Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Three Billboards outside Ebbing, Missouri ★★★★

Μετά το εξαιρετικό «Αποστολή στην Μπριζ» και το άκρως ενδιαφέρον «Επτά ψυχοπαθείς», ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακ Ντόνα έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο λαμπρούς κινηματογραφιστές της εποχής μας. Η έντονη αίσθηση του αντίκτυπου των λέξεων, των χειρονομιών και των εικόνων που διαθέτει είναι σπάνια στο σημερινό τοπίο του κινηματογράφου και συμβαδίζει με την πρωτοφανή επιμέλεια του στην κατασκευή των λεπτομερέστατων, σύνθετων αφηγήσεών του. Με δεδομένη την έκφραση “το καλό πράγμα αργεί να γίνει”, ως ένας επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο Μακ Ντόνα πήρε το χρόνο του για ετοιμάσει το νέο του κινηματογραφικό πόνημα. Και μετά από πέντε χρόνια σιωπής επιστρέφει με το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» ένα άλλο μικρό θαύμα αφηγηματικής ισορροπίας όπου ο βαθύς πόνος και το λακωνικό χιούμορ, οι απροσδόκητες ανατροπές, η οργανική ροή δράσης και οι χαρακτήρες που αλλάζουν αλλά πάντα παραμένουν οι ίδιοι, δένουν αρμονικά.

Η ιστορία απλή: Η κόρη της Mildred είναι νεκρή εδώ και επτά μήνες. Οι τοπικές αρχές δεν κάνουν τίποτα για να διευκρινίσουν την αλήθεια. Προκειμένου να εκφράσει την αντίδραση της, η Mildred μισθώνει τρεις διαφημιστικές πινακίδες στα περίχωρα. Και είναι αυτές οι περιβόητες πινακίδες του τίτλου που αποτελούν το έναυσμα για μια ολόκληρη επεισοδίων μεταξύ των κατοίκων της πόλης. Τώρα, όποιος γνωρίζει τις ταινίες του Μακ Ντόνα ξέρει ότι στον πυρήνα τους υπάρχουν συχνά σκληροί χαρακτήρες που ασχολούνται με την άσχημη πλευρά της ζωής, η οποία αναγκάζει ακόμα και τους καλύτερους και πιο δυνατούς να λυγίσουν.

Και το «Three Billboards outside Ebbing, Missouri» διαθέτει πολλούς. Ανθρώπους γραπωμένους από το δράμα του θανάτου, της απώλειας και του καθήκοντος. Γεμάτους πόνο, άγχος και ενοχή. Όλοι τους υπέροχα σκιαγραφημένοι, ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, αμφίθυμοι, τρισδιάστατοι. Και εξαιτίας αυτού μετά τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά, ο θεατής πιστεύει ότι είναι ήδη καλά εξοικειωμένος τόσο με αυτούς και με το τι θα δει. Και εδώ έρχεται η μαγκιά της ταινίας. Αυτή η υποτιθέμενη τραγικότητα είναι παραπλανητική, διότι ο σκηνοθέτης μπολιάζει την πικρή του ιστορία με μικρές στιγμές χιούμορ που όχι μόνο προσθέτουν μια ελαφριά αίσθηση στο καταπιεστικό βάρος των σκοτεινών θεμάτων αλλά δίνουν στους χαρακτήρες νέες όψεις, ξεπερνώντας τα κλισέ που αρχικά δημιουργήθηκαν. Ο Μακ Ντόνα δείχνει στο κοινό του πόσο λάθος ήταν με τις πρώτες εντυπώσεις του. Και δεν το κάνει αυτό ξαφνικά κάνοντας τους χαρακτήρες να δρουν διαφορετικά από πριν. Όχι, δεν καταφεύγει σε φτηνά κόλπα, αλλά γράφει τόσο καλές σκηνές που τα αληθινά χαρακτηριστικά των χαρακτήρων ξεφλουδίζονται αργά, αλλά πάντα πιστευτά.

Όπως συμβαίνει στη ίδια την ζωή οι χαρακτήρες του αλλάζουν τις απόψεις τους, σχηματίζουν απροσδόκητες συμμαχίες, κάνουν απρόσμενα πράγματα που ίσως ξεπερνούν τα συνήθη όρια της ηθικής και ταλαντεύονται στις γκρίζες περιοχές. Και μέσω αυτών, ο Μακ Ντόνα απελευθερώνει σταδιακά νέα επίπεδα της αφήγησης του και υπονομεύει επιδέξια τις προηγουμένως κατασκευασμένες προσδοκίες. Ποτέ δεν κρίνει και αφήνει τους χαρακτήρες και την ιστορία χώρο και ευελιξία. Και αυτό τον κάνει αποτελεσματικό για να εξετάσει ζητήματα όπως η βία των ανδρών, τα προνόμια, τη δικαιοσύνη και πολλά ακόμα. Οι συγκλονιστικές επιδείξεις βίας, τόσο οι δικαιολογημένες όσο και οι αδικαιολόγητες, αφήνουν μια απτή και διαρκή εντύπωση και εξασφαλίζουν ότι θα σκέφτεστε αυτή την ταινία πολύ καιρό μετά τους τίτλους τέλους. Θα μπορούσε κανείς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η ταινία είναι ένα είδος συμπυκνώματος από αυτό που υποφέρει η κοινωνία μας: ο θυμός δημιουργεί θυμό, τα στερεότυπα και η μεροληψία γεννά προκαταλήψεις. Το τέλος θα απογοητεύσει αναμφισβήτητα πολλούς, υπάρχει λόγος όμως που τελειώνει έτσι τον οποίο θα σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι σας.

Πέρα από το σενάριο και την σημασία του, επιβάλλεται στην συγκεκριμένη κριτική να αναφερθούμε στους ηθοποιούς. Πρώτα από όλα και όλους στην Φράνσις ΜακΝτόρμαντ. Κανένας χαρακτηρισμός δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως το μεγαλείο της ερμηνείας της. Απόλυτα σαγηνευτική, πίσω από το σκληροτράχηλο προσωπείο της αλλάζει αβίαστα συναισθήματα που διαπερνούν την οθόνη. Μαγευτική απλά! Το υποστηρικτικό καστ είναι επίσης εξαιρετικό. Ο Γούντι Χάρελσον να συνεχίζει να είναι αξιόπιστος και πάντα καλός σε ότι και αν τον βάλεις να κάνει. Ο Σαμ Ρόκγουελ είναι ένας πολύ υποτιμημένος ηθοποιός, και αυτή η ταινία δείχνει πραγματικά αυτά που είναι σε θέση να κάνει. Ο Λούκας Χέτζις είναι υπέροχος. Ενώ τέλος συγκρατήστε το όνομα του Κάλεμπ Λάντρι Τζόουνς, θα γίνει μεγάλο αστέρι!

Για να συνοψίσω, χάρη στους εκπληκτικούς ηθοποιούς και τη πολυεπίπεδη, συγκινητική ιστορία που, παρά το ζοφερό περιεχόμενό της, εκπέμπει επίσης τη ζεστασιά και την ελπίδα, το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» είναι ένα μικρό κόσμημα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...