει πραγματική σύγκρουση, επειδή η Κλερ καταπίνει οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική τριβή και ένταση.

Ακόμα κι έτσι, πρόκειται για μια ιστορία που διεγείρει τη σκέψη χωρίς μια ηθικοποιητική ατζέντα. Και αυτό ποτέ δεν είναι κακό.

The Mummy [1/5]


Στη δεκαετία του 1930, το στούντιο της Universal απέκτησε ένα σοβαρό πρόβλημα. Ο βωβός κινηματογράφος έγινε ομιλών και παρά κάποια πολύ επιτυχημένα έργα όπως το «Ουδέν Νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο», συχνά η αμερικανική εταιρεία παραγωγής ταινιών κατέγραφε ζημιές. Ποιος ξέρει αν το στούντιο θα είχε επιζήσει αυτή τη φάση, αν δεν υπήρχαν οι «ταινίες με τέρατα». Το 1931, ο «Δράκουλας» του Τοντ Μπράουνινγκ άνοιξε τον χορό μιας φτηνά παραγόμενης, αλλά χάρη στο ταλαντούχο προσωπικό μπροστά και πίσω από την κάμερα, υψηλής ποιότητας σειράς ταινιών τρόμου. «Φρανκενστάιν», «Ο Αόρατος Άνθρωπος», «Ο Λύκος του Λονδίνου» αλλά και «Η Μούμια» αποτέλεσαν μέρη αυτού του επαναστατικού κινηματογραφικού σύμπαντος, το οποίο δεν χαρακτηριζόταν από μια εσωτερική συνέχεια όπως την ξέρουμε σήμερα από το Marvel Cinematic Universe. Ακόμα και σήμερα, οι συγκεκριμένες ταινίες αποτελούν σημεία αναφοράς για όλους τους σινεφίλ αποδεικνύοντας ακόμα και στις μέρες μας πόσο δημιουργικά και χαρισματικά μπορεί κάποιος να φέρει τα πλάσματα του σκότους στη ζωή. Αυτή η σύντομη εκδρομή στις πρώτες μέρες της ιστορίας του κινηματογράφου είναι φυσικά περιττή για την κατανόηση της ήδη δεύτερης επανεκκίνησης της «Μούμιας». Ωστόσο, το δεύτερο σκηνοθετικό έργο του Άλεξ Κούρτζμαν είναι τόσο ανεμπόδιστο στις προθέσεις του, που θεώρησα ότι χρειάζεται να αντιπαραβάλλω τη συναρπαστική προέλευση αυτού του μυθικού τέρατος.

Εν έτει 2017, η Universal συνειδητοποίησε ότι τα δισεκατομμύρια που βγάζει από το franchise του «Fast and Furious» δεν είναι αρκετά. Οπότε, εκμεταλλευομένη τους σημερινούς μηχανισμούς της αγοράς, σκέφτηκε να δημιουργήσει το Dark Universe: το κοινό σύμπαν των reboot εκδόσεων των αρχικών Universal Monsters. Ωραία σκέφτηκαν οι ιθύνοντες, έχουμε την ιδέα, ας την υλοποιήσουμε. Πιθανότατα μετά από κλήρωση, το τέρας της μούμιας αποφασίστηκε να κάνει ποδαρικό στο σύμπαν. Ξεκινώντας με το απόφθεγμα «Ο θάνατος δεν είναι παρά μια πόρτα για τη νέα ζωή» αντιλαμβανόμαστε αμέσως ότι ο θάνατος θα αποτελέσει το κεντρικό κίνητρο αναφοράς όχι μόνο για αυτή την ταινία, αλλά για ολόκληρο το σύμπαν που πάει να χτιστεί. Και όμως ο ίδιος ο θάνατος -ως εξαφάνιση, αλλά κι ένα ανεπανόρθωτο αδίκημα της ανθρώπινης ύπαρξης- δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα εδώ, δεν διερευνάται περαιτέρω, και το χειρότερο δεν συλλαμβάνεται σε εικόνες. Τα πολλά νεκρικά όντα δεν είναι παρά μια αόριστα απειλητική ορδή. Τα παραμορφωμένα πρόσωπα αλλά και τα σάπια υπολείμματα της προηγούμενης ζωής δεν δίνουν ποτέ στη «Μούμια» τη σκοτεινή οπτική γοητεία αυτού του είδους. Η ταινία απελευθερώνεται εντελώς από οποιαδήποτε νοσηρότητα, παρόλο που η συναισθηματική δυναμική της διακατέχεται από μια πενιχρή εμμονή του θανάτου. Και αυτό που μένει δεν είναι τίποτε άλλο από το αναμενόμενο.

Τουλάχιστον τυπικά, το έργο λειτουργεί σαν μια καλά λαδωμένη μηχανή. Ο Τομ Κρουζ είναι πρωταγωνιστής απλά γιατί τα σπάει τα τελευταία χρόνια και κάνει και μόνος του τις επικίνδυνες σκηνές, άρα το στούντιο θα δημοσιεύσει καμιά δεκαριά κείμενα για προώθηση στον τύπο. Δίπλα κάνα δυο κουκλάρες που τα λένε δεν τα λένε. Ξανά μετά το «Jurassic World», υπάρχει o Τζέικ Τζόνσον ως το ανάλαφρο κωμικό στοιχείο του έργου. Κάθε δέκα λεπτά ο θεατής έρχεται αντιμέτωπος με μάχες και σκηνές κυνηγητών σε αεροπλάνα, υποβρυχίως, σε δρόμους και ούτω καθεξής. Και φυσικά μην ξεχνάμε την αγάπη, εδώ στη χειρότερη μορφή της. Είναι ήδη ειρωνικό το γεγονός ότι το «Dracula Untold», το οποίο επίσης στερείται ποιότητας αλλά ήταν πολύ πιο πρωτότυπο και διασκεδαστικό, απορρίφθηκε ως αφετηρία του «Dark Universe», μόνο για να ανοίξει το σύμπαν με μια τυποποιημένη ταινία όπως αυτή. Στην ουσία, τούτη εδώ η «Μούμια», με την πολύ προφανή απόπειρα να προσφέρει όσο το δυνατόν περισσότερο σε κάθε θεατή, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα παράδειγμα της αιώνιας αναζήτησης του Χόλιγουντ για την κότα με τα χρυσά αυγά. Θέλω να πιστεύω ότι λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο, αφού αυτές οι προχειρότητες δεν δικαιολογούνται πλέον.

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Wonder Woman [3.5/5]

Είναι ίσως ένα από τα κωμικοτραγικά αστεία των τελευταίων κινηματογραφικών χρόνων. Ενώ οι δελεαστικές ταινίες της Marvel μετατρέπονται σε επιτυχίες, οι προσαρμογές των DC Comics είναι κυρίως απογοητευτικές. Υπερβολικά σκοτεινές, μεγάλες σε διάρκεια και με κάποιες εκπληκτικές γκάφες, έχουν κάνει τους θεατές να αναρωτιούνται εάν αυτό το σύμπαν θα μπορέσει να δώσει κάποτε μια πραγματικά καλή ταινία. Η παρουσία της Γκαλ Γκαντό ως Νταϊάνα Πρινς/Γουόντερ Γούμαν στο «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» έδωσε ελπίδες και αποτέλεσε μια κλεφτή ματιά στην ταινία που πιθανότατα θα οδηγούσε το σύμπαν της DC σε μια νέα εποχή. Η ανάθεση της παροχής δομής και θεάματος στο εγχείρημα δόθηκε στην πολυβραβευμένη σκηνοθέτη του «Monster» Πάτι Τζένκινς.

Πολλοί θα δουν το έργο ως ένα μείγμα του πρώτου Captain America, όπου ένας ιδεαλιστής ήρωας στέλνεται στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και την πρώτη περιπέτεια του Thor, στην οποία ένας θεός έρχεται στην ανθρωπότητα. Και οι δύο συγκρίσεις είναι προφανείς, ειδικά για τον Captain America, καθώς δεν υπάρχει μόνο η ομοιότητα μεταξύ της ρετρό σκηνής και της ηθικά αλάθητης στάσης των κύριων χαρακτήρων, αλλά και μεταξύ των αντίστοιχων ρομαντικών εταίρων. Ωστόσο, μέσα από το δικό της στυλ και με δικά της θέματα να την απασχολούν, η Γουόντερ Γούμαν βρίσκει τη δική της ταυτότητα μακριά από αυτές τις συγκρίσεις. Οι συντελεστές του «Wonder Woman» γνωρίζουν ότι η υπερβολική δύναμη αυτής της ταινίας δεν είναι μόνο στο franchise, αλλά και σε ολόκληρο το σινεμά. Και δικαίως, αφού το έργο έχει διπλό στόχο: να τερματίσει την κατάρα που μαστίζει τις γυναικείες ταινίες με υπερήρωες (βλέπε «Elektra» και «Catwoman»), αλλά και να παρέχει ένα ικανοποιητικό δίωρο στον θεατή.

Η ιστορία, επινοημένη από τους Ζακ Σνάιντερ, Τζέισον Φουξ και Άλαν Χέινμπεργκ, είναι εμπνευσμένη από τη μυθολογία του κόμικ χαρακτήρα και προσφέρει μια κλασική ιστορία προέλευσης. Αυτή υλοποιείται με εξαιρετικό CGI και πολλές σκηνές δράσης. Ένα σημαντικό κομμάτι των πραγμάτων που κάνει σωστά είναι ότι δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Στην πραγματικότητα, η ταινία έχει τις απαιτούμενες ποσότητες ανοησίας και δράσης σε συνδυασμό με σπιρτόζικους διαλόγους αποδομένους με άφθονη γοητεία. Η Τζένκινς σκηνοθετεί με άφθονο μπρίο ένα έπος για τον κόσμο των αμαζόνων, χωρίς να κουράζει. Αλλά η «Wonder Woman» δεν είναι μόνο περιπέτεια. Αντίθετα, η σκηνοθέτης καταφέρνει να εξοπλίσει την ηρωίδα της με μια αφελή κατάπληξη και μια εγκάρδια περιέργεια. Η Γουόντερ Γούμαν ακολουθεί πολλά ιδεώδη, αλλά συγκρούεται τακτικά με μια σκληρή και ιστορικά ενσωματωμένη πραγματικότητα. Η ταινία σκόπιμα επέλεξε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο αντί του Δεύτερου (όπως στο κόμικ) ως ένα περιβάλλον για την αντιμετώπιση της σκοτεινής πλευράς. Επειδή τα όρια μεταξύ καλού και κακού ήταν ακόμα πιο ασαφή.

Ο ψυχολόγος Γουίλιαμ Μάρστον ανέπτυξε την εικόνα της ηρωίδας στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ρητά ως πρότυπο για τις γυναίκες και τα κορίτσια, προκειμένου να μεταδώσει αξίες και να παράσχει τη φυσική επίλυση των συγκρούσεων του κόσμου. Ενώ η Νταϊάνα στην ταινία είναι αρκετά πολεμική, είναι η έκφραση της νεανικής αθωότητας, η οποία αλλάζει κατά τη διάρκεια της δράσης δείχνοντας την ανάπτυξη του χαρακτήρα της. Ανάμεσα στις απολύτως εντυπωσιακές σκηνές δράσης, μέσα σε αυτά τα 140 λεπτά διάρκειας, κρύβονται μερικές μικρές θαυμάσιες στιγμές, οι οποίες ενώνουν όλους τους χαρακτήρες του συνόλου, ανεξάρτητα από την προέλευση και το φύλο. Και ως δια μαγείας το σενάριο και η σκηνοθεσία της Τζένκινς κάνει αυτό του είδους το «μεγάλωμα» και την ένωση των ηρώων να πάλλεται, και το κοινό να συμπάσχει και να αισθάνεται. Ωστόσο, η Γουόντερ Γούμαν δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί πλήρως από όλες τις κληρονομιές των προκάτοχων της και αυτές εμφανίζονται στην τελευταία πράξη, ειδικά στη φουλ στο CGI, υπερβολική τελική αναμέτρηση.

Ευτυχώς, αυτό είναι μόνο μια ατυχής υποσημείωση σε μια κατά τα άλλα επιτυχημένη ταινία, η οποία ίσως δεν ανακαλύπτει τον τροχό, αλλά τουλάχιστον οδηγεί το σύμπαν στο σωστό μονοπάτι και υπόσχεται ένα καλύτερο και ίσως ακόμη πιο υπέροχο μέλλον.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

Baywatch [0.5/5]

Η σειρά φαινόμενο της δεκαετίας του 1990 αποτελεί μια ένοχη απόλαυση για όσους την παρακολουθούσαν. Από το τραγούδι «I`m Always Here» του Τζίμι Τζέιμισον μέχρι τα κόκκινα μαγιό, η σειρά «Baywatch» έχει αποκτήσει ένα εικονικό cult-status που σπάνια φεύγει από τη μνήμη όταν μιλάς για τηλεοπτικές σειρές που σημάδεψαν γενιές. Εκμεταλλευόμενοι τη νοσταλγική διάθεση που χαρακτηρίζει την εποχή, ο σκηνοθέτης Σεθ Γκόρντον και οι σεναριογράφοι Ντέμιαν Σάνον και Μαρκ Σουίφτ, συνδυάζοντας αυτές τις κωμικές αναμνήσεις, αναβιώνουν τη σειρά, με όλες τις κιτς και μη πτυχές της. Με ένα πρωτοκλασάτο καστ, πολλούς χορηγούς και μια εξαιρετικά στιλιστική παραγωγή, το «Baywatch» επιστρέφει στις κινηματογραφικές αυτή την φορά οθόνες μας ως μια -ο θεός να την κάνει- κωμωδία με σατιρική διάθεση.

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η τηλεοπτική σειρά είχε πολλές, αλλά όχι ολοκληρωμένες ιδέες. Είχε υποπλοκές αλλά καμία ξεκάθαρη ιστορία. Υπήρχαν βρεγμένοι σέξι άνδρες και γυναίκες, πολλή δράση, χαλαρά λόγια και αυτο-ειρωνεία, όχι όμως και αξιόπιστοι πολυδιάστατοι χαρακτήρες. Γεγονός που από μόνο του δυσχεραίνει τη μεταφορά στον κινηματογράφο. Ακόμα όμως και με αυτό το ελαφρυντικό, τίποτα δεν σε προετοιμάζει για αυτό που θα δεις. Το μεγαλύτερο ερώτημα που προκαλεί η θέαση της, κατά τη διάρκεια των υπερβολικών 119 λεπτών της, είναι: σε ποιον απευθύνεται; Η ιδέα να «μετατρέψεις» την αρχική ύλη σε κάτι πιο χιουμοριστικό και, γιατί όχι, πιο ρεαλιστικό, αποτίνοντας παράλληλα έναν φόρο τιμής, ακούγεται αρχικά αρκετά ελκυστική. Το τελικό αποτέλεσμα όμως δεν είναι τίποτε άλλο από μια κατωτάτης ποιότητας παρωδία που αμαυρώνει τον τίτλο της. Σεναριακά, το «Baywatch» ακολουθεί την κλασική πεπατημένη αναβιώνοντας τις καλοκαιρινές κωμωδίες των τελευταίων είκοσι χρόνων. Όλοι οι χαρακτήρες, οι λεπτομέρειες, οι ανατροπές και τα καλαμπούρια που έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ και με κάποιο τρόπο συνέβαλαν στην επιτυχία οποιασδήποτε ταινίας ρίχνονται τυχαία μαζί, χωρίς αγάπη, απλώς για να διεκπεραιώσουν τη δουλειά τους.

Η πλοκή του έργου είναι μια που την έχουμε δει χίλιες φορές και αφορά λαθρεμπόρους ναρκωτικών, οι οποίοι κάνουν το έδαφος των ηρώων μας επικίνδυνο. Εξίσου ανέμπνευστο είναι και το χιούμορ της, αφού η χρήση της λέξης fuck, οι συνομιλίες για τους μπάτσους και τα αστεία με πέη που είναι κολλημένα σε καρέκλες παραλίας αποκαλύπτουν οδυνηρά πόσο λίγο οι κατασκευαστές του ασχολήθηκαν με το να βρουν δημιουργικές χιουμοριστικές ιδέες. Θέλει να είναι μια ανεξέλεγκτη και χονδροειδής πρωτότυπη κωμωδία, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξεφεύγει ούτε στιγμή από τον κανόνα. Μέσα σε όλο αυτό τον αχταρμά, οι ηθοποιοί κάνουν κακή δουλειά. Ναι δεν έχουν κείμενο και χαρακτήρες να υποδυθούν, αλλά…ας μην έπαιζαν! Ο Ντουέιν Τζόνσον περιορίζεται στα δύο πρόσωπα που κυριαρχούν στις εκφράσεις του: χαμογελαστός και θυμωμένος. Ο Τζον Μπας είναι γελοίος. Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι ανύπαρκτοι, σε βαθμό που η έλλειψη σκηνών του χαρακτήρα που υποδύεται η Πριγιάνκα Τσόπρα να αποτελεί σπαζοκεφαλιά. Μόνο ο Ζακ Έφρον προσπαθεί και βγαίνει αλώβητος.

Αυτό που όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε και που αποτελεί ελαφρυντικό είναι ότι πρόκειται για μια καλοκαιρινή κωμωδία. Κάθε γραμμή από τα παραπάνω μπορεί επίσης να ισχύει σε αμέτρητες άλλες ταινίες αυτού του διαμετρήματος. Εκείνοι που απολαμβάνουν αυτού του είδους το χιούμορ και τις ταινίες θα διασκεδάσουν με αυτή την κινηματογραφική επίθεση από γελοίους μύες. Ο λόγος που το έργο του Γκόρντον τοποθετείται στις κάτω του μέσου όρου ταινίες είναι το γεγονός ότι το «Baywatch» είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις πριν καν το δεις. Μια ξεπερασμένη καλοκαιρινή κωμωδία, χωρίς τις δικές της ιδέες και εντελώς υπερβολικούς χαρακτήρες. Μια ταινία που κανείς δεν χρειάζεται πραγματικά, και που ούτε οπαδοί του πρωτότυπου, ούτε φίλοι πραγματικών κωμωδιών θα απολαύσουν.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

King Arthur: Legend of the Sword [2/5]

Σύμφωνα με τη Wikipedia, ο βασιλιάς Αρθούρος είναι ένα πρόσωπο αμφίβολης ιστορικής αυθεντικότητας πάνω στο οποίο συγκεντρώνονται τα αρχετυπικά ιδανικά της βρετανικής μοναρχίας. Ο ιδρυτής του τάγματος των «Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης» διαθέτει τέτοιο μυθολογικό υλικό που μπορεί να διαμορφωθεί και να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κινηματογραφικής αγοράς. Έτσι, αν και έχει πάμπολλες φορές μεταφερθεί στον κινηματογράφο, αυτό δεν σταμάτησε τη Warner Bros. από το να χρηματοδοτήσει ακόμα μία φορά την ιστορία, σε σκηνοθεσία Γκάι Ρίτσι και με τον υπότιτλο «Ο Θρύλος του Σπαθιού».

Ο Ρίτσι, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχει ένα δικό του σκηνοθετικό στυλ που λειτουργούσε άψογα στις «Δύο Καπνισμένες Κάννες» και το «Η Αρπαχτή», είχε ενδιαφέρον στα «Sherlock Holmes» και, προς τιμήν του, δεν χρησιμοποιήθηκε πολύ στην τελευταία του ταινία «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.». Εδώ, παρόλο που ο σκηνοθέτης προσπαθεί (όταν και όσο μπορεί) να αφηγηθεί μια παλιά ιστορία με μια νέα ματιά με γνώμονα το ύφος του, το τελικό αποτέλεσμα είναι χαοτικό. Η αρχή της; Εξαιρετική! Κομψή, έξυπνα μονταρισμένη και γεμάτη ενδιαφέρουσα δράση και πλοκή. Στην συνέχεια, όμως, η σκηνοθεσία του 48χρονου σφύζει τόσο πολύ από πεποίθηση που παύει να είναι ευχάριστη για τον θεατή. Οι σκηνές κόβονται υστερικά γρήγορα με την πρόφαση της δημιουργικότητας. Για παρατεταμένες σεκάνς δράσης και φαντασίας, τα χαοτικά εικαστικά και το ακανόνιστο μοντάζ δεν δίνουν ποτέ χώρο στην ταινία να αναπνεύσει. Ενώ κλασσικά η κάμερα περιστρέφεται γύρω από τους πρωταγωνιστές με slow-motion ή fast-forward. Τίποτε δεν έχει σημασία όμως αφού είναι δύσκολο να δούμε τι συμβαίνει και να μπούμε μέσα στην υπόθεση. Και το χειρότερο, δεν μας ενδιαφέρει!

Αυτό συμβαίνει γιατί τούτο το υπερβολικά φιλόδοξο θέαμα πάσχει από το ίδιο πρόβλημα που έχουν όλες οι ταινίες στις οποίες τα οπτικά εφέ έχουν φροντιστεί περισσότερο από τους ηθοποιούς. Σαν θεατής εγκλωβίζεσαι στην προσπάθεια σου να επενδύσεις την προσοχή σου σε χαρακτήρες που δεν την αξίζουν. Ο Ρίτσι φαίνεται να έχει επίγνωση του προβλήματος, δεδομένου ότι περιστασιακά σταματά τη δράση αγκαλιάζοντας πραγματικά κάθε σταγόνα δράματος. Δώρον άδωρον, αφού η ντοπαρισμένη προσέγγισή του υπερβαίνει της ιστορίας κάνοντας το όλο εγχείρημα άσκοπο. To μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η ταινία είναι γεμάτη με κούφιους χαρακτήρες. Το «Βασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού» αγωνίζεται με προβλήματα ρυθμού και μια ιστορία που επιτρέπει ελάχιστη δημιουργία χαρακτήρων. Ενδεχομένως, ενδιαφέροντες λαογραφικοί χαρακτήρες, όπως ο Μέρλιν και η Κυρά της Λίμνης, υποβιβάζονται και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενίσχυση του πρωταγωνιστή και της ιστορίας του. Το έργο είναι τόσο απασχολημένο στο να μας εντυπωσιάσει οπτικά, που μετατρέπεται σε μια υποχρεωτική σειρά σκηνών για έναν ακούσιο ήρωα, έναν καρικατουρίστικο κακό και τη -χωρίς σάρκα και οστά- αντιπαλότητα τους.

Πέραν αυτού, ο Ρίτσι μαζί με τους υπόλοιπους τρεις σεναριογράφους γεμίζουν την πλοκή με τις συμβάσεις μιας ιστορίας προέλευσης που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Δημιουργούν άλλο ένα μπλοκμπάστερ με μια οικεία ιστορία και τη σαφή πρόθεση την οικοδόμηση franchise. Στην προσπάθεια τους να ενσωματώσουν το όραμα όλων, αλλά και να το ρυθμίσουν ώστε να υπάρχει συνέχεια, δημιουργούν μια ταινία κάτω του μετρίου με τις ελπίδες μιας συνέχειας που υπόσχεται να είναι πιο ενδιαφέρουσα.. Η πρωτοτυπία, σε μια γνωστή σε μεγάλο βαθμό ιστορία, είναι περιορισμένη, καθιστώντας την εκτέλεση πιο σημαντική και όπως προαναφέραμε δεν τα πάει καλά σε αυτό το τομέα. Ίσως είμαι υπέρμετρα αυστηρός σε ένα franchise που θα μπορούσε να είναι πολύ διασκεδαστικό. Στα θετικά οι φιλόδοξες προσπάθειες του Χάναμ και του Λο, αλλά και το απίστευτο μουσικό σκορ του Ντανιέλ Πέμπερτον. Σε κάθε περίπτωση, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα βρουν κάποια απόλαυση σε αυτή την αναμφισβήτητα ξέφρενη βόλτα. Απλά, μην περιμένετε πάρα πολλά…

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

The Dinner [2/5]

Για πολλούς ανθρώπους, τα μεγάλα οικογενειακά γεύματα είναι ένα καθαρό βάσανο. Παλιές ιστορίες αναθερμαίνονται και ντροπιαστικές στιγμές συζητιούνται έως ότου κάποιο να χτυπήσει φλέβα και να προκαλέσει αμηχανία, σιωπή και τεταμένη διάθεση. Στο «Δείπνο» του Όρεν Μούβερμαν αυτό ακριβώς συμβαίνει. Με βάση το ομότιτλο μυθιστόρημα του ολλανδού Χέρμαν Κοχ, η πλοκή του έργου εξελίσσεται σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Εκεί δυο ζευγάρια θα συναντηθούν για φαγητό με σκοπό να συζητήσουν για τους γιους τους. Σε πρώτο επίπεδο όλα είναι πολιτισμένα, όμως πίσω από την αρχική απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται μια σκοτεινή πλευρά, που με την πρώτη αφορμή φέρνει στο προσκήνιο διαβρωμένες σχέσεις.

Δομημένο σε έξι μενού, πάντα εφοδιασμένα με ένα σύντομο κείμενο, αυτό το «Δείπνο» χωρίζεται με βάση τα διαφορετικά πιάτα του γεύματος, τα οποία πρέπει να «καταναλωθούν». Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η τροφή σερβίρεται και επιδεικνύεται, μια βαθιά διακλαδισμένη δομή μέσα στα δυο αντρόγυνα αποκαλύπτεται στον θεατή. Ο διαχωρισμός μεταξύ καλού και κακού δεν έχει σημασία, διότι οι συμπάθειες που αναπτύχθηκαν αρχικά ανατρέπονται όσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο πυρήνας της ιστορίας. Όσο ενδιαφέρουσα όμως κι αν είναι αυτή η ατμόσφαιρα ανεκδήλωτης έντασης που κυριαρχεί στη διάρκεια του πλουσιοπάροχου δείπνου, η σκηνοθεσία του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτης («Παράπλευρες Απώλειες») ξεφεύγει χάρη στην πίστη του ότι μπορεί να τα κάνει όλα και καλά.

Τα πολλά επίπεδα που εκτυλίσσονται και πιθανότατα λειτουργούν στο μυθιστόρημα εδώ κουράζουν, αφού από ένα σημείο και μετά το «Δείπνο» μετατρέπεται σε ένα εξαντλητικό ντιμπέιτ όπου ο συμβολισμός της εναλλαγής των πιάτων υπόσχεται να φέρει φρέσκο αέρα, ο οποίος δεν έρχεται ποτέ. Ο θεατής κυριολεκτικά καταπνίγεται στις πληροφορίες που καλείται να συλλέξει, ενώ τα αναρίθμητα φλασμπάκ δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση κάνοντας το έργο να χάσει την -ήδη ταλαιπωρημένη- εστίασή του. Επιπλέον, η πραγματική ηθική συζήτηση είναι τόσο μικρή που δεν ανταποκρίνεται πραγματικά στο δίλημμα των γονέων. Έτσι, η κεντρική σύγκρουση λειτουργεί σχεδόν σαν μια προσθήκη στον πραγματικό πυρήνα της ταινίας.

Η ερώτηση «πού το πάει;» δεν είναι το μόνο πράγμα που ίσως σας κρατήσει το ενδιαφέρον σας, αφού το εξαιρετικό καστ παρέχει αρκετές στιγμές ερμηνευτικών απολαύσεων. Πρώτος και καλύτερος ο Στιβ Κούγκαν, που για ακόμα μία φορά αποδεικνύεται λαμπρός δραματικός ηθοποιός ερμηνεύοντας τον ηθικολογικά κυνικό και ψυχολογικά κουρασμένο χαρακτήρα του στην εντέλεια. Ο Ρίτσαρντ Γκιρ συνεχίζει να δέχεται ρόλους ανάδειξης του ταλέντου του, τους οποίους διεκπεραιώνει έκτακτα. Ενώ, τέλος, η Λόρα Λίνεϊ και η Ρεμπέκα Χολ διαπρέπουν υπενθυμίζοντας μας τις υποκριτικές ικανότητες τους. Επιπρόσθετα, ίσως αξίζει να τη δείτε και για τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά όπου όλα όσα αποκαλύπτονται για τους χαρακτήρες φαντάζουν πολύ κοντά στην πραγματικότητα.

Εν γένει, όμως, το «Το Δείπνο» είναι μια ατελής, περιστασιακά εντυπωσιακή ταινία που πιστεύει λίγο στον εαυτό της και ακόμα λιγότερο στο κοινό της.

Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

The Lost City of Z [3/5]

Η «Χαμένη Πόλη του Ζ», η νέα ταινία του Τζέιμς Γκρέι, μας οδηγεί στα βάθη της βολιβιανής ζούγκλας εξιστορώντας μια επική ιστορία που εκτείνεται αρκετές δεκαετίες. Με βάση το μυθιστόρημα του ίδιου ονόματος του Ντέιβιντ Γκραν, η ταινία μιλά για τον βρετανό αντισυνταγματάρχη Πέρσιβαλ Χάρισον Φόσετ, ο οποίος στις αρχές του εικοστού αιώνα τόλμησε να πάει σε μέρη που λίγοι άνθρωποι είχαν επισκεφθεί. Το 1906 και κατ` εντολή της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, ο Φόσετ διατάχθηκε να μεταβεί στις αγεωγράφητες ζούγκλες της Βραζιλίας προκειμένου να χαρτογραφήσει μια περιοχή. Εκεί θα ανακαλύψει κάτι που θα τον στοιχειώνει σε όλη του τη ζωή. Μια χαμένη πόλη που θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας πιο προηγμένος πολιτισμός στη Νότια Αμερική, πολύ πριν από τον λεγόμενο δυτικό κόσμο.

Με τις πρώτες εικόνες της «Χαμένης Πόλης του Ζ» να μοιάζουν ντεμοντέ, σαν να έχουν ξεπηδήσει από μια διαφορετική εποχή, ο κινηματογραφιστής Ντάριους Κόντζι ακολουθεί μια οπτική ιδέα που μοιάζει με ένα ζωντανό βιβλίο ιστορίας. Πριν η ταινία αποκαλύψει τις αφηγηματικές φιλοδοξίες της, ο Γκρέι σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αουτσάιντερ σε ένα χρυσό πλαίσιο παρουσιάζοντας τόσο την ομορφιά όσο και τη φρίκη στη μεγάλη οθόνη. Καταγράφει την πορεία μιας ερεθιστικής εξερεύνησης που μεταφέρει τον πρωταγωνιστή του ανάμεσα σε δύο ηπείρους σε μια εποχή που ο κόσμος βρίσκεται σε κατάσταση αναταραχής. Πριν ο Φόσετ βρει την αληθινή του μοίρα, ο Γκρέι, ως προσεκτικός χρονικογράφος, επιλέγει να διηγηθεί μια δική του εκδοχή του μύθου, ασχολούμενος τόσο με το ανθρώπινο, ον όσο και με τη κοινωνική δομή μέσα στην οποία κινούνται. Από το πρώτο κιόλας λεπτό, σαν θεατής είσαι σίγουρος ότι αυτό το ταξίδι θα είναι γεμάτο περιπέτεια κι εξερευνητικό πνεύμα. Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι…

Το λάθος του Γκρέι που στερεί πόντους στο τόλμημα του είναι ότι από ένα σημείο και μετά αρχίζει να ασχολείται με την εμμονή ενός ανθρώπου, χωρίς όμως να την μπερδεύει καταλλήλως με το κοινωνικό περιβάλλον ή το ιστορικό υπόβαθρο της πλοκής. Παραμένοντας πάντα στην πλευρά του υποτιθέμενου ήρωα, ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει τον στόχο του και δεν αφήνει την ταινία του να ανασάνει. Απεικονίζοντας την ηρωική αναζήτηση ενός χαμένου πολιτισμού από απόσταση, φορτώνει την ταινία με σκηνές οι οποίες είναι πιθανώς πραγματικά περίπλοκες και θεαματικές, αλλά δεν έχουν σημασία για την πραγματική δράση ούτε για την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο λόγος που ο Φόσετ ξεκινά το ταξίδι του δεν έχει αναπτυχθεί σωστά. Δεν πηγάζει από ένα υπερβολικά ισχυρό όραμα, του οποίου η εξουσία καθορίζει εντελώς τη δράση του πρωταγωνιστή. Πηγάζει από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η αναζήτηση θα δημιουργήσει ένα τέτοιο όραμα. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον και τα συναισθήματα για τα όσα διαδραματίζονται στη οθόνη αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό στο μυαλό του θεατή.

Ακόμα και έτσι, το «Η Χαμένη Πόλη του Ζ» δεν χαρακτηρίζεται ως μια αποτυχημένη ταινία, αφού είναι πλούσια σε ομορφιά, νοήματα και αξιόλογες ερμηνείες. Ο Τσάρλι Χάναμ, κάλος ως Φόσετ, φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει χτίσει τον χαρακτήρα του από την αρχή μέχρι το τέλος, υποδύοντας τον όχι μόνο ως ένα δυναμικό εξερευνητή αλλά κι ως έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις εμμονές του. Σε δυο καθαρά υποστηρικτικούς ρόλους, η Σιένα Μίλερ και ο νέος Spiderman Τομ Χόλαντ κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν εκμεταλλευόμενοι όλες τις συνθήκες που τους παρέχει το σενάριο. Ενώ ο Ρόμπερτ Πάτινσον, καλύτερος από όλους, προσφέρει μια εκπληκτικά ωραία και συγκρατημένη ερμηνεία ως ο πιστός και συμπαθητικός σύντροφος του Φόσετ. Όλα τα προαναφερόμενα στο σύνολό τους φτιάχνουν μια όμορφα δημιουργημένη ταινία που ίσως αξίζει να δει κάποιος για την υπέροχη κατασκευή της, αλλά η ιστορία της δεν συγχωνεύεται ποτέ σε κάτι το μοναδικό ή εντελώς πρωτότυπο.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

The Fate of the Furious [2.5/5]


Το franchise του «Fast and Furious» ίσως είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του κινηματογράφου. Το μυστήριο είναι ότι η συγκεκριμένη σειρά ταινιών χωρίς αξιώσεις έχει καταφέρει και γίνεται όλο και πιο δημοφιλής με τα χρόνια, όταν όλα τα άλλα franchise πασχίζουν να κρατήσουν τους φαν τους. Η δημοτικότητα αυξάνεται από χρόνο σε χρόνο με έσοδά που αγγίζουν τα τέσσερα δισεκατομμύρια και με επικερδέστερη την προηγούμενη έβδομη ταινία.

Για όποιον έχει δει έστω και μία από τις προηγούμενες, θα γνωρίζει ότι τα «Fast and Furious» έχουν ως θεματικό άξονα τους αγώνες αυτοκινήτων, ληστείες και την απεικόνιση χαρακτήρων, μέσα σε αυτές τις καταστάσεις. Το «Fast & Furious 8: Μαχητές των Δρόμων» δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο σκηνοθέτης Γκάρι Γκρέι και ο σεναριογράφος Κρις Μόργκαν προσφέρουν για σχεδόν δυο ώρες ένα και μόνο πράγμα: διασκέδαση. Όσο πιο ηλίθια, θορυβώδεις κι εκρηκτική, τόσο το καλύτερο. Με το πόδι μόνιμα στο πεντάλ του γκαζιού, θα πρέπει να γνωρίζετε πολύ καλά τι πάτε να δείτε. Με τα επίπεδα βλακείας να φτάνουν σε νέα ύψη, το «Fast & Furious 8» δεν χάνει σχεδόν καμία ευκαιρία να υπερβάλλει στα πάντα, σε σημείο που θα σας πιάσουν τα γέλια. Η διαφορά εδώ είναι ότι αυτές οι εξωφρενικές στιγμές μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί με τόση χαρά, που δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα άλλο παρά να τις απολαύσετε.

Εκτός από τη δράση, οι χαρακτήρες για μία ακόμα φορά αποτελούν σημαντικό πυλώνα στήριξης της ταινίας. Οι φαν μπορούν να προσβλέπουν στη θέαση των αγαπημένων τους σταρ, καθώς και μερικών γκεστ εμφανίσεων από προηγούμενα φιλμ. Σε γενικές γραμμές, το «Fast & Furious 8» δίνει μεγάλη έμφαση στην εξυπηρέτηση των οπαδών: μικρές αναφορές και νύξεις δίνουν στο κοινό την αίσθηση ότι εξακολουθούν να είναι μέρος μιας οικογένειας. Αυτό λειτουργεί συνολικά αρκετά καλά. Φυσικά, οποιαδήποτε προσδοκία για κάτι το σεναριακά ευφυές θα πρέπει σαν θεατής να το αφήσεις έξω από την αίθουσα. Και ακόμα και τότε, πολλοί διάλογοι θα σας κάνουν να φρίξετε και ατάκες να παραλογίσετε από το πόσο κλισέ είναι.

Συμπερασματικά, όσοι δεν αντέχουν να δουν κάτι τόσο χαζό ας μην περάσουν ούτε απ` έξω. Για τους λάτρεις των γρήγορων αυτοκινήτων και της περιπέτειας, το «Fast & Furious 8» αξίζει μια επίσκεψη στον κινηματογράφο.

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

The Boss Baby [2/5]

Η νέα ταινία της DreamWorks Animation υπόσχεται να μας μεταφέρει, με υπέροχη φαντασία, στο βασίλειο της αχαλίνωτης φαντασίας ενός 7χρονου παιδιού, όταν το νέο μέλος της οικογένειας δεν είναι ένα συνηθισμένος μπέμπης, αλλά ένα εξωφρενικά πρώιμο, ευέξαπτο μωρό με ένα σκούρο επαγγελματικό κοστούμι. Δυστυχώς, όμως, ο σεναριογράφος Μάικλ ΜακΚάλερς και οι δημιουργοί της ταινίας μοιάζουν να βασίζονται μονομερώς σε καλαμπούρια κι ατελείωτη δράση, αφήνοντας στο περιθώριο όλα τα υπόλοιπα.

Βασισμένη στο ομώνυμο παιδικό βιβλίο της συγγραφέως Μάρλα Φρέιζι, η DreamWorks στήνει μια χιουμοριστική ιστορία γύρω από την οικογένεια και το νόημά της, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κάνει μια έμμεση κριτική διαφόρων θεμάτων όπως η εταιρική κουλτούρα, η εξουσία, το χρήμα και άλλα πολλά. Ανά διαστήματα καταφέρνει να βρει την ουσία της και με γεμάτη καρδιά σου προσφέρει δυνατές στιγμές. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η πλοκή διερευνά τις έννοιες αυτές για είκοσι λεπτά και στη συνέχεια συμπληρώνει τον υπολειπόμενο χρόνο με το σύνηθες άγευστο και γεμάτο ενήλικες αναφορές χιούμορ, σήμα κατατεθέν του στούντιο. Χωρίς να ξέρει τι ακριβώς θέλει να είναι, λοιπόν, το όλο εγχείρημα παρασύρεται στο χάος και τη φασαρία αντί να ξεχωρίζει.

Αλλά ας το παραδεχτούμε, είναι φτιαγμένο για παιδιά και σίγουρα δεν θα ενδιαφερθούν για τα σημεία της πλοκής που δεν έχουν νόημα. Κατά πάσα πιθανότητα θα απολαύσουν την ταινία, αν μη τι άλλο, χάρη στο πολύχρωμο animation και την όμορφη μεταγλώττιση. Εν κατακλείδι, οι ενήλικοι θα απογοητευτούν, τα παιδιά θα πάρουν όσα ζητήσουν και με το παραπάνω.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

The Secret Scripture [1.5/5]

Βασισμένο στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρι με τον ίδιο τίτλο, η «Μυστική Γραφή» είναι η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του έξι φορές υποψήφιου για Όσκαρ Τζιμ Σέρινταν. Θέλοντας να τονίσει την κυριαρχία της εκκλησίας στην Ιρλανδία κατά τη διάρκεια των ετών του Β` Παγκοσμίου Πολέμου, ο ιρλανδός σκηνοθέτης προσπαθεί να σκιαγραφήσει την τοιχογραφία μιας κοινωνίας επηρεασμένης από μια θολή αλήθεια για χρόνια, αλλά δυστυχώς δεν του βγαίνει.

Αν και το έργο διαθέτει μια λαμπερή καλλιτεχνική κομψότητα και μια δυνατή σκηνοθεσία, το όλο εγχείρημα δεν υποστηρίζεται από ένα στιβαρό σενάριο για να το απογειώσει. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της πλοκής είναι ότι σιγά-σιγά, αλλά σταθερά, γλιστρά στο εύκολο μελόδραμα, αφήνοντας σε επιφανειακό κομμάτι την κοινωνική και θρησκευτική πτυχή της εποχής, αφού αποτυγχάνει να την πάει πέρα από την απλή αντίθεση ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες. Επιπρόσθετα, χωρίς να θέλω να αποκαλύψω πολλά, ο σκοτεινός χαρακτήρας που βρίσκεται στο επίκεντρο παραμένει υπερβολικά κλειστός στην προσωπική του ευτέλεια, με αποτέλεσμα να υποτιμά επιπλέον το πλαίσιο της ιστορίας. Γεμάτη και με άλλα, πάρα πολλά αδύναμα σημεία, η υπόθεση της καταλήγει να εξελίσσεται ως ένα υπερβολικό ρομάντζο, τόσο αργό σε ρυθμό που χάνει τακτικά την προσοχή μας. Για να γίνουν δε τα πράγματα χειρότερα, μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής δεν κάνει τίποτα για να βοηθήσει την επικείμενη μοίρα της ταινίας. Απόλυτα προβλέψιμη στα μισά του έργου, ίσως να εξηγείται καλύτερα στο μυθιστόρημα (δεν το έχω), αλλά εδώ μοιάζει βεβιασμένη κι ανολοκλήρωτη.

Η ταινία του Τζιμ Σέρινταν σώζεται κάπως χάρη στις δύο ηθοποιούς που υποδύονται τον κύριο χαρακτήρα. Από τη μία η Ρούνεϊ Μάρα δίνει ζωή σε μια επιμονή και δυναμική γυναίκα χαρακτηριζόμενη από αντισυμβατικότητα και αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί την ζωή της και τα θέλω της. Από την άλλη η τεράστια Βανέσα Ρεντγκρέιβ καταφέρνει να μεταδώσει, κυρίως με τα μάτια της, τη φλόγα του πάθους που καίει μέσα της. Πέρα από αυτές τις δύο, χωρίς να διαθέτει κάποιο ίχνος πρωτοτυπίας, το «Η Μυστική Γραφή» δεν είναι τίποτα άλλο από μια μετριότητα.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

The Devil's Candy [3/5]

Ο άκρως ενδιαφέρον «Αγαπημένος» του Σον Μπιρν προκάλεσε, παρά τις ατέλειες του, αίσθηση στο κινηματογραφικό κοινό το 2010, προσφέροντας έναν αέρα ανανέωσης στο κορεσμένο κατά τα άλλα είδος των ταινιών τρόμου. Εφτά χρόνια μετά, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης κάνει δυναμική επανεμφάνιση με το αμερικανικό ντεμπούτο του.

Διαβάζοντας την πλοκή, η ταινία του Μπιρν μοιάζει εκ πρώτης όψεως ως ένα ακόμα θρίλερ με ένα στοιχειωμένο σπίτι. Και όντως, αν έπρεπε να την προσδιορίσουμε κάπως, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ταινία τύπου «Τρόμος στο Amityville» για χεβιμεταλάδες. Ωστόσο, η αγάπη της για το είδος που αντιπροσωπεύει αλλά και για την μουσική χέβι μέταλ, την κάνει να ξεχωρίζει. Χωρίς να προβληματίζεται από τις προκαταλήψεις που συνδέουν το μέταλ και τους γυμνασμένους, γεμάτους τατουάζ άνδρες που ακούν μέταλ με τον σατανισμό και τον διάβολο, το «Δέλεαρ του Διαβόλου» παρουσιάζει μια παθιασμένη, σοβαρή ταινία με μεταλλικό υπόβαθρο, η οποία, παρά τα λάθη της, λειτουργεί εκπληκτικά μέσα στη σοβαρότητά της. Αξιοποιώντας κάποιες ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές προσεγγίσεις (ότι ο διάβολος κοιμάται σε κάθε έναν από εμάς και διατηρείται ζωντανός μόνο με τρομερές και μισητές πράξεις), ο Μπιρν προτείνει κάτι πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό ξεφεύγοντας από μια ακόμα κουραστική ιστορία τρόμου.

Παρουσιάζει μια αρχετυπική σύγκρουση του καλού και του κακού, τυλιγμένη με χριστιανική εικονογραφία και ιδεολογία, με ένα αναμφισβήτητα ψυχολογικό πλεονέκτημα. Κατασκευάζοντας επίσης προσεκτικά την ατμόσφαιρα της, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης δημιουργεί μια κυκλοθυμική και κλειστοφοβική ταινία τρόμου έτοιμη να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Και αυτό είναι που κρατάει το κοινό προσηλωμένο και γαντζωμένο στην θέση του. Ερμηνευτικά, ο Ίθαν Έμπρι ηγείται του καστ και για ακόμη μία φορά χρησιμοποιεί το ταλέντο του για τη δημιουργία ενός χαρακτήρα για τον οποίο αισθανόμαστε γνήσια συμπόνια. Δεν είναι όμως ο μόνος που διαπρέπει στον ρόλο του. Στην πραγματικότητα, όλοι οι ηθοποιοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Εκείνος όμως που πραγματικά ξεχωρίζει πέρα από τον Έμπρι είναι ο Προυτ Τέιλορ Βινς. Απόλυτα καθηλωτικός ως o συναισθηματικά διαταραγμένος άνθρωπος που δρα ενάντια στη θέλησή του, ο καρατερίστας ηθοποιός μετατρέπει την ταινία σε κάτι πολύ περισσότερο όταν εμφανίζεται στην οθόνη.

Αν η ταινία έχει ένα σαφές ελάττωμα, τότε είναι το over-the-top τέλος του, στο οποίο η λογική και η αξιοπιστία που είχε προηγηθεί πάει στον αγύριστο. Αυτό, δυστυχώς, σου αφήνει μια πικρή επίγευση, αλλά όλα όσα προηγήθηκαν συνθέτουν μια άκρως ψυχαγωγική ταινία, πολύ καλύτερη από τις συνηθισμένες ανοησίες των τελευταίων ετών.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

The Shack [0/5]

Δεν έχω λόγια να περιγράψω την κουλαμάρα που λέγεται «Αναζητώντας την Αλήθεια». Παρόλα αυτά, θα το προσπαθήσω γιατί αξίζει κανείς να αποτρέψει κόσμο από το να τη δει. Ας ξεκινήσουμε με την υπόθεση: πατέρας προερχόμενος από διαλυμένη φαμίλια, γίνεται ο ίδιος οικογενειάρχης με τρία παιδιά και μια γυναίκα θρήσκα. Ο καημός και ο πόνος όμως χτυπάει και τη δική του οικογένεια με αποτέλεσμα η ήδη κλονισμένη πίστη του στον papa (έτσι λέει η γυναίκα του τον Θεό, μα την Παναγία) να αγγίξει αρνητικό ρεκόρ. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα, λαμβάνει γράμμα από τον papa να πάει σε μια καλύβα. Και εκεί γίνεται... του παραδείσου!

Όσο κι αν μας είχε προϊδεάσει η αφήγηση στην αρχή ότι αυτό που θα δούμε τείνει προς το φανταστικό, τίποτα δεν είχε προετοιμάσει τα μάτια μας και τα αυτιά μας γι` αυτό που έμελλε να πάθουμε. Με μια «come to papa» προσέγγιση που ξεπερνάει τα όρια του διδακτισμού, το σενάριο των Τζον Φούσκο, Άντριου Λέιναμ και Ντέστιν Κρέτον μοιάζει να διαθέτει έναν και μόνο σκοπό: να μας κάνει να πιστέψουμε. Κάνοντας τον δικηγόρου του διαβόλου (θου κύριε), θα μπορούσα να αποδεχθώ μια υπενθύμιση του λόγου του Κυρίου με τη λογική ότι το έργο θα είχε πραγματικά μια ιστορία να διηγηθεί, μια παραβολή να ζωντανέψει, να στοχεύει σε κάτι παραπάνω τέλος πάντων. Όμως, όχι. Χαρακτήρες, κινηματογραφική ροή και λογική παραμερίζονται προς τέρψη ενός γλυκανάλατου θρησκευτικού χάους. Διαθέτοντας ένα αποφθεγματικό σενάριο γεμάτο βαρύγδουπες ατάκες τύπου: «as long as there is the freedom to not follow god, evil will find a way» και μια «μιλάς με γρίφους γέροντα» νοοτροπία που σου κάθεται στον λαιμό όπως το ψίχουλο από το ψωμί που έχει βουτήξει στη σαλάτα, η ταινία του Στούαρτ Χαζελντίν σε κάνει να θέλει να τρέξεις στο πλησιέστερο μπαρ και να πιεις δυο τρία σφηνάκια.

Χρησιμοποιώντας κάθε πιθανή ιστορία από τα ευαγγέλια, σκηνές διαδέχονται η μία την άλλη με μόνο στόχο τα διδάγματα Του, με τον πλέον ηλίθιο και κλίσε τρόπο που θα μπορούσε να γίνει. Παραδείγματος χάρη: Υπάρχει μια σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής πάει βαρκάδα. Ξαφνικά, η βάρκα μπάζει νερό και κοντεύει να πνιγεί. Ποιο το ηθικό δίδαγμα; Ότι με τη βοήθεια του Θεού μπορούμε να περπατήσουμε στο νερό. Στα μέσα της ταινίας κάνει και grande εμφάνιση η Σοφία για να κρίνει τον πρωταγωνιστή. Και έτσι ο πρωταγωνιστής καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να κρίνεις για να μην κριθείς. Μα είναι δυνατόν να βλέπουμε τέτοια πράγματα εν έτη 2017; Και άντε τα κάνεις, γιατί να τα δούμε; Καθώς η πανσοφία του Θεού δεν μπορεί να δώσει απάντηση στο ερώτημα, το έργο βασίζεται στον συναισθηματικό εξαναγκασμό για να σε κάνει να χύσεις κανένα δάκρυ και να ενδιαφερθείς. Το μόνο που καταφέρνει όμως είναι να σε κάνεις να σιγοτραγουδάς το «Papa Don`t Preach» της Madonna, καταλαβαίνοντας ίσως για πρώτη φορά το πραγματικό νόημα των στίχων. Όχι άλλο κάρβουνο, λυπηθείτε μας!

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Smurfs: The Lost Village [2/5]

Οι περιπέτειες των μικρών γαλάζιων πλασμάτων, τα οποία ζουν στο στρουμφοχωριό μέσα στο δάσος, ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1958. Στην Ελλάδα, τα Στρουμφάκια έγιναν περισσότερο γνωστά κατά τη δεκαετία του 1980, μέσα από την ομότιτλη τηλεοπτική σειρά κινουμένων σχεδίων που διήρκησε εννέα χρόνια. Με το ενδιαφέρον για τα Στρουμφ να μην έχει σταματήσει ποτέ, το 2011 κυκλοφόρησε στο σινεμά η ταινία «Στρουμφάκια» που αποτελούσε ένα μείγμα computer-animation και live-action. Το 2013, επέστρεψαν με νέες ανεκδιήγητες περιπέτειες στο Παρίσι με το κακό «Στρουμφάκια 2». Φέτος, οι θεατές θα σμίξουν για ακόμα μία φορά με τους γνωστούς χαρακτήρες, αλλά αυτή τη φορά με μια ταινία καθαρά κινουμένων σχεδίων που δεν έχει σχέση με τις δύο προηγούμενες.

Στο κέντρο της ιστορίας είναι το μόνο κορίτσι στο χωριό, η Στρουμφίτα. Στην προσπάθεια της να βρει τη δική της ταυτότητα, η -δημιουργημένη από τον μάγο Δρακουμέλ- γοητευτική ξανθιά ξεκινάει ένα ταξίδι προς το απαγορευμένο δάσος. Μαζί με τους Σκουντούφλη, Σπιρτούλη και Προκόπη θα έρθουν κλασικά αντιμέτωποι με τον κακό μάγο και τη γάτα του, Ψιψινέλ. Και όπως πάντα, οι περιπέτειες τους θα είναι καθαρά παιδικές. Κάθε εμπόδιο γίνεται άλλος ένας λόγος διασκέδασης, συνάντησης με παράξενα πλάσματα και κατάκτησης μιας φανταστικής φύσης. Κάθε στιγμή της πλοκής συνοδεύεται από μια ελαφριά καλοκαιρινή μουσική. Κάθε πλάνο είναι πολύχρωμο και ευχάριστο. Και όλα αυτά μαζί μετατρέπουν το «Τα Στρουμφάκια: Το Χαμένο Χωριό» σε μια άκρως διασκεδαστική ταινία κινουμένων σχεδίων, απευθυνόμενη ξεκάθαρα σε μικρότερες ηλικίες.

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

All Nighter [1.5/5]

Φανταστείτε το «Η Αρπαγή» κωμικό, χωρίς κάποια πραγματική απαγωγή, με μια νότα από «Hangover» και «Γαμπρό της Συμφοράς». Αυτό είναι το «Φοβού τον Πεθερό», η νέα κωμωδία από τον σκηνοθέτη Γκάβιν Βίσεν, η οποία ναι μεν δεν κερδίζει πόντους για την καινοτομία της, αλλά διαθέτει κάποια δυναμική χάρη στους δυο πρωταγωνιστές που υποδύονται το παράξενο δίδυμο που εξερευνά τους δρόμους του Λος Άντζελες σε αναζήτηση μιας εξαφανισμένης γυναίκας.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, το σενάριο του Σεθ Όουεν βάζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι να αντιμετωπίζει μια σειρά από κουλές καταστάσεις και εκκεντρικούς ανθρώπους. Παρόλα αυτά, δεν είναι η ποικιλία των συμβάντων που παρέχουν τα περισσότερα από τα γέλια, αλλά οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Επιστρέφοντας στις κωμικές ρίζες τους, τόσο ο Τζ. Κ. Σίμονς όσο και ο Εμίλ Χιρς κάνουν μια αξιέπαινη δουλειά εμφυσώντας ζωή σε μια αναμασημένη ιδέα. Οι δυο τους, αντισταθμίζοντας την έλλειψη πρωτοτυπίας του κειμένου, δημιουργούν μια δυναμική που διατηρεί εστιασμένη την ταινία, ενώ παράλληλα ανυψώνει το χιούμορ της.

Ωστόσο, πέρα από τους δυο τους, δεν υπάρχει κάτι άλλο άξιο αναφοράς. Είναι πραγματικά άξιο απορίας πώς μια τόσο απλή πλοκή δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες της για να διαφοροποιηθεί. Το πρόβλημα της έγκειται στο γεγονός ότι δεν γνωρίζει τι ακριβώς θέλει να είναι. Θέλει να είναι σοβαρή, αλλά θέλει να είναι κι αστεία. Επιζητά να λειτουργήσει συναισθηματικά, αλλά δεν παρέχει αρκετό πλαίσιο έτσι ώστε να υπάρχει κάποιο αντίκτυπο. Επιθυμεί να πει την ιστορία του ενός ήρωα, του άλλου ή και των δυο. Φυσικά, καταλήγει να είναι λίγο απ` όλα και ως εκ τούτου τίποτα απολύτως.

Η -καθόλου επιδεικτική- σκηνοθεσία του Βίσεν προσπαθεί να σώσει την κατασκευή του έργου και να δώσει ζωή στο υλικό, αλλά μάταια. Αυτό που στο τέλος σου μένει είναι ότι είδες μια αδιάφορη ταινία που ξεχνιέται εύκολα.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Beauty and the Beast [2/5]

Συμβαδίζοντας με το πνεύμα των καιρών, η Disney συνεχίζει να μετατρέπει σε live-action εκδοχές τα αριστουργήματα κινουμένων σχεδίων της. Μετά την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», το «Maleficent», τη «Σταχτοπούτα» και το «Βιβλίο της Ζούγκλας», σειρά τώρα έχει το ορόσημο του στούντιο, η «Πεντάμορφη και το Τέρας».

Το να γράψω τη γνώμη μου σχετικά με τη νέα έκδοση του «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» είναι ένα δύσκολο πράγμα. Πρώτον, η νοσταλγία που νιώθεις παρακολουθώντας την σε επηρεάζει από την πρώτη μουσική νότα. Η συγκεκριμένη ταινία έχει τραγουδιστεί κι αγαπηθεί περισσότερο από κάθε άλλη σε όλο τον κόσμο. Είναι η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, και η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που έγινε μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ. Έχει κερδίσει Όσκαρ, Γκράμι και Τόνι και βρίσκεται σε πολλές λίστες του Αμερικανικού Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Επομένως μια ιστορία τόσο αγαπητή διαθέτει εκ των πραγμάτων μια δυναμική. Πρέπει να παραδεχτώ επίσης ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πραγματική οπτική πανδαισία. Το ήσυχο χωριό, το τρομακτικό κάστρο, ο πανέμορφος κήπος, τα όμορφα κι επιβλητικά φορέματα. Η τέχνη που δαπανήθηκε στον σχεδιασμό και τη φυσική δημιουργία κάθε ενιαίου συνόλου, κοστουμιού και χαρακτήρα είναι εντυπωσιακή. Είναι σαφές ότι όλα όσα δημιουργήθηκαν είναι μελετημένα και κατασκευασμένα με τη μέγιστη προσοχή και με απαράμιλλο πάθος.

Και όμως, παρά την άψογη όψη της ταινίας και την ύπαρξη κάποιας νοσταλγικής γοητείας, είναι προφανές ότι η κινούμενη με τη ζωντανή κινηματογραφική εκδοχή είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Χρησιμοποιώντας ξεδιάντροπα την παρακαταθήκη του αρχικού, ανακύπτει ξανά το ίδιο πρόβλημα που συναντάμε σε όλες αυτές τις επαναδιατυπώσεις. Τι καινούργιο μπορείς να προσθέσεις για να δικαιολογήσεις μια νέα έκδοση; Και εδώ είναι που οι σεναριογράφοι δεν τα καταφέρνουν καλά, αφού το μεγαλύτερο έγκλημα του έργου είναι ότι δεν προσφέρει εκπλήξεις για τους θεατές. Αντιθέτως, παραμένοντας πιστή στην ιστορία, στα γνωστά τραγούδια, στα ίδια λόγια, ακόμα και στην τοποθέτηση της κάμερας, αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε ένα μουσείο όπου τα πάντα φαίνονται μεγάλα κι επιβλητικά, αλλά χωρίς κάποια συναισθηματική απήχηση. Τα καινούργια τραγούδια της ταινίας καταρρέουν, λίγες νέες σκηνές εδώ κι εκεί προσφέρουν ελάχιστα ως προς την ουσία και όλα μαζί δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τα επιπλέον 40 λεπτά διάρκειας σε σχέση με το πρωτότυπο. Οι συντελεστές του έργου είναι σαν να φοβόντουσαν να καταστρέψουν την -ομολογουμένως τεράστια- κληρονομιά.

Μην μπορώντας να φέρει κάτι άλλο στο τραπέζι, το φιλμ μοιάζει να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το ενδιαφέρον για την πρωταγωνίστρια και από ανόητες ειδήσεις (είναι ο χαρακτήρες του LeFou ομοφυλόφιλος;) που κυκλοφορούν στον τύπο. Όποια κι αν είναι τα κίνητρα του, το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα χαλαρό, χωρίς έμπνευση ριμέικ από δεύτερο χέρι. Αν αγαπάτε το πρωτότυπο, προσπεράστε το.

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Maudie [4/5]

Το σκηνικό: ένα μικρό εξοχικό στις ακτές του καναδικού Ατλαντικού στην περιοχή της Νέας Σκωτίας. Οι βασικοί χαρακτήρες: δύο. Ένας ισχυρογνώμων εργένης (ο Έβερετ) που ψάχνει οικονόμο και μια απονήρευτη γυναίκα (η Μοντ) που θέλει να φύγει από το σπίτι της. Οι δυσκολίες της ζωής θα ενώσουν τις μοίρες τους.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Εκ πρώτης όψεως αυτή η ιρλανδοκαναδέζικη συμπαραγωγή μοιάζει ως μία ακόμα χλιαρή ιστορία αγάπης με μια κλασική έναρξη και μια κατάληξη που υπαγορεύεται αποκλειστικά από τους άγραφους νόμους του είδους. Αυτή η εντύπωση όμως είναι βιαστική, καθώς πρόκειται για ένα συγκινητικό, αλλά ποτέ μελοδραματικό, έργο με μια ιδιαίτερη πινελιά. Η σκηνοθέτης Έιλινγκ Γουόλς, η σεναριογράφος Σέρι Γουάιτ και οι δύο υπέροχοι πρωταγωνιστές μετατρέπουν την αληθινή ιστορία στο επίκεντρο του «Maudie» σε ένα άξιο παρακολούθησης δράμα για έναν γενναίο αγώνα κατά των φυσικών περιορισμών.

Ταινία ερμηνειών, το «Maudie» μοιάζει από το πρώτο κιόλας λεπτό να ανήκει στη Σάλι Χόκινς και τον Ίθαν Χοκ. Κουβαλώντας όλο το φιλμ πάνω της, η υποψήφια για Όσκαρ Βρετανίδα παραδίδει μια τρισμέγιστη ερμηνεία. Μια ερμηνεία που κλέβει τις εντυπώσεις και αξίζει να συζητηθεί. Συλλαμβάνοντας την ουσία του χαρακτήρα της Μοντ, καταφέρνει και βρίσκει εκείνη την ισορροπία μεταξύ μίμησης και ηθοποιίας παρέχοντας στο κοινό ένα οικείο πορτρέτο ενός ανθρώπου. Δίπλα της, ο Χοκ δεν είναι σε καμία περίπτωση κατώτερος της. Κρατώντας έναν υποστηρικτικό ρόλο, τονίζει περαιτέρω την ένταση με την οποία η Χόκινς φέρνει το αδάμαστο πνεύμα της Μοντ στην οθόνη, αποδεικνύοντας για ακόμα μία φορά ότι είναι ένας ατρόμητος ηθοποιός που δεν φοβάται να ασχοληθεί με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Οι δυο τους μαζί εισέρχονται σε ένα επίπεδο καλλιτεχνικής υπερβατικότητας που σπάνια βλέπουμε στην οθόνη, προκαλώντας τον θεατή σε κάθε λεπτό να εμπλακεί συναισθηματικά.

Αν οι ερμηνείες επί της οθόνης είναι η ραχοκοκαλιά της ταινίας, ο σύνδεσμος που κρατά τα πάντα μαζί είναι η σκηνοθεσία της Γουόλς. Αντίθετα με τις περισσότερες βιογραφίες που νιώθουν την ανάγκη να φτιάξουν κάτι το σπουδαίο, το «Maudie» μοιάζει να ικανοποιείται με τις απλές απολαύσεις που βρίσκονται σε μια απλή ιστορία. Ξεκινώντας την εξιστόρηση της με έναν λευκό καμβά, τόσο η σκηνοθέτης όσο και η σεναριογράφος προσθέτουν αφειδώς στρώσεις από χρώματα και συναίσθημα στην οθόνη, μέχρι να δημιουργηθεί κάτι που δεν απέχει καθόλου από ένα έργο τέχνης. Κάθε σκηνή είναι όμορφα καδραρισμένη και φωτισμένη, ενώ μια ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ συμπληρώνει παιχνιδιάρικα το σενάριο. Με τόνο επιδέξια ελεγχόμενο, χωρίς ποτέ να δίνει υπερβολική έμφαση σε δακρύβρεχτες καταστάσεις, αλλά ούτε να αποφεύγει τις δύσκολες στιγμές, το φιλμ μάς συναρπάζει. Όταν τελειώνει, νιώθεις ότι σε διακατέχει μια ευχάριστη λάμψη, αφού σου έχει υπενθυμίσει τη δύναμη της θέλησης, της αθωότητας και της τέχνης.

Εάν κάποιος παρατηρήσει την ταινία προσεκτικά, σίγουρα θα βρει λάθη ή πράγματα που δεν τα `κανε σωστά, αλλά ποιος νοιάζεται; Μερικές φορές είναι αρκετό να αφήσεις μια ταινία να είναι αυτό που είναι χωρίς να ζητάς περισσότερα ή καλύτερα. Υπέροχο…

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Call Me by Your Name [5/5]

Δεν ξέρω πώς μπορεί κάποιος να γράψει για το «Call Me by Your Name». Πώς θα μπορέσει να μιλήσει για μια ταινία που αιχμαλωτίζει και αναστατώνει την καρδιά σου και το κάνει σωστά. Είχα το τεράστιο προνόμιο να δω το νέο έργο του Λούκα Γκουαντανίνο στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και αμέσως μετά την προβολή, τόσο εγώ όσο και συνάδελφοι από κάθε γωνιά του κόσμου συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε εμείς αυτοί που θα πρέπει να διαδώσουμε ότι η ταινία είναι απλά ένα αριστούργημα. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να το επιχειρήσω…

Η τελευταία ταινία του ιταλού σκηνοθέτη διαδραματίζεται το 1983 στη Βόρεια Ιταλία και αφηγείται ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο ανάμεσα σε έναν ώριμο 17χρονο Αμερικανο-ιταλό με το όνομα Έλιο (Τιμοτέ Σαλαμέ) και τον Όλιβερ (Άρμι Χάμερ), έναν 24χρονο αμερικανό επιστήμονα που επισκέπτεται τον πατέρα του Έλιο προκειμένου να τον βοηθήσει. H σχέση μεταξύ των δύο νεαρών ανδρών είναι η εστίαση της ταινίας, αλλά o Γκουαντανίνο και οι συν-σεναριογράφοι Γουόλτερ Φασάνο και Τζέιμς Άιβορι πετυχαίνουν να αφηγηθούν μια οικουμενική ιστορία αγάπης συγκλονιστικά κινηματογραφημένη κι ερμηνευμένη.

Υπάρχει κάτι το ασυνήθιστο στο «Call Me by Your Name». Πρώτα απ` όλα, ποτέ δεν προσπαθεί να χειραγωγήσει τα συναισθήματα του κοινού. Απλώς σταδιακά αρχίζει να λέει την ιστορία του αφήνοντας στο κοινό να ζήσει την εμπειρία. Καθιερωμένος από τις προηγούμενες ταινίες του ως ένας σύγχρονος μάστερ δημιουργίας ατμόσφαιρας, ο Γκουαντανίνο δεν χρειάζονται πολλά για τη δημιουργία σύνθετων συναισθηματικών περιβαλλόντων. Με βλέμματα και χειρονομίες που μιλάνε από μόνες τους και μια μουσική που λέει πολύ περισσότερα από ό,τι οι λέξεις θα μπορούσαν, φτιάχνει ένα συγκινητικό φιλμ εμποτισμένο με μια αδιαμφισβήτητη εκτίμηση των ανθρώπων. Αφαιρώντας την κουρτίνα των αμφιβολιών και των προκαταλήψεων, αφήνει σε εμάς να θαυμάσουμε τη σχέση δύο ανθρώπων, χωρίς να δίνεται προσοχή στο φύλο τους. Διότι, είτε σας αρέσουν οι γκέι ταινίες είτε όχι, αυτή η ταινία δεν ήταν ποτέ γι` αυτό. Είναι για τα συναισθήματα με τα οποία όλοι είμαστε εξοικειωμένοι, ανεξάρτητα από το τι φύλο είμαστε.

Υπάρχει μια καθολική αγάπη εδώ ανάμεσα σε φίλους, οικογένεια και ξένους που προσθέτει μια τρυφερότητα στην ταινία. Από το παραδοσιακό φιλί στο μάγουλο μέχρι τη σωματική εγγύτητα που έχει ο Έλιο με τους γονείς του, ο διευθυντής φωτογραφίας Σαγιόμπιου Μακντιπρόμ τα συλλαμβάνει όλα με το ίδιο εξαίσια μάτι που αιχμαλωτίζει τα πανέμορφα ηλιόλουστα τοπία της Ιταλίας. Γεμάτα μυρωδιές, γεύσεις και ήχους, τα πλάνα είναι ζεστά και ζωντανά. Τα μάτια των πρωταγωνιστών φαίνεται να έρχονται σε μας. Αισθανόμαστε ότι είμαστε υπό τον έλεγχο κάποιου. Θέλουμε να βρεθούμε στην άλλη πλευρά της οθόνης. Νιώθουμε τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών. Όταν το σώμα τους δονείται, σταματάμε να αναπνέουμε. Όταν στεναχωριούνται, αισθανόμαστε ένα βάρος στο στήθος. Όταν δεν μπορούν να εκφραστούν, θα θέλαμε να τους αγκαλιάσουμε και να μιλήσουμε εμείς γι` αυτούς. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γκουαντανίνο είναι πραγματικά πρωτοφανής.

Βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Αντρέ Ασιμάν, το έργο του σκηνοθέτη του «Είμαι ο Έρωτας» και του περσινού «Κάτω από τον Ήλιο» είναι πολλά πράγματα μαζί. Είναι μια ταινία ενηλικίωσης. Ένα ολοκληρωμένο πορτρέτο των νεανικών ερωτικών σκιρτημάτων με όλα τα σκαμπανεβάσματα τους. Μια ταινία για την καταπιεσμένη σεξουαλικότητα και τη λάγνα λαχτάρα. Μα πάνω από όλα, είναι μια ωδή για την αγάπη σε όλες τις μορφές της. Με την ίδια την ιδέα της αγάπης ως ένα ουσιαστικό κομμάτι της ανθρωπότητας που πρέπει να αρπάζεις, να απολαμβάνεις και να ζεις κάθε φορά που σε βρίσκει. Η αγάπη είναι μία από τις χαρές και μεγάλες προσπάθειες της ανθρώπινης ύπαρξης, κι αυτό είναι ένα συναίσθημα που διερευνάται με ενθουσιασμό και στοργή στο «Call Me by Your Name». Ένα έργο που καταφέρνει να είναι αισθησιακό, αλλά όχι αδιάκριτο. Ελκυστικό, αλλά όχι αποπνικτικό. Άμεσο, αλλά ποτέ παράτολμο. Ένα σπάνιο είδος ποίησης όπου τα πάντα ισορροπούν στην εντέλεια.

Σε αυτό συντελούν και οι αξιόλογες ερμηνείες του Σαλαμέ, του Χάμερ και του Στούλμπαργκ. Μου είναι δύσκολο να σκεφτώ άλλον νεαρό ηθοποιό να παραδίδει μια τέτοια μεγαλειώδη ερμηνεία όσο αυτή του Σαλαμέ εδώ. Σκιαγραφώντας την αμηχανία και την πληθωρικότητα του απροσδόκητου έρωτα με καταστροφική ακρίβεια, ο ηθοποιός θα πρέπει από τώρα να ετοιμάζει τον λόγο του για τα επόμενα Όσκαρ. Ο Χάμερ, από την άλλη, στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, εκπλήσσει με μια εμφάνιση που εκμεταλλεύεται πλήρως τη εξωπραγματική ομορφιά του προσθέτοντας ένα στρώμα τρυφερότητας, πάθους και τη λύπης. Και έπειτα υπάρχει κι ο Μάικλ Στούλμπαργκ, ο οποίος συμπυκνώνει, με απόλυτη σαφήνεια και διορατικότητα, τα θέματα αυτής της όμορφης, βαθύτατα ερωτικής ταινίας σε λιγοστές μόνο σκηνές. Οι τρείς τους μαζί με τις Αμιρά Καζάρ και Έσθέρ Γκαρέλ συνθέτουν ένα επιτελείο ηθοποιών, των οποίων τη χημεία σπάνια βλέπουμε στην κινηματογραφική οθόνη.

Εν κατακλείδι, το «Call Me by Your Name» είναι μια πραγματικά απίστευτη ταινία. Ισχυρή και εύστοχη, ξυπνάει τις αισθήσεις δελεάζοντάς σε να ζήσεις τη ζωή πλήρως όσο προλαβαίνεις.

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

T2 Trainspotting [2/5]

Όταν το «Trainspotting» κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 1996, ξεπέρασε θεαματικά τις προσδοκίες. Ήταν κάτι περισσότερο από μία ταινία, ήταν ένα πολιτιστικό γεγονός, μια ταινία που μιλούσε απευθείας σε μια ολόκληρη γενιά. Πώς καταφέρνεις λοιπόν να κάνεις κάτι παρεμφερές τόσα χρόνια μετά; Η απάντηση είναι… δεν το κάνεις. Δεν μπορείς να το κάνεις. Αυτό το πολυαναμενόμενο σίκουελ δεν επρόκειτο ποτέ να έχει την ίδια επίδραση με το πρωτότυπο εγχείρημα. Τι σημαίνει όμως αυτό για τη συγκεκριμένη ταινία;

Παραμένοντας πιστή στο ύφος του πρωτότυπου, o Ντάνι Μπόιλ παρουσιάζει την ιστορία που θέλει να πει με τον ίδιο μοναδικό υφολογικό τρόπο, λαμβάνοντας μια σουρεαλιστική προσέγγιση ανά στιγμές, ενώ παράλληλα είναι εμφανές ότι το διασκεδάζει. Εξισορροπώντας αξιοσημείωτα την κωμωδία με τη συγκίνηση, τα συναισθήματα σου μεταβάλλονται με διαφορά λεπτού. Τη μία στιγμή γελάς δυνατά και την άλλη αισθάνεσαι σκεπτικός κι αγέλαστος. Ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης καταφέρνει να κάνει την ταινία του να λειτουργεί ως ένα σχόλιο για τη μέση ηλικία χρησιμοποιώντας τους ίδιους χαρακτήρες που πριν από 20 χρόνια ζούσαν τη στιγμή και τώρα μοιάζουν παγιδευμένοι σε μια περίοδο όπου φοβούνται να κοιτάξουν πίσω και ακόμη περισσότερο δειλιάζουν να δουν μπροστά. Μολονότι τα δικά μας νιάτα δεν ήταν τόσο ζοφερά όσο των ηρώων, πρόκειται για μια ιδέα την οποία μπορούμε να συμμεριστούμε χάρη στη νοσταλγία με την οποία είναι εμποτισμένο το φιλμ.

Όμως, ενώ η νοσταλγία που υπάρχει εξασφαλίζει ότι θα έχετε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σας χάρη στα αναγνωρίσιμα πρόσωπα, το σκορ και το ύφος, το συνεχές κι ασταμάτητο γνέψιμο στο παρελθόν, με άφθονο αρχειακό υλικό και πάμπολλες αναφορές σε εικονικές σκηνές, εξυπηρετεί φυσικά έναν σκοπό, αλλά από ένα σημείο και μετά μοιάζει φτιαχτό. Ο Μπόιλ και ο σεναριογράφος Τζον Χοτζ, θέλοντας να ευχαριστήσουν σε υπερθετικό βαθμό τους οπαδούς, παραβλέπουν το γεγονός ότι πρόκειται για ένα αυτόνομο εγχείρημα. Καθώς η πλοκή προχωρά και η αίσθηση της οικειότητας και της νοσταλγίας φθείρεται, οι ρωγμές αρχίζουν να εμφανίζονται και εμείς ψάχνουμε να στηριχτούμε στην ύπαρξη μιας πιο σαγηνευτικής, έξυπνης πλοκή που δυστυχώς δεν υπάρχει. Χωρίς ποτέ να δικαιολογεί πραγματικά την ύπαρξή του, το «T2 Trainspotting» στερείται αφήγησης. Βασικά, θα το πάω λίγο παραπέρα και θα πω πως δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της. Το μόνο κεφάλαιο που έκλεισε από την τελευταία ταινία είναι η εξήγηση του Renton (ο χαρακτήρας του ΜακΓκρέγκορ) στους φίλους του γιατί έκανε ό,τι έκανε. Αυτό είναι. Το υπόλοιπο είναι αρκετά άσκοπο.

Δεν είναι ότι το «Τ2 Trainspotting» είναι μια κακή ταινία. Απλά δεν περνάει αποτελεσματικά ένα σαφές μήνυμα. Προσπαθεί να αξιοποιήσει την ιδέα τού να ζεις τη ζωή στο έπακρο, αλλά δεν το κάνει τόσο καλά αυτή τη φορά. Καλή η κινηματογραφική νοσταλγία, αλλά θα πρέπει να μπορείς να κάνεις κάτι πέρα από το να βασίζεσαι εξολοκλήρου σε αυτή. Έτσι, ενώ τα ερωτήματα παραμένουν ως προς το αν είναι η ταινία απαραίτητη, η ουσία είναι ότι η ταινία έγινε και πως υπάρχει μια συναισθηματική προσκόλληση. Αν ωστόσο δεν έχετε κάποιο δέσιμο με το «Trainspotting», το «Τ2» δεν θα σας προσφέρει πολλά.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Logan [2.5/5]

Πίσω στο 2000, ένας ψιλο-άγνωστος Χιου Τζάκμαν αναλαμβάνει τον ρόλο του Γούλβεριν στην πρώτη μεταφορά στην μεγάλη οθόνη της σειράς κόμικς της Marvel, «X-Men». Από εκείνη τη στιγμή θα επαναλάβει τον ρόλο του σε κάθε X-Men, αλλά και σε κάθε spin-off. Δεκαεπτά χρόνια μετά, ο διάσημος αυστραλός ηθοποιός, θέλοντας να κρεμάσει τον αδαμάντιο σκελετό του, ερμηνεύει για τελευταία φορά τον διάσημο υπερήρωα στο άνισο «Logan» του Τζέιμς Μάνγκολντ.

Η πλοκή του έργου λαμβάνει χώρα κατά το έτος 2029, όπου οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, μεταλλαγμένοι έχουν αφανιστεί. Οι μόνοι που υπάρχουν από το αρχικό κινηματογραφικό σύμπαν είναι ο Γούλβεριν και ο Τσαρλς Φράνσις Εξέβιερ, γνωστός και ως Καθηγητής Χ. Αλλά κι αυτοί δεν είναι οι ίδιοι. Ο πρώτος είναι σωματικά και ψυχολογικά ηττημένος και ο δεύτερος ένας συνεχώς ναρκωμένος και κλειδωμένος σε ένα πύργο νερού ηλικιωμένος κύριος που πάσχει από ανία. Σε αυτή την υπαρξιακή πικρία και λύπη εμφανίζεται μια νεαρή κοπέλα, η Λόρα, η οποία θα αλλάξει τα πάντα.

Οι δύο πρώτες πράξεις του «Logan» είναι καλύτερες από οποιαδήποτε άλλη stand-alone ταινία με τον Γούλβεριν. Τοποθετημένη κάπου μεταξύ ενός αμερικανικού road movie και μιας ταινίας δράσης στο ύφος του «Leon», το έργο του Μάνγκολντ είναι γεμάτο αίμα, βία και οτιδήποτε άλλο μπορεί να περιμένετε. Ταυτόχρονα, δεν είναι μια συνηθισμένη ταινία με σούπερ ήρωες. Έχοντας ως βάση την ιστορία «Old Man Logan», γραμμένη από τον Μαρκ Μίλαρ και εικονογραφημένη από τον Στιβ Μνίβεν, διαθέτει περισσότερο βάθος καταφέρνοντας να μιλήσει για τις ατέλειες που συνδέονται με την αύξηση της ηλικίας και το πώς μπορεί να καταστραφεί ο κόσμος αν αναπτυχθεί με βάση μια σπασμένη κοινωνία. Ενσωματώνοντας ένα σκοτεινό ύφος που ταιριάζει απόλυτα σε αυτή την ιστορία, η ταινία δεν είναι ανάλαφρή. Είναι ωμή και θαρραλέα. Αποκλίνει από τα συνηθισμένα για να γίνει κάτι νέο και μοναδικό. Όχι μόνο γίνεται η πιο γειωμένη ταινία Γούλβεριν, αλλά και η πιο γειωμένη X-Men ταινία. Όλα αυτά όμως μέχρι το τέλος της δεύτερης πράξης…

Πολλά πράγματα συμβαίνουν τη στιγμή που η ταινία προσανατολίζεται προς τα συναισθήματα του κοινού. Αλλάζοντας δραματικά τον τόνο από κάτι σκοτεινό και ώριμο σε κάτι καθαρά ανόητο, το τελευταίο μέρος σε πετάει εντελώς έξω χωρίς να είσαι σε θέση να το συγχωρέσεις ακόμα κι όταν προσπαθεί να επανορθώσει. Καταρχάς, από τη στιγμή που εισάγεται στο φιλμ ο χαρακτήρας του X-24, το έργο μετατρέπεται σε μια μεταλλαγμένη κακή έκδοση της σειράς ταινιών «Εξολοθρευτής». Δεν θα πω περισσότερα για να μη σας το χαλάσω, αλλά η εισαγωγή του συγκεκριμένου χαρακτήρα γεμίζει την άλλοτε καλά θεμελιωμένη ταινία με συμπτώσεις που την εξασθενίζουν. Κατά δεύτερον, ο αγώνας του πρωταγωνιστή με τη μεταλλαγμένη ταυτότητά του (κάτι που εξερευνάται τακτικά από το «X-Men» του 2000) αποδεικνύεται ιδιαίτερα αναποτελεσματικός. Οι σεναριογράφοι μπορεί να μας έχουν δώσει έναν διαφορετικό Γούλβεριν, αλλά ένα εύκολο τέχνασμα στο τρίτο μέρος, που μόνο σκοπό έχει την προώθηση της πλοκής, επηρεάζει τη σχέση μεταξύ εκείνου και της μικρής πρωταγωνίστριας δημιουργώντας μια έλλειψη χημείας που επιδρά στα πάντα αρνητικά. Το μεγαλύτερο της πλήγμα είναι ότι δημιουργεί μια έλλειψη συναισθηματικού δεσίματος, αφού πλέον η σχέση τους αντιμετωπίζεται από εμάς το κοινό, απλά ως ένας βολικά δραματικός μηχανισμός.

Τέλος, οι οπαδοί του franchise X-Men έχουν αναπτύξει έναν στενό δεσμό με Γούλβεριν του Χιου Τζάκμαν. Καθώς πρόκειται για την τελευταία ταινία του, θα περίμενε κανείς ένα καταληκτικό αντίο με πραγματική απήχηση. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Το φιλμ του Μάνγκολντ χάνει τη δυναμική που έχει χτίσει με την ιστορία, τις σκηνές δράσης και τους χαρακτήρες, με έναν επίλογο πολύ πρόχειρο για έναν χαρακτήρα αυτού του διαμετρήματος, καταλήγοντας να γίνει ένας ανεπαρκής αποχαιρετισμός σε έναν εικονικό χαρακτήρα, αλλά και σε έναν μεγάλο ηθοποιό.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

The Great Wall [0.5/5]

Είναι ξεκάθαρο από το πρώτο κιόλας λεπτό ότι ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της συγκεκριμένης ταινίας είναι ένας και μόνο ένας. Το κορτάρισμα των στούντιο του Χόλιγουντ στην Κίνα. Μια χώρας που βρίσκεται σε ανοδική πορεία για να γίνει η μεγαλύτερη αγορά στο παγκόσμιο box-office μέσα σε δύο ή τρία χρόνια. Κάτι καθόλου επιλήψιμο αν το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν μια απίστευτα κοινότυπη ταινία με τέρατα, τόσο κακή που δεν θα πιστεύετε τι είδατε ακόμα και μετά την έξοδο σας από το σινεμά.

Με ένα σενάριο που δεν ξεπερνά ποτέ το επίπεδο του «μια φορά και ένα καιρό», o Γιμού και οι ΕΞΙ σεναριογράφοι δεν αφιερώνουν ούτε το ελάχιστον στο να δώσουν ταυτότητες ή ένα κάποιο ίχνος ιστορίας στους χαρακτήρες. Αντ` αυτού περιορίζονται σε απλοϊκά νοήματα και διδαχές σχετικά με τη σημασία της εμπιστοσύνης, στην προσπάθεια τους να δώσουν βαρύτητα σε κάθε πτυχή της ταινίας. Πώς όμως να εμφυσήσεις ζωή σε κάτι τόσο ηλίθιο. Πώς να κάνεις τον άλλο να ενδιαφερθεί όταν το έργο δεν διαθέτει απολύτως καμία συνοχή. Όταν είναι ξεκάθαρο ότι έχεις πουλήσει την ψυχή σου στον διάολο του κέρδους, προκειμένου να παρουσιάσεις όσο περισσότερο θέαμα μπορείς ανεξαρτήτου κόστους. Ναι υπάρχει η ιδιοφυΐα του Ζανγκ Γιμού να παράγει όμορφες εικόνες, δραματικές, πολύχρωμες και πλούσιες, κάνοντας την ταινία να λάμπει σαν ένα διαμάντι. Τι να το κάνεις, όμως, όταν όλο αυτό είναι μια ψευδαίσθηση;

Παραδομένο στους νόμους του CGI και γεμάτο ακραίες σεκάνς δράσης και ακροβατικά που μόνο γέλιο βγάζουν, το Σινικό Τείχος, το μεγαλύτερο σε έκταση ανθρώπινο οικοδόμημα και ένα από τα σύγχρονα επτά θαύματα του κόσμου, εδώ δεν είναι τίποτε άλλο πάρα μόνο η σύνδεση ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς, δύο κινηματογραφικά σύμπαντα διαμορφωμένα ώστε να καταναλωθούν στις δύο κουλτούρες και στη συνέχεια σε όλο τον κόσμο.

Why Him? [1/5]

Το «Γιατί Αυτόν» συνεχίζει την παράδοση των ταινιών που αντιπροσωπεύουν ένα νέο είδος που φαίνεται να εξελίσσεται σε πρότυπο για τις περισσότερες κωμωδίες και αποτελείται από τα εξής λίγα συστατικά: γρήγορο ρυθμό, χαμηλού επιπέδου αστεϊσμούς και άσκοπες σκηνές δεμένες με μια υποχρεωτική αφήγηση. Και μπορεί η ταινία του Τζον Χάμπεργκ να είναι η λιγότερο κακή του είδους, είναι όμως ασυζητητί η λιγότερο αστεία, παρά τις προσπάθειες της να χτίσει τη φάρσα γύρω από μια παλλόμενη καρδιά και ψυχή. Δυστυχώς γι` αυτήν, το κάνει με τόσο αδέξιο και συμβιβαστικό τρόπο που ποτέ δεν δημιουργεί την απαραίτητη δυναμική που χρειάζεται η κωμωδία για να ευδοκιμήσει.

Το φιλμ στον πυρήνα του διαθέτει τη συνηθισμένη «πατέρας εναντίον νέου φίλου της κόρης του» αφήγηση παρουσιάζοντας τη ζωή του Νεντ Φλέμινγκ, ο οποίος έχει ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με τον πιθανό γαμπρό του. Και ενώ αυτό το σενάριο δύο ανδρών που μειώνουν τον εαυτό τους πέρα από τα όρια της αξιοπρέπειας θα έπρεπε να παρέχει πολλές κωμικές ευκαιρίες, ο Χάμπεργκ είναι τόσο αποφασισμένος να διατηρήσει τους δυο πρωταγωνιστές του συμπαθείς, που η κωμωδία πεθαίνει προτού να μπορέσει ακόμα να ξεκινήσει. Με μια τόσο άκαμπτη προσέγγιση στους χαρακτήρες, η ιστορία όχι μόνο μοιάζει σαν να μην πηγαίνει πουθενά, αλλά αναλώνεται στην ύπαρξη σταθερών καταστάσεων που δημιουργούνται και επιλύονται με όσο το δυνατό λιγότερο ικανοποιητικό τρόπο μέχρι να φτάσουμε στο αναπόφευκτο και τετριμμένο φινάλε.

Αποτελεσματικά και μην μπορώντας να βασιστεί στους υποανάπτυκτους χαρακτήρες, η ταινία ακολουθεί για ακόμα μία φορά την εύκολη λύση: ακουμπά στο άξεστο για την υποστήριξη. Κάθε αστείο είναι τονισμένο ή στηρίζεται σε βωμολοχίες σε τέτοιο βαθμό που από ένα σημείο και μετά εγκαταλείπεται εξολοκλήρου η πλοκή προς όφελος τεμπέλικων καλαμπουριών που αισθάνονται βεβιασμένα και επαναλαμβανόμενα. Αυτό που είναι πραγματικά αξιοπερίεργο επίσης στο «Γιατί Αυτόν» είναι η προσπάθεια διατήρησης μιας δύσκολης κατάστασης για όσο το δυνατόν περισσότερο με οποιοδήποτε τρόπο και κόστος, χωρίς τίποτα χιουμοριστικό να βγαίνει από αυτήν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή στην τουαλέτα. Ακόμα κι έτσι, το σύνολο του καστ κάνει ό,τι καλύτερό για να σώσει την ταινία (Κράνστον και Μάλαλι μακράν οι καλύτεροι) από το να είναι μια σειρά από σκηνές αφημένες στην τύχη, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό. Όπως έχουν τα πράγματα, το «Γιατί Αυτόν» μετατρέπεται εύκολα σε «γιατί σ` έμενα;» μετά τη θέαση του…