Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Jurassic World [1.5/5]

Έχοντας ως γνώμονα μια διαχρονική περιπέτεια που είναι ακόμη και στις μέρες μας σε θέση να εντυπωσιάσει το κοινό, κατανοώ τις δυνατότητες που σου δίνει εμπορικά η επανενεργοποίηση του franchise. Ας μην ξεχνάμε ότι η πρώτη ταινία κυκλοφόρησε το 1993, επομένως υπάρχει ένα τεράστιο νέο κοινό που μπορεί να μυηθεί στον μαγικό κόσμο των δεινοσαύρων. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί πρέπει να γυριστεί με τόσο άσχημο τρόπο. Αρχικά, ας ξεκαθαρίσουμε ότι η ανάλυση του τελευταίου σίκουελ μιας διάσημης ταινίας απαιτεί την αντιπαράθεση της με τις προηγούμενες, ιδίως εκείνων που κέρδισαν φήμη και δημοτικότητα. Έχοντας αυτό στο μυαλό, η τέταρτη ταινία της σειράς «Τζουράσικ Παρκ» -και το δεύτερο σίκουελ που ο Steven Spielberg δεν σκηνοθετεί- ξεκινά μεν αρκετά καλά, αλλά στην πορεία επαναλαμβάνει λάθη και προσθέτει ελαττώματα με αποτέλεσμα να μιλάμε για μια χαμένη ευκαιρία.

Είναι γεγονός ότι η κύρια πλοκή του «Jurassic World» δεν είναι ιδιαίτερα καινοτόμα. Ακολουθώντας την πεπατημένη, δεινόσαυροί ελεύθεροι, άνθρωποι στο τρέξιμο, το έργο του Colin Trevorrow δυστυχώς ακολουθεί το λανθασμένο μοτίβο του «Jurassic Park 3» που δεν ήταν τίποτε άλλο από μια ταινία καταδίωξης με πρωταγωνιστή έναν καινούργιο δεινόσαυρο που δεν είχαμε δει ποτέ. Όπως κι εκείνο, το «Jurassic World» ξεχνάει τους κινδύνους της ηθικής της επιστήμης που τόσο το «Τζουράσικ Παρκ» όσο και το «Ο Χαμένος Κόσμος: Jurassic Park» διέθεταν στις ιστορίες τους, και μας βάζει να αποδεχτούμε ότι η σειρά έχει γίνει ένα τυποποιημένο πράγμα με τέρατα, που απλά αλλάζει το κύριο τέρας σε κάθε νέα δόση.

Και εδώ το τέρας είναι μεγάλο, είναι θανατηφόρο, είναι έξυπνο, είναι και τι δεν είναι. Αυξάνοντας τον όγκο του τέρατος σε αναλόγια με τον αριθμό των πιθανών θυμάτων (μην ξεχνάτε ότι το πάρκο είναι ανοιχτό), οι σεναριογράφοι πίστεψαν ότι μπορούν να τη γλιτώσουν ό,τι και να κάνουν. Τραγική ειρωνεία όμως. Όταν η ραχοκοκαλιά του ίδιου σου του σεναρίου λέει ότι δεν θα βγει σε καλό αν κάνεις κάτι απλά και μόνο για το θέαμα και τα επιφωνήματα ξεχνώντας τη φύση (κινηματογραφικοί κανόνες), και εσύ το κάνεις, τότε τα λόγια είναι περιττά. Όσο μεγάλη κι αν είναι η δόση από δεινοσαύρους να σκοτώνουν τόσο προσωπικό όσο και επισκέπτες, το νόημα είναι ένα: αν αυτό που βλέπεις, θα καταφέρει να σε αγγίξει πέρα από το επιφανειακό. Το επιχείρημα τύπου τι περιμένεις να δεις από μια τέτοια ταινία, εδώ δεν πιάνει. Το ίδιο έργο γυρίστηκε πριν από είκοσι δύο χρόνια και όλοι μείναμε με το στόμα ανοιχτό, τόσο από το θέαμα όσο και από την ουσία.

Ακόμα και έτσι, όμως, αν δεχόμαστε αυτή τη «the bigger, the better» στάση της ταινίας, το έργο διαθέτει αρκετά πράγματα που δεν λειτουργούν. Πρώτο και κυριότερο, η χαζή επεξήγηση των συναισθημάτων. Σημείο των καιρών, θα μου πείτε, αλλά μιλάμε για ένα θέμα το οποίο και ο κινηματογράφος θα έπρεπε να προσπαθεί να επιλύσει. Στα πρώτα έργα δεν χρειαζόταν να εξηγήσουν οι πρωταγωνιστές ότι φοβούνται, αγαπιούνται, απειλούνται. Το σενάριο και οι καταστάσεις τα έλεγαν όλα. Εδώ τίποτα δεν νοείται. Όλα λέγονται σε άκυρες στιγμές καθαρά και ξάστερα. Σκοτώνονται δίπλα σου χιλιάδες άτομα και οι πρωταγωνιστές σού λένε πόσο φοβούνται ή ότι θα κάνουν ο ένας ό,τι καλύτερο μπορεί για να σώσει τον άλλον. Ειλικρινά, αν κάτι δεν το αισθάνονται οι ίδιοι οι χαρακτήρες σε τέτοιο βαθμό που έχουν την ανάγκη να το πουν, πώς περιμένουν το κοινό να το βιώσει; Ένας δεινόσαυρος δεν ζώσει τίποτα, όσο απειλητικός κι αν είναι.

Σε δεύτερη φάση πραγμάτων που δεν λειτουργούν, είναι η βεβιασμένη κωμωδία που υπάρχει και οφείλεται αποκλειστικά στο πρωταγωνιστή. Το έχουμε καταλάβει ότι ο Chris Pratt είναι αστείος. Δεν χρειάζεται σε κάθε ταινία να πρέπει να υπάρχει εξαναγκασμένη κωμωδία γιατί απλά ταιριάζει στον ηθοποιό. Έχει αναλογιστεί κανείς ότι μπορεί να μην ταιριάζει στην ταινία; Μάλλον όχι. Επίσης, μια και αναφερόμαστε στον Pratt, ο χαρακτήρας τον οποίο υποδύεται εκπαιδεύει τους βελοσιράπτορες! Νομίζω δεν χρειάζεται να πούμε κάτι πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Τέλος, να προσθέσουμε και τον επονομαζόμενο φόρο τιμής. Είναι άλλο να τιμάς τον προκάτοχο σου με στιγμές συγκινητικές και εκλάμψεις παρελθόντος, και άλλο όλες σου οι σκηνές να είναι κοπιάρισμα. Ας μην μπερδευόμαστε.

Για να μην μακρηγορώ (και πιστέψτε με θα μπορούσα), έχει καταστεί σαφές ότι αυτό που έκανε ο Steven Spielberg το 1993 ήταν κάτι το μοναδικό. Το «Jurassic World» δεν είναι η θριαμβευτική επιστροφή που ελπίζαμε ότι θα ήταν. Είναι μια διασκεδαστική βόλτα, που όσοι δεν έχουν δει τα παλιά θα απολαύσουν. Όλοι οι υπόλοιποι ας ευχόμαστε πως αν θα υπάρξει πέμπτο φιλμ, να είναι κάτι πέρα από το νέο τέρας της εβδομάδας, με ένα καλύτερο και πιο πιστευτό (!) σενάριο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου