Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Into the Woods [2/5]

Η μεταφορά του κλασικού μιούζικαλ του Stephen Sondheim στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Rob Marshall, είναι η εισαγωγή μου σε αυτό το υλικό. Δεν έχω καμία σχέση με την παράσταση, δεν την έχω δει και μέχρι φέτος δεν τη γνώριζα κιόλας. Υποψιάζομαι ότι όποιος έχει μια, έστω μικρή, επίγνωση του θεατρικού κι έχει δει αυτή την ταινία, είτε θα τη λατρέψει επειδή αναγνωρίζει τα τραγούδια ή δεν θα του πολυαρέσει γιατί η εκδοχή του Marshall αδυνατεί να συλλάβει την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου μιούζικαλ. Οι Stephen Sondheim και James Lapine δημιούργησαν ένα φιλόδοξο έργο που συνδυάζει τουλάχιστον μισή ντουζίνα διάσημα παραμύθια και εξερευνά τι συμβαίνει μετά το «και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα». Ο Τζακ (από τον παραμύθι με τη φασολιά), η Ραπουνζέλ και η Κοκκινοσκουφίτσα είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες που θα συναντηθούν και θα συναναστραφούν μεταξύ τους... πού αλλού; Στο δάσος. Η διαφορά είναι ότι σε αυτό τον κόσμο των μαγικών φασολιών και γυαλιστερών γοβακίων, οι πρίγκιπες δεν είναι πάντα γοητευτικοί, οι ευχές μερικές φορές φέρνουν προβλήματα και το ευτυχές τέλος είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια άπιαστη ιδέα.

Με τη σύνοψη του έργου να προμηνύει κάτι το φανταστικό, το «Τα Μυστικά του Δάσους» δυστυχώς κάπου χωλαίνει. Παραδείγματος χάριν, εάν θα πίνατε ένα σφηνάκι από οποιοδήποτε ποτό κάθε φορά που ένας χαρακτήρας λέει ή τραγουδά «into the woods», θα ήσασταν νεκροί μέσα στα πρώτα λεπτά από δηλητηρίαση από αλκοόλ. Αναγνωρίζω ότι η συγκεκριμένη κριτική είναι πιο δίκαια απευθυνόμενη στο ίδιο καθεαυτό το κείμενο του μιούζικαλ, ωστόσο αναφέρεται σε ένα από τα σημαντικότερα θέματα της ταινία: είναι ατελείωτα επαναλαμβανόμενη. Τα σκηνικά, αν κι εντυπωσιακά, φαίνονται ακριβώς τα ίδια. Οι χαρακτήρες φορούν την ίδια έκφραση σε ολόκληρη την ταινία χωρίς πραγματικά να αλλάζουν ακόμα κι όταν αποκτήσουν αυτό που θέλουν. Στο θέατρο, ίσως από το διάλειμμα να καταλαβαίναμε ότι ο χρόνος έχει περάσει και οι χαρακτήρες μπορούν να επιστρέψουν για τη δεύτερη πράξη αλλαγμένοι. Στην ταινία όμως αυτό δεν συμβαίνει και έχουμε μια αίσθηση της απόλυτης ομοιότητας που διαπερνά κάθε σκηνή. Λες και το «Τα Μυστικά του Δάσους» είναι μία νότα που παίζεται ξανά και ξανά και ξανά.

Το μεγαλύτερο φταίξιμο που το έργο δεν λειτουργεί το έχει σαφέστατα ο σκηνοθέτης του. Ίσως πλέον μπορούμε οριστικά να πούμε ότι ο Rob Marshall είναι ένας μέτριος σκηνοθέτης, σωστά; Με το πεντάστερα βαθμολογημένο «Σικάγο» να φαντάζει ως η καλύτερη στιγμή του, όλα όσα έχει κάνει μετά («Οι Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά», «Εννέα», «Αναμνήσεις μιας Γκέισας») ήταν μέτρια στην καλύτερη περίπτωση. Εδώ, με τρομερή ασυνέπεια, προσπαθεί μάταια να υφάνει μεταξύ τους τα παραμύθια προκειμένου να τα παρακολουθήσει το κοινό. Θέλει να παρέχει στα «Μυστικά του Δάσους» μια πλούσια κι επικίνδυνη ματιά, αλλά ο υπεύθυνος για το μοντάζ Wyatt Smith μάλλον κοιμόταν. Πάρα πολλοί χαρακτήρες ξεθωριάζουν, πάρα πολλές σκηνές δεν πήζουν η μία με την άλλη και τα τραγούδια έχουν όλα τον ίδιο ήχο. Δεν υπάρχει τίποτα που να προσπαθεί να λειτουργήσει ως αυτοδύναμη ταινία, πέρα από την πρόσληψη πολλών αστέρων του κινηματογράφου. 

Με τους Emily Blunt και James Corden να είναι οι καλύτεροι κουβαλώντας την ταινία και αποπνέοντας σου κάποια αίσθηση ενδιαφέροντος, όλοι οι υπόλοιποι είναι καλοί αλλά, μη-εξυπηρετούμενοι από τη δραματικά αδρανή απόδοση του υλικού από τον Marshall, αμετάβλητοι στις αποδόσεις τους. Η Meryl Streep δεν μπορεί να δώσει ποτέ άσχημη ερμηνεία. Ως κακιά μάγισσα κλέβει τις σκηνές στις οποίες εμφανίζεται, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα δεν δικαιολογεί τα βραβεία για τα οποία είναι υποψήφια. Η Anna Kendrick είναι καλή, o Chris Pine είναι μια μικρή αποκάλυψη και τα παιδιά (Lilla Crawford και Daniel Huttlestone) είναι αξιοπρεπέστατα. Το μόνο ερμηνευτικά μελανό σημείο σε όλη την ταινία είναι ο Johnny Depp. Ευτυχώς, ο χρόνος του είναι σύντομος και εύκολα παραβλέπεται.

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα υπάρξει ένα ακροατήριο που θα τη λατρέψει. Για να είμαι ειλικρινής, έπιασα τον εαυτό μου καθώς την έβλεπα να αναρωτιέμαι αν η ταινία δεν είναι καλή για εμένα επειδή δεν μου άρεσε το υλικό ή γιατί η προσαρμογή του στον κινηματογράφο δεν λειτουργεί. Μπορεί να είναι και τα δύο, αλλά έχω την τάση να πιστεύω ότι είναι περισσότερο το δεύτερο. Και αυτό γιατί ένα μιούζικαλ το οποίο ασχολείται με συναισθήματα τόσο μεγάλα που μπορούν μόνο να τραγουδιστούν, θα πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από «εντάξει βλεπόταν». Θα πρέπει η χαρά και η μελαγχολία των πρωταγωνιστών να αντηχούν σε κορυφές και κοιλάδες. Η εκδοχή του Marshall ακούγεται στιγμιαία μέσα σε ένα δάσος.

Σχόλια

  1. Με προβλημάτισε πολύ η κριτική σου διότι ανυπομονούσα να την δω! Σε τόσα βραβεία υποψήφια κλπ και όλοι την εκθειάζουν. Σε ευχαριστώ που είσαι τόσο ειλικρινής γιατί τωρα είμαι πιο προετοιμασμένη! :D

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...