Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Run All Night [1.5/5]

Κανένας δεν περίμενε ποτέ αυτή τη δεύτερη ζωή στην καριέρα του Liam Neeson. Πριν από το 2009, στο μυαλό μας τον είχαμε ως έναν αρκετά καλό δραματικό ηθοποιό, γνωστό για τη συμμετοχή του στο αριστουργηματικό «Η Λίστα του Σίντλερ». Όταν το «Η Αρπαγή» κυκλοφόρησε, ο κόσμος του Χόλιγουντ (άλλα και το κοινό κρίνοντας από τις εισπράξεις) αποφάσισε ότι αυτός ο νέος ήρωας δράσης που κατέχει και λίγη υποκριτική βαρύτητα είναι χάρμα οφθαλμών. Η συνέχεια είναι γνωστή: «Η Αρπαγή 2», «Non-Stop», «Το Μονοπάτι του Θανάτου» και ούτω καθεξής. Μετά λοιπόν από τόσες ταινίες και αντίστοιχο ξύλο, έχουμε ξεχάσει ότι ο Neeson είναι, πέρα από άνθρωπος, ένας ηθοποιός. Αυτό συμβαίνει γιατί, με λίγες εξαιρέσεις, οι ταινίες δράσης στις οποίες πρωταγωνιστεί είναι μεν ευχάριστες, αλλά επουσιώδεις. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη «Νυχτερινή Καταδίωξη». Είναι μια πολλά υποσχόμενη ταινία, ένα τσακ παραπάνω σε ποιότητα σε πολλούς τομείς από όλες τις άλλες, αλλά στην τελική έχουμε να κάνουμε με ακόμα μια ελαφρώς διασκεδαστική ταινία όπου ο Neeson σκοτώνει και δέρνει κόσμο.

Με την υπόθεση να είναι ανάξια αναφοράς, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο σεναριογράφος Brad Ingelsby, έχοντας μελετήσει πολύ καλά το στυλ των συγκεκριμένων ταινιών, θέλει να δημιουργήσει ένα άνω του μετρίου θρίλερ καταδίωξης. Διαθέτοντας μια σταθερή πρώτη πράξη, καταφέρνει και υφαίνει μαζί ιστορίες με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται σαν να μπλέκονται η μια με την άλλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο δεν είναι προβλέψιμο, πράγμα που είναι φυσικά, αλλά ότι οι συγκρούσεις που διαθέτει είναι κατάλληλα εδραιωμένες και θέτουν σε κίνηση τη δράση. Ακόμη μια θετική παραδοχή είναι ότι ο σκηνοθέτης Jaume Collet-Serra ξέρει πώς να σκηνοθετεί με δυναμικό τρόπο. Με το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας να είναι μια σειρά από σκηνές καταδίωξης, ο ισπανός σκηνοθέτης αποτελεί προσόν για την ταινία, αφού κάνει μια εξαιρετική δουλειά στη χορογραφία των σκηνών ανεβάζοντας τους παλμούς στους θεατές. Τρίτο και τελευταίο προτέρημα του έργου είναι ότι το καστ (ειδικά ο Common) καταφέρνει και ανεβάζει το υλικό, μετατρέποντας την εμπειρία στο σινεμά σε ένα αρκετά ψυχαγωγικό δίωρο.

Είναι, όμως, όλα τα παραπάνω αρκετά; Πέρα από αυτές τις δυο-τρεις θετικές παρατηρήσεις, δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα επί της ουσίας που δεν έχουμε δει στο παρελθόν και καλύτερα. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια ταινία που απλά αναβοσβήνει μπροστά στα μάτια μας, όπως οι διαφημιστικές πινακίδες που περνάνε μέσα από τα παράθυρα ενός επιταχυνόμενου τρένου. Και αυτό εγώ το θεωρώ μεγάλο πρόβλημα. Δείτε το, λοιπόν, αν δεν έχετε να δείτε κάτι άλλο. Εάν όμως αυτή η τρίτη συνεργασία του Neeson με τον Collet-Serra αποδεικνύει οτιδήποτε, είναι ότι αυτοί οι δύο θα πρέπει να προχωρήσουν σε κάτι νέο. Κουραστήκαμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου