Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Lincoln [4/5]

Φαινόταν αναπόφευκτο ότι αν υπάρχει ένας σύγχρονος σκηνοθέτης που θα μπορούσε να ζωντανέψει τον δέκατο έκτο, και πιο διάσημο, πρόεδρο της Αμερικής, δεν θα ήταν άλλος από τον Steven Spielberg. Αν το Χόλιγουντ κάνει ποτέ το δικό του Όρος Ράσμορ, χωρίς αμφιβολία το πρόσωπό του θα είναι το πρώτο που θα λαξευτεί στον βράχο. Με μια φιλμογραφία γεμάτη από καλλιτεχνικά κι εμπορικά επιτυχημένες ταινίες, που όμοια της δεν υπάρχει, το όνομα του σκηνοθέτη είναι ακλόνητα συνυφασμένο με την αμερικανική ποπ, κι όχι μόνο, κουλτούρα. Ο Λίνκολν, από την άλλη, είναι ένας από τους σπουδαιότερους της αμερικανικής πολιτικής. Ο άνθρωπος που δεν θα μπορούσε να κάνει κανένα λάθος στα μάτια της αμερικανικής κοινής γνώμης. Είναι, λοιπόν, ο «Λίνκολν» του Spielberg κάτι παραπάνω από ένα κινηματογραφικό μνημείο για τον 16ο Πρόεδρο; Η απάντηση είναι ναι.

Ίσως το πιο συγκρατημένο ιστορικό δράμα του μέχρι σήμερα, το «Λίνκολν» πολύ έξυπνα εστιάζει αποκλειστικά στο μικρό τμήμα της ζωής του προέδρου κατά τη διάρκεια του οποίου προσπαθούσε να περάσει τη 13η Τροπολογία (κατάργηση της δουλείας). Έτσι, η ταινία είναι κατά κύριο λόγο ένα ελκυστικό πολιτικό δράμα, στο οποίο ο Λίνκολν και το ρεπουμπλικανικό κόμμα του καταβάλουν προσπάθειες για να πείσουν αρκετά μέλη του κογκρέσου των ΗΠΑ να ψηφίσουν υπέρ της 13ης τροπολογίας. Υπάρχουν σκηνές από ιδιωτικές συζητήσεις μεταξύ του Λίνκολν και του προσωπικού του, συναντήσεις με διάφορους χαρακτήρες έξω από τον Λευκό Οίκο, φλογέρες συζητήσεις μέσα στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τα λοιπά. Ενδιάμεσα υπάρχουν και κομμάτια της ιδιωτικής ζωής του Λίνκολν με την οικογένειά του και το έργο γίνεται η ιστορία ενός ανθρώπου που έχει έφεση στο να λέει ιστορίες προκειμένου να πει αυτό που θέλει και να οδηγήσει μια χώρα σε ρήξη προς το όραμά του για ένα ενωμένο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, το σενάριο του Tony Kushner μάς παρέχει μια πλήρη απεικόνιση του Λίνκολν ως άνθρωπο, πρόεδρο και πολιτικό, και όχι μόνο ως τον μύθο που ξέρουμε ή έχουμε διαβάσει από βιβλία. Προς τιμήν του, δε, ο κύριος Spielberg δεν διστάζει να δείξει και την κάπως διεφθαρμένη προσέγγιση του Λίνκολν στην πολιτική. Μην ξεγελιέστε, όμως, η ταινία κάνει σαφή τη συμπάθειά της. Γιατί όσο και να μας λέει ότι οι κινήσεις του Λίνκολν ήταν έξω από τα πλαίσια της νομιμότητας, άλλο τόσο τα θεωρεί όλα δικαιολογημένα, επειδή κάτι τέτοιο του επέβαλλε η «ηθική πυξίδα» μέσα του. Και δεν ξέρω αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ίσως μια τέτοια συζήτηση θα ήταν καλύτερο να αφεθεί στους ιστορικούς μελετητές, αλλά αισθάνθηκα ότι ήταν καθήκον ενός αμέριστου σκηνοθέτη να επιτρέψει τουλάχιστον στο κοινό να σχηματίσει τη δική του γνώμη για το θέμα.

Πέραν τούτου, η ταινία είναι πραγματικά εξαιρετική. Και ο σημαντικότερος λόγος που τα καταφέρνει περίφημα είναι γιατί ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα διακριτικό και σεμνό φιλμ. Διαθέτει ένα σενάριο που καταλαβαίνει τη βαθιά ιστορική σπουδαιότητα του υλικού του, αλλά βρίσκει χρόνο να μετατρέψει ένα σύμβολο σε έναν πραγματικό άνθρωπο, διαθέτοντας παράλληλα κι έξυπνη κωμική ανακούφιση μέσα στη δραματουργία του. Και παρόλο που καταπιάνεται με ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, αυτό που κάνει το φιλμ ακόμα καλύτερο είναι ότι μοιάζει να μη δίνει ποτέ ιδιαίτερη έμφαση στη βαρύτητα και τη σημασία όλων αυτών. Η κάμερα του Spielberg βρίσκεται πάντα στο παρασκήνιο παρακολουθώντας κάθε στιγμή και δεν παίρνει θέση ποτέ στο προσκήνιο προκειμένου να κάνει τα πράγματα δραματικά ή βαριά. Ο συνδυασμός λοιπόν της απουσίας έντονου δραματικού στόμφου και της συναρπαστικής γραφής του Kushner, κάνουν την παρακολούθηση του φιλμ ακόμα πιο ευχάριστη. Είναι άκρως ενδιαφέρον να βλέπεις τα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται από ορισμένους εκπροσώπους και τα διαφορετικά κίνητρα που έχουν όσοι είναι υπέρ ή κατά της πρότασης. Μόνο και μόνο γι’ αυτό, το «Λίνκολν» είναι άξιο παρακολούθησης από εκείνους που απολαμβάνουν κι εκτιμούν καλές πολιτικές ταινίες αλλά και για την πλειοψηφία των ανθρώπων, αφού βασικά είναι ένα μεγάλο μάθημα ιστορίας. Ένα πολύ επίκαιρο και σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, που άλλαξε και διαμόρφωσε την Αμερική αλλά κι ολόκληρο τον κόσμο.

Αφού νομίζω ότι υπέρ-αποθέωσα τα σενάριο του έργου, ας περάσουμε τώρα στον επόμενο τεράστιο λόγο που αξίζει κανείς να δει την ταινία: τους ηθοποιούς της. Ο Daniel Day-Lewis είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς εν ζωή. Τα βραβεία που έχει λάβει σε όλη τη σταδιοδρομία του δεν ήταν ποτέ υπερβολικά ή άδικα, αφού ο άνθρωπος το κατέχει το χάρισμα. Και ως Λίνκολν, σίγουρα δεν απογοητεύει. Από τη μαλακή φωνή του, το σκόπιμα αργό περπάτημα του, την παιχνιδιάρικη διάθεση, τη σοβαρότητα του, ο Day-Lewis εξαφανίζεται κυριολεκτικά μέσα στον ρόλο και υποδύεται τον Λίνκολν ως έναν άνθρωπο υψίστης σημασίας. Με λίγα λογία, ο Daniel Day-Lewis γεννήθηκε για να παίξει τον Αβραάμ Λίνκολν. Ο Tommy Lee Jones, ως Thaddeus Stevens, αξίζει επίσης ιδιαίτερης μνείας. Ο Stevens του είναι ένας απότομος άνθρωπος έτοιμος να κάνει τα πάντα και να έρθει αντιμέτωπος με οποιονδήποτε προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Σίγουρα μία από τις καλύτερες ερμηνείες του Jones. Φυσικά, δεν θα μπορούσα να μη σταθώ και στην ανεπανάληπτη Sally Field. Ότι και να πεις γι’ αυτήν την ηθοποιό είναι λίγο και εδώ ως η πενθούσα, θυμωμένη και πεισματάρα Mary Todd Lincoln δίνει μια εκπληκτική ερμηνεία, και παρά τον λιγοστό χρόνο εμφάνισης της, κλέβει την παράσταση. Το υπόλοιπο καστ τα καταφέρνει επίσης περίφημα. Οι ερμηνείες των Joseph Gordon-Levitt, James Spader, Hal Holbrook, John Hawkes, Jackie Earle Haley, Jared Harris, David Costabile, Michael Stuhlbarg και ιδιαίτερα του David Straithairn, ο οποίος υποδύεται τον υπουργό εξωτερικών William Seward, είναι όλες υπέροχες.

Από τεχνικής πλευράς, τώρα, το «Λίνκολν» είναι το κάτι άλλο. Η φωτογραφία του Janusz Kaminski είναι εξαίσια διαθέτοντας τέλεια ισορροπημένα πορτραίτα που συλλαμβάνουν τη μοναξιά του Λίνκολν ή τον θάνατο στο πεδίο της μάχης. Τα σκηνικά του Rick Carter είναι υποδειγματικά, όπως και τα κοστούμια της Joanna Johnston. Δεν υπάρχει ούτε ένα κουμπί ή φουρκέτα που να μην ανήκει στην περίοδο που διαδραματίζεται η ταινία. Ενώ, παραδόξως, βρήκα κατάλληλη και τη συγκρατημένη, σε σχέση με άλλες φόρες, μουσική επένδυση του John Williams.

Τελικό συμπέρασμα: αφήνοντας τα ιστορικά επιχειρήματα στην άκρη, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι, παρ’ όλη τη μεγάλη διάρκεια της και το πνιγμένο από διάλογους σενάριο του, το «Λίνκολν» είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου