Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας.

Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημοσίευσης του πρώτου και του δεύτερου μυθιστορήματος του Thomas Wolfe υπό την επίβλεψη του συντάκτη Maxwell Perkins. Η απεικόνιση της ασυνήθιστα οικείας (και μη-σεξουαλικής) σχέσης μεταξύ δύο ανδρών είναι τόσο μακρινή ιδέα στις σημερινές τάσεις των ταινιών, που είναι πραγματικά αναζωογονητικό μια ταινία να κινείται τόσο αντισυμβατικά. Βλέπουμε δύο άνδρες των οποίων το επάγγελμα και η σχέση τούς γίνεται εμμονή σε τέτοιο βαθμό που, χωρίς καμία συστολή, βάζουν τις οικογένειες τους στην άκρη χάνοντας ζωτικής σημασίας εμπειρίες. Παρά τις ελλείψεις τις, η ταινία μας υπενθυμίζει ότι ενώ συχνά ασχολούμαστε με την έννοια του ρομαντισμού ή του θανάτου, μια αγάπη μεταξύ δυο στενών φίλων μπορεί να είναι εξίσου βαθιά και σημαντική.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η ταινία διαθέτει υπόσταση και ουσία, τα ελαττώματα της προέρχονται από αποκλειστικά από ανθρώπινους παράγοντες. Αρχής γενομένης από την ερμηνεία του Jude Law. Χρησιμοποιώντας σχεδόν τα πάντα από το οπλοστάσιο ενός ηθοποιού, «υπερπαίζει» και υποδύεται τον Wolfe με μια μανιακή ενέργεια που ανήκει σε μια άλλη ταινία. Αυτομάτως, λοιπόν, η προσπάθεια σου να δεθείς συναισθηματικά και να κατανοήσεις αυτή την αυτοσχεδιαστική ιδιοφυΐα που ο σεναριογράφος John Logan αποπειράται να απεικονίσει, αποτυγχάνει παταγωδώς. Σε αυτό δεν βοηθάει και ο Firth, ο οποίος, χρησιμοποιώντας ακόμα και την παραμικρή σύσπαση στις εκφράσεις του προσώπου του, ερμηνεύει τον ρόλο του με μια εκλεπτυσμένη μεν, αλλά ανιαρή στωικότητα. Μεταξύ άλλων θεμάτων που προκύπτουν από το σενάριο του Logan, είναι ότι οι γυναίκες τυγχάνουν μιας κατάφωρα μισογυνικής απεικόνισης. Υπονομευμένες από την απόλυτη αποθέωση της ταινίας για τον πρωταγωνιστή της, είναι άκαρδα παραμερισμένες στο σημείο της γελοιογραφίας.

Σκηνοθετικά, το «Genius» είναι γεμάτο με τα γνωστά οπτικά ερεθίσματα. H μόνη υφολογική απόφαση που μοιάζει να μην είναι δανεισμένη από μια πληθώρα παρόμοιων ταινιών, είναι η ξεθωριασμένη χρωματική παλέτα και ο φωτισμό της. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται στον αυτόματο πιλότο χωρίς καμία προσπάθεια δελεαστικού τρόπου παρουσίασης. Μια από τις χειρότερες αποφάσεις του Grandage είναι η απόλυτη πίστη στο γεγονός ότι τα κείμενα του Wolfe είναι συναρπαστικά να τα ακούς. Υπάρχουν πολλές σεκάνς στην ταινία όπου ολόκληρα αποσπάσματα του έργου διαβάζονται χωρίς τίποτα το οπτικά ενδιαφέρον να τα συνοδεύει. Συμπερασματικά, για μια ταινία που μιλάει για έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία, το «Ένας Χαρισματικός Άνθρωπος» απλώς μας θυμίζει τον λόγο που τόσες πολλές ταινίες για τις ζωές διάσημων συγγραφέων είναι, όπως κι αυτή, ανεπαρκείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου