Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

King Arthur: Legend of the Sword [2/5]

Σύμφωνα με τη Wikipedia, ο βασιλιάς Αρθούρος είναι ένα πρόσωπο αμφίβολης ιστορικής αυθεντικότητας πάνω στο οποίο συγκεντρώνονται τα αρχετυπικά ιδανικά της βρετανικής μοναρχίας. Ο ιδρυτής του τάγματος των «Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης» διαθέτει τέτοιο μυθολογικό υλικό που μπορεί να διαμορφωθεί και να προσαρμοστεί στις ανάγκες της κινηματογραφικής αγοράς. Έτσι, αν και έχει πάμπολλες φορές μεταφερθεί στον κινηματογράφο, αυτό δεν σταμάτησε τη Warner Bros. από το να χρηματοδοτήσει ακόμα μία φορά την ιστορία, σε σκηνοθεσία Γκάι Ρίτσι και με τον υπότιτλο «Ο Θρύλος του Σπαθιού».

Ο Ρίτσι, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχει ένα δικό του σκηνοθετικό στυλ που λειτουργούσε άψογα στις «Δύο Καπνισμένες Κάννες» και το «Η Αρπαχτή», είχε ενδιαφέρον στα «Sherlock Holmes» και, προς τιμήν του, δεν χρησιμοποιήθηκε πολύ στην τελευταία του ταινία «Κωδικό Όνομα U.N.C.L.E.». Εδώ, παρόλο που ο σκηνοθέτης προσπαθεί (όταν και όσο μπορεί) να αφηγηθεί μια παλιά ιστορία με μια νέα ματιά με γνώμονα το ύφος του, το τελικό αποτέλεσμα είναι χαοτικό. Η αρχή της; Εξαιρετική! Κομψή, έξυπνα μονταρισμένη και γεμάτη ενδιαφέρουσα δράση και πλοκή. Στην συνέχεια, όμως, η σκηνοθεσία του 48χρονου σφύζει τόσο πολύ από πεποίθηση που παύει να είναι ευχάριστη για τον θεατή. Οι σκηνές κόβονται υστερικά γρήγορα με την πρόφαση της δημιουργικότητας. Για παρατεταμένες σεκάνς δράσης και φαντασίας, τα χαοτικά εικαστικά και το ακανόνιστο μοντάζ δεν δίνουν ποτέ χώρο στην ταινία να αναπνεύσει. Ενώ κλασσικά η κάμερα περιστρέφεται γύρω από τους πρωταγωνιστές με slow-motion ή fast-forward. Τίποτε δεν έχει σημασία όμως αφού είναι δύσκολο να δούμε τι συμβαίνει και να μπούμε μέσα στην υπόθεση. Και το χειρότερο, δεν μας ενδιαφέρει!

Αυτό συμβαίνει γιατί τούτο το υπερβολικά φιλόδοξο θέαμα πάσχει από το ίδιο πρόβλημα που έχουν όλες οι ταινίες στις οποίες τα οπτικά εφέ έχουν φροντιστεί περισσότερο από τους ηθοποιούς. Σαν θεατής εγκλωβίζεσαι στην προσπάθεια σου να επενδύσεις την προσοχή σου σε χαρακτήρες που δεν την αξίζουν. Ο Ρίτσι φαίνεται να έχει επίγνωση του προβλήματος, δεδομένου ότι περιστασιακά σταματά τη δράση αγκαλιάζοντας πραγματικά κάθε σταγόνα δράματος. Δώρον άδωρον, αφού η ντοπαρισμένη προσέγγισή του υπερβαίνει της ιστορίας κάνοντας το όλο εγχείρημα άσκοπο. To μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η ταινία είναι γεμάτη με κούφιους χαρακτήρες. Το «Βασιλιάς Αρθούρος: Ο Θρύλος του Σπαθιού» αγωνίζεται με προβλήματα ρυθμού και μια ιστορία που επιτρέπει ελάχιστη δημιουργία χαρακτήρων. Ενδεχομένως, ενδιαφέροντες λαογραφικοί χαρακτήρες, όπως ο Μέρλιν και η Κυρά της Λίμνης, υποβιβάζονται και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενίσχυση του πρωταγωνιστή και της ιστορίας του. Το έργο είναι τόσο απασχολημένο στο να μας εντυπωσιάσει οπτικά, που μετατρέπεται σε μια υποχρεωτική σειρά σκηνών για έναν ακούσιο ήρωα, έναν καρικατουρίστικο κακό και τη -χωρίς σάρκα και οστά- αντιπαλότητα τους.

Πέραν αυτού, ο Ρίτσι μαζί με τους υπόλοιπους τρεις σεναριογράφους γεμίζουν την πλοκή με τις συμβάσεις μιας ιστορίας προέλευσης που δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Δημιουργούν άλλο ένα μπλοκμπάστερ με μια οικεία ιστορία και τη σαφή πρόθεση την οικοδόμηση franchise. Στην προσπάθεια τους να ενσωματώσουν το όραμα όλων, αλλά και να το ρυθμίσουν ώστε να υπάρχει συνέχεια, δημιουργούν μια ταινία κάτω του μετρίου με τις ελπίδες μιας συνέχειας που υπόσχεται να είναι πιο ενδιαφέρουσα.. Η πρωτοτυπία, σε μια γνωστή σε μεγάλο βαθμό ιστορία, είναι περιορισμένη, καθιστώντας την εκτέλεση πιο σημαντική και όπως προαναφέραμε δεν τα πάει καλά σε αυτό το τομέα. Ίσως είμαι υπέρμετρα αυστηρός σε ένα franchise που θα μπορούσε να είναι πολύ διασκεδαστικό. Στα θετικά οι φιλόδοξες προσπάθειες του Χάναμ και του Λο, αλλά και το απίστευτο μουσικό σκορ του Ντανιέλ Πέμπερτον. Σε κάθε περίπτωση, είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα βρουν κάποια απόλαυση σε αυτή την αναμφισβήτητα ξέφρενη βόλτα. Απλά, μην περιμένετε πάρα πολλά…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...