Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Exodus: Gods and Kings [2/5]

Οι βιβλικές ιστορίες ήταν ένα βασικό κινηματογραφικό είδος για το Χόλιγουντ τη δεκαετία του 1950 και του 1960. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πενήντα ετών, με την κινηματογραφική αγορά ολοένα και πιο λαϊκή, η βιβλική ταινία έχει, σε μεγάλο βαθμό, εξαφανιστεί από το mainstream. Είναι, επομένως, ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ότι το 2014 έχει δει όχι μία αλλά δύο σημαντικές ταινίες που βασίζονται σε αφηγήσεις της Παλαιάς Διαθήκης, τον «Νώε» του Darren Aronofsky και τώρα το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» του Ridley Scott.

Και μπορεί η χρονική στιγμή να υπαγορεύει ότι θα υπάρξουν συγκρίσεις μεταξύ αυτών των δύο, είναι όμως πολύ διαφορετικές. Το φιλμ του Aronofsky θέλει να είναι περισσότερο ένα έργο σκέψης, ενώ το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» είναι μια επική ταινία, σκηνοθετημένη από έναν σημαντικής κινηματογραφικής σημασίας τύπο, με πρωταγωνιστές μεγάλα ονόματα και με βάση μία από τις πιο μνημειώδης ιστορίες: το ταξίδι του Μωυσή και του λαού του από την Αίγυπτο στην ιερή γη. Με τον DeMille να έχει γυρίσει την, κατά πολλούς, καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά της Αγία Γραφής με τις «Δέκα Εντολές», και με τον Scott να έχει σε μεγάλο βαθμό τελειοποιήσει στον 21ο αιώνα το είδος των επικών ταινιών με τον «Μονομάχο», τι καινοτομία μπορούν οι «Θεοί και Βασιλιάδες» πραγματικά να φέρουν στο τραπέζι; Η απάντηση είναι συνήθως η ίδια: όλο και περισσότερο θέαμα με όλο και λιγότερο όραμα.

Φυσικά, είτε πρόκειται για το πρίκουελ του «Alien», είτε για την ιστορία του «Robin Hood», κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ικανότητα του Scott να σκηνοθετεί όμορφο σινεμά. Και το ίδιο ισχύει και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έχουμε να κάνουμε με μια ταινία που διεγείρει συνεχώς σε οπτικό επίπεδο, με εντυπωσιακά αξιοθέατα πυκνοκατοικημένων πολιτισμών, καταιγίδες θανάτου και εξαιρετική απεικόνιση των πληγών της Αιγύπτου. Είναι κρίμα, όμως, γιατί όλη αυτή η ομορφιά χαραμίζεται αφού τελικά το βασικό τεστ στο οποίο η «Έξοδος» αποτυγχάνει είναι το «γιατί;». Αν πρόκειται να ξανακάνεις μια ταινία ή να επανεξετάσεις μια ιστορία που έχει ειπωθεί και ξαναειπωθεί πάμπολλες φορές, όπως αυτή του Μωυσή, θα πρέπει να υπάρχει ένας λόγος. Θα πρέπει να υπάρχει κάτι νέο που θέλεις να πεις, μια νέα ιδέα, μια νέα ερμηνεία, ένα νέο σημείο έμφασης.

Παρόλο που υπάρχουν πολλοί τρόποι εξιστόρησης της ιστορίας του Μωυσή, το έργο του Scott δεν μοιάζει να συμβιβάζεται με μια συγκεκριμένη προσέγγιση. Και αυτή η αφήγηση της αβεβαιότητας μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αν αναλογιστεί κανείς ότι όχι ένας, ούτε δύο, αλλά τέσσερις σεναριογράφοι -Adam Cooper, Bill Collage, Jeffrey Caine και Steve Zaillian- είναι υπεύθυνοι για αυτό που βλέπεις. Δεν είναι μια ιστορία πίστης, ούτε μια ιστορία ενός λαού. Δεν είναι καν η ιστορία μετατροπής του Μωυσή σε ηγέτη. Μοιάζει να εστιάζει στο να είναι μια ιστορία δύο αδελφών, αλλά ακόμα και τότε δεν επενδύει εντελώς σε αυτήν. Μην ξέροντας λοιπόν τι ιστορία θέλει να πει και αποκλίνοντας από τον στόχο της συνεχώς, χωρίς έμμετρο λόγο ή αιτία, το φιλμ ποτέ δεν συνδέεται πνευματικά ή συναισθηματικά με το κοινό, αφήνοντάς μας παγερά αδιάφορους με αυτό που βλέπουμε.

Όλα τα παραπάνω βέβαια έχουν αντίκτυπο και στους ηθοποιούς, αφού καλούνται να ερμηνεύσουν ρόλους είτε μονοδιάστατους είτε καρτουνίστικους. Οι γυναικείες παρουσίες εξαιρούνται της κριτικής, αφού έχουν ξεκάθαρα υποστηρικτικούς ρόλους (ακόμα και η Sigourney Weaver που ζήτημα είναι να λέει δυο ατάκες) και είναι παντελώς αδιάφορες. Οι άντρες, τώρα, με σαφέστατα πιο μεγάλους ρόλους, δεν τα βγάζουν πέρα καθόλου καλά. Ο John Turturro χάνεται μέσα στα κοστούμια της ταινίας και το έντονο μακιγιάζ. Ο Ben Mendelsohn είναι το βατόμουρο χειρότερου ηθοποιού της χρονιάς σε έναν αμφιβόλου αισθητικής ρόλο που είναι τόσο κακογραμμένος που απορείς. Ο Aaron Paul δεν αναγνωρίζεται, όχι γιατί παίζει τόσο κακά, απλά έχει τόσο ανούσιο ρόλο που τον καταλαβαίνεις στο τέλος όταν επιτέλους μιλάει. Ο Bale όχι μόνο φαίνεται ότι αισθάνεται άβολα στον ρόλο του Μωυσή, είναι επίσης κι απίστευτα βαρετός. Ειλικρινά, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να επισημάνω στην απόδοσή του το οποίο να βρήκα ακόμη και εξ` αποστάσεως ωραίο. Και τέλος, ο Ραμσής του Edgerton φτάνει τελικώς σε μια μανιακή συναισθηματική κορυφή, αλλά για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι κολλημένος στον ήπιο θυμό.

Εντέλει, μη πρόθυμη να αγγίξει την τρέλα του «Νώε» αλλά και ούτε τόσο θαρραλέα ώστε να παρουσιάσει απλά την κλασική ιστορία του Μωυσή, το «Η Έξοδος: Θεοί και Βασιλιάδες» μοιάζει να προσπαθεί να ευχαριστήσει τους πιστούς και τους μη πιστούς ταυτόχρονα, καταλήγοντας στο τέλος να μην ικανοποιεί κανέναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου