Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Wrath of the Titans [2/5]

Για όσους ακόμα κλαίνε εκείνα τα 12 Ευρώ που έδωσαν στο σινεμά για να δουν το, παραδόξως αρκετά ανιαρό, Η Τιτανομαχία σε 3D και ήρθαν αντιμέτωποι με σχεδόν μια 2D ταινία, μπορούν να κοιμηθούν ήσυχοι αφού οι κινηματογραφιστές πίσω από την «Οργή των Τιτάνων» πήραν το μάθημα τους κι έχουν ρίξει αρκετό χρήμα τόσο στην παράγωγη, όσο και σε μια καλύτερη απόδοση της τρίτης διάστασης. Όχι ότι είναι το καλύτερο που έχω δει, αλλά είναι σίγουρα ικανοποιητικό.

Με τα χρόνια να έχουν περάσει από τότε που ο Περσέας (Sam Worthington) έσωσε τους κατοίκους του Αργούς κι αφού γύρισε την πλάτη του στον κόσμο των θεών και των τεράτων, τώρα ζει σε ένα μικρό ψαροχώρι με το γιο του, Helius (John Bell). Παρά τις αλιευτικές του ικανότητες και την επιθυμία να είναι μόνιμα καλυμμένος από χώμα, αρχίζει να φαίνεται ότι η επιλογή του να μείνει έξω από τον τρόπο ζωής που του αξίζει σαν ημίθεος δεν ήταν και η σωστότερη. Ακόμα και ο Hellius δεν έχει πεισθεί πλήρως, έχοντας περάσει τον ελεύθερο χρόνο του φτιάχνοντας ένα ξύλινο σπαθί για παιχνίδι. Ευτυχώς, η καθημερινότητα του θα διακοπεί από τον πραγματικό πατέρα του Περσέα, τον Δία (Liam Neeson), ο οποίος προσπαθεί να κερδίσει τη βοήθειά του για την καταπολέμηση του Άδη (Ralph Fiennes) και πάλι. Η αυξημένη αδιαφορία κι ο σεβασμός της ανθρωπότητας για τους Θεούς έχει φοβίσει τον Άδη για την αθανασία του και έτσι, όπως κάθε καλός γιος, στράφηκε προς τον πατέρα του, τον φυλακισμένο Τιτάνα Κρόνο. Αν τον ελευθερώνει από τη φυλακή των Ταρτάρων, η αθανασία του είναι προφανώς εξασφαλισμένη. Έτσι, ο Περσέας παίρνει την πανοπλία του και ξεκίνα για τη μάχη. Στο ενδιάμεσο γίνονται κι αλλά πολλά. Εμπλέκεται ο Άρης, ο Ήφαιστος, ο Ποσειδώνας και πολλοί ακόμα άλλοι.

Αν επιχειρήσω μια κόντρα με τον προκάτοχο του, σαφώς το σίκουελ είναι καλύτερο σχεδόν σε όλους τους τομείς. Το θέαμα είναι τεράστιο, τα εφέ είναι πραγματικά εντυπωσιακά και το κακό που αντιμετωπίζει ο Περσέας αυτή τη φορά κάνει το Kraken της πρώτης ταινίας να μοιάζει ένα τίποτα. Οι παραγωγοί Kevin De La Noy και Basil Iwanyk, καθώς κι ο νέος σκηνοθέτης, Jonathan Liebesman, προφανώς αποφάσισαν να ανεβάσουν τον πήχη στο επικό μέρος της ταινίας και ως επί το πλείστον το κατάφεραν, αλλά όπως και με την Τιτανομαχία του Louis Leterrier και την προηγούμενη ταινία του Liebesman, Παγκόσμια Εισβολή, η επιθυμία για ύπαρξη σοκ και δέους στο μεγαλύτερο κομμάτι του έργου αφήνει λίγο κατάλοιπο για οποιαδήποτε συναισθηματική πρόκληση. Ο ρυθμός της ταινίας είναι σίγουρα το πιο επιτυχημένο κομμάτι της, αφού ασταμάτητα έρχεσαι αντιμέτωπος με κάτι διαφορετικό. Χίμαιρες, Κύκλωπες, τέρατα, εκρήξεις, μάχες, όλα δίνουν το παρόν σε μια πιο αληθοφανή από το πρώτο ιστορία. Και εσύ απλά μένεις να τα χαζεύεις. Οποιοδήποτε δέσιμο με χαρακτήρες απλά δεν υφίσταται. Τα όποια ήσυχα ιντερλούδια δεν προσθέτουν τίποτα στην ταινία και απλά σου αποσπούν την προσοχή από τη δράση.

Αλλά, θα μου πείτε, σε τέτοιου είδους ταινίες ποιος ενδιαφέρεται για ανθρωπίνους χαρακτήρες; Αυτό που σε νοιάζει είναι πώς θα περάσεις καλύτερα στο μούλτιπλεξ. Φυσικά, να αναφέρω κάπου εδώ ότι οποίος πάει με το σκεπτικό ότι θα δει μια μεταφορά της τόσο πλούσιας ελληνικής μυθολογίας μας, είναι γελασμένος αφού δεν έχει καμιά απολύτως σχέση. Αλλά και οποιαδήποτε γκρίνια πάνω στο θέμα είναι κουτή και προσωπικά εμένα, που ξέρω τι περιμένω να δω, δεν με αφορά. Οπότε συζητήσεις περί ευτελισμού τις μυθολογίας μας κρίνονται άτοπες. Η «Οργή των Τιτάνων» είναι μια σφιχτοδεμένη περιπέτεια, ένα ποπ-κορν υπερθέαμα το οποίο θα κατά-ευχαριστηθείτε επί μεγάλης οθόνης.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...