Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

The Hobbit: The Battle of the Five Armies [3/5]

Έξι ταινίες και δυο δεκαετίες μετά (μαζί με τα γυρίσματα) ένα είναι το συμπέρασμα: κανένας σκηνοθέτης δεν έχει περάσει τόσο πολύ χρόνο σε ένα κουαρτέτο βιβλίων των οποίων οι επιπτώσεις της μεταφοράς τους στο σινεμά, καλές ή κακές, είναι αναμφισβήτητες και δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Το τέλος αυτής της τεράστιας προσπάθειας του Peter Jackson έφτασε, φέρνοντας τον σκηνοθέτη αντιμέτωπο με τον κόσμο της Mordor ακόμα μια φορά. Αν και δεν επρόκειτο ποτέ να πάρει τα εύσημα του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» κλείνει αξιοπρεπέστατα, όχι όμως θεαματικά. Το πρόβλημα είναι ότι όλα όσα βλέπουμε τα έχουμε ξαναδεί πολύ καλύτερα και πολύ πιο ουσιαστικά τρεις φορές πριν (και, σε ένα μικρότερο βαθμό, δύο ακόμα φορές στις άλλες ταινίες Hobbit) με σκηνές δράσης που πραγματικά μας συνεπήραν, με χαρακτήρες για τους οποίους νοιαζόμασταν, με μια ιστορία που διέθετε συνοχή και ήταν συναρπαστική.

Το βασικό κομμάτι της πλοκής του Hobbit ήταν το πώς οι νάνοι θα επιστρέψουν στο σπίτι τους και αν θα καταφέρουν να νικήσουν τον δράκο. Άπαξ και έγιναν αυτά δεν υπάρχει τίποτα που να που οδηγεί το φιλμ προς τα εμπρός. Συνεχίζοντας ακριβώς από εκεί που η «Η Ερημιά του Νοσφιστή» έληξε, η μεγαλύτερη αδυναμία της ταινίας είναι ότι, μετά τις πρώτες σκηνές, δεν υπάρχει πλέον άλλη ιστορία που να δικαιολογεί 144 λεπτά διάρκειας. Aν παρακολουθούσαμε την τριλογία back to back, πιθανόν το κόψιμο στα 3 μέρη να λειτουργούσε πολύ καλύτερα, αλλά μετά από ένα διάλειμμα ενός έτους οι αδυναμίες των σεναριογράφων και η έλλειψη ουσίας είναι τραγικά εμφανείς. Το «Χόμπιτ: Η Μάχη των Πέντε Στρατών» σπαταλάει πολύ χρόνο και κάνει μικρά βήματα προς τη μεγάλη αναμέτρηση, παραδίδοντας στο τέλος την απαραίτητη δράση σε ωραίες τοποθεσίες, αλλά όλη η σύγκρουση μοιάζει βεβιασμένη και το διακύβευμα δεν φαντάζει τόσο σημαντικό όπως όταν ο βασιλιάς επέστρεψε. Και παρόλο που αναγνωρίζω την ικανότητα του Jackson να διηγηθεί μια επική ιστορία, αναρωτιέμαι αν είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι το δεύτερο μέρος, το οποίο προήλθε κυρίως από τη φαντασία του Tolkien, ήταν το καλύτερο; Μάλλον όχι.

Η γραφή, θα μου πείτε, δεν ήταν ποτέ το φόρτε της συγκεκριμένης τριλογίας, αλλά ποτέ το σενάριο ενός «Άρχοντα» δεν ήταν τόσο άτσαλο, βαρετό, γεμάτο κλισέ, αφόρητα βαριεστημένους πρωταγωνιστές και λανθασμένες σκηνοθετικές επιλογές. Από την μια, αν αναλύσουμε την σχέση των χαρακτήρων με την ιστορία, περίπου το μισό καστ δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης. Η υπερβολική έμφαση στην άσκοπη κωμική ανακούφιση και η παντελώς ξεκάρφωτη ρομαντική δευτερεύουσα πλοκή δεν οδηγούν πουθενά. Είναι ολοφάνερες επιπόλαιες προσπάθειες του Jackson να καλύψει χρόνο. Από την άλλη, οι φαινομενικά ηλίθιες σκηνές όπως του Legolas (Orlando Bloom) να τρέχει αλά Matrix πάνω στις πέτρες που πέφτουν από την κατάρρευση μιας γέφυρας σε σούπερ slow motion απλά δεν είναι Hobbit. Δεν είναι η ταινία που εγώ και τόσοι άλλοι αγαπούν, αλλά μια ακόμα περιπέτεια γυρισμένη στον αυτόματο πιλότο μπροστά σε γιγαντιαίες πράσινες οθόνες. Ο συνδυασμός των δυο (της απρόσωπης γραφής των χαρακτήρων και της αλά Michael Bay στιγμές σκηνοθεσίας) συνθέτουν ένα σύνολο αρκετά απογοητευτικό.

Προς τι η υψηλή βαθμολογία θα μου πείτε. Επειδή είναι η Μέση Γη. Τα τελευταία λεπτά είναι πολύ καλά εκτελεσμένα και κάθε νήμα της σύνδεσης με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», ακόμα κι αν είναι απλώς υπαινιγμοί στο σκορ του Shore, θα σας κάνει να ανατριχιάζετε. Είναι ένα γλυκόπικρο τέλος για τον μυστηριώδη και ονειρικό κόσμο της Μέσης Γης και το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι: Thanks Peter Jackson, it was one hell of an adventure!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου