Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

RoboCop [2/5]

Η νέα επανεκκίνηση του franchise υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Jose Padilha («Οι Επίλεκτοι») είναι ξεκάθαρο ότι στοχεύει στη σημερινή γένια. Ο «RoboCop» είναι βγαλμένος σαν από βιντεοπαιχνίδι τελευταίας τεχνολογίας, ο ρομποτικός τρόπος ομιλίας δεν υπάρχει πια, ενώ τέλος σαν χαρακτήρας διαθέτει συναισθήματα και ανθρωπιά. Ως μια ταινία του 2014, το CGI είναι λίγο-πολύ κορυφαίο, το φουτουριστικό κομμάτι του έργου απεικονίζεται επαρκώς, οι καλοσχεδιασμένες σκηνές δράσης δεν λείπουν και όλοι οι ηθοποιοί παραδίδουν σωστές ερμηνείες.

Όμως, η ιδέα της ύπαρξης ρομπότ που περιπολούν τις πόλεις ήταν μια φρέσκια ιδέα το 1987. Το 2014, και μετά από αμέτρητες ταινίες επιστημονικής φαντασίας, η ιδέα αυτή φαντάζει πολύ πιο πιθανή και πραγματοποιήσιμη. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας. Όσο κι αν προσπαθεί, δεν γίνεται πότε κάτι το καινούργιο και καινοτόμο, αλλά παραμένει καθόλη τη διάρκεια της μια καλογυαλισμένη παλιά ιστορία. Υπάρχει το ίδιο χριστιανικό μοτίβο ενός ανθρώπου που σκοτώνεται, ανασταίνεται και σώζει την πόλη του από τα δεινά της. Το παρόν δίνει, υπερβολικά αποτυχημένα στη συγκεκριμένη περίπτωση, και το αγαπημένο πρότυπο οικογενειακής ζωής.

Ενώ σαν να μην έφταναν αυτά, οι συντελεστές του έργου καταφέρνουν να αφαιρέσουν το μεγαλύτερο μέρος της διασκέδασης που μια ταινία «RoboCop» απαιτεί, εις βάρος πρώτον ενός σεναρίου με βαρύ πολιτικό κι επιχειρηματικό τόνο, εμπλουτισμένο με όλα τα πιθανά ιδεολογικά κι αμερικανικά κλισέ, και δεύτερον μιας καθαρά PG-13 («κατάλληλο για ανηλίκους άνω των 13 χρόνων») αισθητικής. Εν ολίγοις, αυτός ο νέος και πιο γυαλιστερός «RoboCop» μπορεί να σου παρέχει δύο ώρες διασκέδασης, δεν γίνεται όμως πότε μια καλή ταινία παρά την πραγματική δυναμική της, τόσο δραματικά όσο και θεματικά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...