Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The Dinner [2/5]

Για πολλούς ανθρώπους, τα μεγάλα οικογενειακά γεύματα είναι ένα καθαρό βάσανο. Παλιές ιστορίες αναθερμαίνονται και ντροπιαστικές στιγμές συζητιούνται έως ότου κάποιο να χτυπήσει φλέβα και να προκαλέσει αμηχανία, σιωπή και τεταμένη διάθεση. Στο «Δείπνο» του Όρεν Μούβερμαν αυτό ακριβώς συμβαίνει. Με βάση το ομότιτλο μυθιστόρημα του ολλανδού Χέρμαν Κοχ, η πλοκή του έργου εξελίσσεται σε ένα μοδάτο εστιατόριο. Εκεί δυο ζευγάρια θα συναντηθούν για φαγητό με σκοπό να συζητήσουν για τους γιους τους. Σε πρώτο επίπεδο όλα είναι πολιτισμένα, όμως πίσω από την αρχική απαστράπτουσα επιφάνεια κρύβεται μια σκοτεινή πλευρά, που με την πρώτη αφορμή φέρνει στο προσκήνιο διαβρωμένες σχέσεις.

Δομημένο σε έξι μενού, πάντα εφοδιασμένα με ένα σύντομο κείμενο, αυτό το «Δείπνο» χωρίζεται με βάση τα διαφορετικά πιάτα του γεύματος, τα οποία πρέπει να «καταναλωθούν». Με την πάροδο του χρόνου, και καθώς η τροφή σερβίρεται και επιδεικνύεται, μια βαθιά διακλαδισμένη δομή μέσα στα δυο αντρόγυνα αποκαλύπτεται στον θεατή. Ο διαχωρισμός μεταξύ καλού και κακού δεν έχει σημασία, διότι οι συμπάθειες που αναπτύχθηκαν αρχικά ανατρέπονται όσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο πυρήνας της ιστορίας. Όσο ενδιαφέρουσα όμως κι αν είναι αυτή η ατμόσφαιρα ανεκδήλωτης έντασης που κυριαρχεί στη διάρκεια του πλουσιοπάροχου δείπνου, η σκηνοθεσία του υποψήφιου για Όσκαρ σκηνοθέτης («Παράπλευρες Απώλειες») ξεφεύγει χάρη στην πίστη του ότι μπορεί να τα κάνει όλα και καλά.

Τα πολλά επίπεδα που εκτυλίσσονται και πιθανότατα λειτουργούν στο μυθιστόρημα εδώ κουράζουν, αφού από ένα σημείο και μετά το «Δείπνο» μετατρέπεται σε ένα εξαντλητικό ντιμπέιτ όπου ο συμβολισμός της εναλλαγής των πιάτων υπόσχεται να φέρει φρέσκο αέρα, ο οποίος δεν έρχεται ποτέ. Ο θεατής κυριολεκτικά καταπνίγεται στις πληροφορίες που καλείται να συλλέξει, ενώ τα αναρίθμητα φλασμπάκ δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση κάνοντας το έργο να χάσει την -ήδη ταλαιπωρημένη- εστίασή του. Επιπλέον, η πραγματική ηθική συζήτηση είναι τόσο μικρή που δεν ανταποκρίνεται πραγματικά στο δίλημμα των γονέων. Έτσι, η κεντρική σύγκρουση λειτουργεί σχεδόν σαν μια προσθήκη στον πραγματικό πυρήνα της ταινίας.

Η ερώτηση «πού το πάει;» δεν είναι το μόνο πράγμα που ίσως σας κρατήσει το ενδιαφέρον σας, αφού το εξαιρετικό καστ παρέχει αρκετές στιγμές ερμηνευτικών απολαύσεων. Πρώτος και καλύτερος ο Στιβ Κούγκαν, που για ακόμα μία φορά αποδεικνύεται λαμπρός δραματικός ηθοποιός ερμηνεύοντας τον ηθικολογικά κυνικό και ψυχολογικά κουρασμένο χαρακτήρα του στην εντέλεια. Ο Ρίτσαρντ Γκιρ συνεχίζει να δέχεται ρόλους ανάδειξης του ταλέντου του, τους οποίους διεκπεραιώνει έκτακτα. Ενώ, τέλος, η Λόρα Λίνεϊ και η Ρεμπέκα Χολ διαπρέπουν υπενθυμίζοντας μας τις υποκριτικές ικανότητες τους. Επιπρόσθετα, ίσως αξίζει να τη δείτε και για τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά όπου όλα όσα αποκαλύπτονται για τους χαρακτήρες φαντάζουν πολύ κοντά στην πραγματικότητα.

Εν γένει, όμως, το «Το Δείπνο» είναι μια ατελής, περιστασιακά εντυπωσιακή ταινία που πιστεύει λίγο στον εαυτό της και ακόμα λιγότερο στο κοινό της.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Three Billboards outside Ebbing, Missouri ★★★★

Μετά το εξαιρετικό «Αποστολή στην Μπριζ» και το άκρως ενδιαφέρον «Επτά ψυχοπαθείς», ο ιρλανδικής καταγωγής Μάρτιν Μακ Ντόνα έχει καθιερωθεί ως ένας από τους πιο λαμπρούς κινηματογραφιστές της εποχής μας. Η έντονη αίσθηση του αντίκτυπου των λέξεων, των χειρονομιών και των εικόνων που διαθέτει είναι σπάνια στο σημερινό τοπίο του κινηματογράφου και συμβαδίζει με την πρωτοφανή επιμέλεια του στην κατασκευή των λεπτομερέστατων, σύνθετων αφηγήσεών του. Με δεδομένη την έκφραση “το καλό πράγμα αργεί να γίνει”, ως ένας επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, ο Μακ Ντόνα πήρε το χρόνο του για ετοιμάσει το νέο του κινηματογραφικό πόνημα. Και μετά από πέντε χρόνια σιωπής επιστρέφει με το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» ένα άλλο μικρό θαύμα αφηγηματικής ισορροπίας όπου ο βαθύς πόνος και το λακωνικό χιούμορ, οι απροσδόκητες ανατροπές, η οργανική ροή δράσης και οι χαρακτήρες που αλλάζουν αλλά πάντα παραμένουν οι ίδιοι, δένουν αρμονικά. Η ιστορία απλή: Η κόρη της...

Southside with You [2.5/5]

Ανεξάρτητα από τη λογική και το κατά πόσο η ύπαρξη της ταινίας μπορεί να διαθέτει κάποιο νόημα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πάντα μια αναντιστοιχία μεταξύ προσωπικοτήτων με επιρροή και της ιδέας πως κάποτε ήταν απλοί άνθρωποι, με κανονικές ζωές. Σε αυτό το κομμάτι, το «Πρώτο Ραντεβού» καταφέρνει και παρουσιάζει αξιόλογα δύο ανθρώπους που μοιάζουν πολύ στα πρόσωπα που υποδύονται, χωρίς ποτέ όμως να ασχολείται με το ποιοι θα γίνουν: ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ και η πρώτη κυρία, ο Μπαράκ και η Μισέλ Ομπάμα. Αντ` αυτού, το έργο είναι για το ποιοι ήταν αυτοί το 1989, δυο έξυπνοι δικηγόροι που αρέσει ο ένας στον άλλον, αλλά που, σύμφωνα με τη Μισέλ, δεν επιτρέπεται να βγουν ραντεβού. Όταν ο Ομπάμα αποκαλύπτει ότι σκόπιμα της είπε λάθος ώρα έναρξης της κοινοτικής συνάντησης που θα παρακολουθούσαν από κοινού, το περπάτημα και οι συζητήσεις αρχίζουν με σκοπό να γεμίσουν οι ώρες ενώ περιμένουν. Δομικά δεν είναι δύσκολο να επισημάνεις και να αντιληφθείς ότι η κλασική αισθηματική τριλο...

Τέλειοι Ξένοι [3/5]

Μετά τη μεταφορά επιτυχημένων σύγχρονων θεατρικών έργων στον κινηματογράφο («Μια Μέλισσα τον Αύγουστο», «Από Έρωτα»), ο επιτυχημένος θεατρικά και κινηματογραφικά δημιουργός Θοδωρής Αθερίδης κοιτάει προς εξωτερικό μεριά για τη νέα του ταινία και προσαρμόζει στα ελληνικά το βραβευμένο με Ντονατέλο «Perfetti Sconosciuti» του Πάολο Τζενοβέζε. Το έργο εξελίσσεται σχεδόν εξ ολόκληρου γύρω από ένα βραδινό δείπνο μεταξύ επτά φίλων. Πάνω στη συζήτηση για τα προβλήματα της καθημερινότητας, θα καταλήξουν σε ένα παιχνίδι-πρόκληση: Θα πρέπει όλοι να βάλουν τα κινητά τους στο τραπέζι και να μοιραστούν με όλους τα μηνύματα και τα τηλεφωνήματα που θα δεχτούν κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Σε έναν κόσμο που τα κινητά τηλέφωνα είναι οι φύλακες των πιο ιδιωτικών σκέψεων μας, τι θα συμβεί αν το περιεχόμενο εκτεθεί για τον κόσμο να δει; Οικουμενική και άκρως ενδιαφέρουσα ερώτηση που κατά πάσα πιθανότητα είναι και ο λόγος που ο σκηνοθέτης αποφάσισε να αναλάβει την ελληνική διασκευή του. Με τη βοήθεια του ...