Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο.

Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και διαλόγους που καλύτερο θα ήταν να παραμείνουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Διαθέτοντας μια πλοκή πάνω κάτω ίδια με τον προκάτοχο της, αυτή η «Νέα Απειλή» κάνει, από το πρώτο κιόλας λεπτό του έργου, απόλυτα αισθητό το πόσο προχειροφτιαγμένη είναι. Το σενάριο των, πέντε παρακαλώ, σεναριογράφων ξεκινά προσπαθώντας να μας δείξει τι συμβαίνει στον πλανήτη δυο δεκαετίες μετά την απόκρουση της πρώτης εισβολής. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την εξωγήινη τεχνολογία προς όφελος τους, ο κόσμος όλος έχει γίνει μια ειρηνική παρέα και άλλα τέτοια. Και πάνω που όλα είναι καλά και ωραία και ο κόσμος ετοιμάζεται για να γιορτάσει την επέτειο όσων συνέβησαν στην πρώτη ταινία, τσουπ σκάει ένα διαστημόπλοιο. Ο κόσμος αρχίζει να τρέχει μανιωδώς, οι βόμβες πάνε και έρχονται, και εσύ σαν θεατής έχεις αρχίσει ήδη να βάζεις στοιχήματα για το ποια μνημεία θα καταστραφούν αφού τίποτα από όσα βλέπεις δεν σε αφορά. Και αυτό, γιατί, χιλιόμετρα μακριά από το δεξιοτεχνικό κι αγχωτικό χτίσιμο έντασης που υπήρχε στην πρώτη μία ώρα της «Ημέρας Ανεξαρτησίας», εδώ είναι ξεκάθαρο ότι το έργο βιάζεται να φτάσει στα εφέ και τις εκρήξεις χωρίς να το νοιάζει κάτι άλλο. Σε έναν αχταρμά από σκηνές όπου πράγματα απλά εννοούνται ή προσπαθούν να εξηγηθούν επιστημονικά με τον πιο βλακώδες τρόπο, τα πάντα και οι πάντες έχουν ως στόχο το ξεκίνημα της καταστροφής του κόσμου.

Χωρίς να υπάρχει λοιπόν ουσιώδες σενάριο, ξεκινάει ο αφανισμός του ανθρώπινου είδους και καθώς το έργο προχωρά συνειδητοποιείς ακόμα ένα βασικό πρόβλημα. Δεν υπάρχει πρωταγωνιστής. Και αφού δεν υπάρχει πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει κάτι που μπορεί το κοινό να υποστηρίξει ή να πιαστεί από αυτό. Και το χειρότερο, όχι μόνο δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, αλλά η ιστορία ασχολείται με δεκαέξι διαφορετικούς χαρακτήρες. Δεκαέξι ρόλοι έχουν γραφτεί και ο κάθε ένας από αυτούς έχει μία τουλάχιστον «σημαντική» σκηνή. Ας το ξαναπούμε… δεκαέξι! Κάπου στα μέσα της ταινίας, κι αφού έχουν σκοτώσει 3-4, οι σεναριογράφοι αντιλαμβάνονται ότι το πράγμα δεν λειτουργεί. Χωρίς να τους περάσει καν από το μυαλό να κάτσουν και να το ξαναγράψουν από την αρχή, αποφασίζουν να το φορτώσουν με άσχετες και σχετικές σκηνές με συναίσθημα και χωρατά μήπως και τσιμπήσουμε και δεν καταλάβουμε ότι το όλο πράγμα βρωμάει. Η λογική αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη ενός ανούσιου ομοφυλοφιλικού έρωτα, κοπιαρισμένες σκηνές από το πρώτο, χιλιάδες κοντινά για κάθε πατριωτική ατάκα και κάτι για μια συμμαχία των πολιτισμών του σύμπαντος. Για να σας δώσω να καταλάβετε το πόσο κακό είναι, μέσα σε όλα αυτά υπάρχει μια αδιανόητα κακή σκηνή με τον Λίαμ Χέμσγουορθ να κάνει κωλοδάχτυλο στους εξωγήινους και να τους κατουράει το διαστημόπλοιο.

Κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, σκέφτομαι ότι όλα αυτά δεν νοιάζουν τους περισσότερους. Πολύς κόσμος θα πάει για τις επικές μάχες, τις γεμάτες αδρεναλίνη σκηνές και τη δράση. Δυστυχώς, όμως, ούτε σε αυτό το κομμάτι το έργο δεν ανταπεξέρχεται θετικά. Οι σκηνές δράσης αποτελούνται κυρίως από κοντινά πλάνα των ηθοποιών που εξηγούν την πλοκή ο ένας στον άλλον, το μέγεθος είναι τέτοιο που το «bigger is better» γυρίζει μπούμερανγκ λειτουργώντας αρνητικά, και τα εφέ δεν προσφέρουν κάτι νέο, απλά μας θυμίζουν άλλες σκηνές σε ανώτερες ταινίες. Ο σχεδιασμός των εξωγήινων είναι επίσης εξίσου τεμπέλικος με τη γιγαντιαία εξωγήινη βασίλισσα να μοιάζει επικίνδυνα με τον κακό από τα «Χελωνονιντζάκια ΙΙ» και το φιλικό ρομπότ της παρέας των καλών να είναι ίδιο με την EVE στο «Γουόλ-Υ».

To τέλος της ταινίας θέτει τη πιθανότητα πολλαπλών συνεχειών. Αν όντως υπάρξει τρίτο μέρος, ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι ιδίας προβλέψιμης και περιορισμένης νοημοσύνης όπως αυτή η ψυχρή υπολογισμένη μηχανή, η οποία αγκομαχά να δικαιολογήσει την κληρονομιά της και συνθλίβεται κάτω από την ίδια της τη βλακεία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου