Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The Lost City of Z [3/5]

Η «Χαμένη Πόλη του Ζ», η νέα ταινία του Τζέιμς Γκρέι, μας οδηγεί στα βάθη της βολιβιανής ζούγκλας εξιστορώντας μια επική ιστορία που εκτείνεται αρκετές δεκαετίες. Με βάση το μυθιστόρημα του ίδιου ονόματος του Ντέιβιντ Γκραν, η ταινία μιλά για τον βρετανό αντισυνταγματάρχη Πέρσιβαλ Χάρισον Φόσετ, ο οποίος στις αρχές του εικοστού αιώνα τόλμησε να πάει σε μέρη που λίγοι άνθρωποι είχαν επισκεφθεί. Το 1906 και κατ` εντολή της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας, ο Φόσετ διατάχθηκε να μεταβεί στις αγεωγράφητες ζούγκλες της Βραζιλίας προκειμένου να χαρτογραφήσει μια περιοχή. Εκεί θα ανακαλύψει κάτι που θα τον στοιχειώνει σε όλη του τη ζωή. Μια χαμένη πόλη που θα μπορούσε να αποδειχθεί ένας πιο προηγμένος πολιτισμός στη Νότια Αμερική, πολύ πριν από τον λεγόμενο δυτικό κόσμο.

Με τις πρώτες εικόνες της «Χαμένης Πόλης του Ζ» να μοιάζουν ντεμοντέ, σαν να έχουν ξεπηδήσει από μια διαφορετική εποχή, ο κινηματογραφιστής Ντάριους Κόντζι ακολουθεί μια οπτική ιδέα που μοιάζει με ένα ζωντανό βιβλίο ιστορίας. Πριν η ταινία αποκαλύψει τις αφηγηματικές φιλοδοξίες της, ο Γκρέι σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός αουτσάιντερ σε ένα χρυσό πλαίσιο παρουσιάζοντας τόσο την ομορφιά όσο και τη φρίκη στη μεγάλη οθόνη. Καταγράφει την πορεία μιας ερεθιστικής εξερεύνησης που μεταφέρει τον πρωταγωνιστή του ανάμεσα σε δύο ηπείρους σε μια εποχή που ο κόσμος βρίσκεται σε κατάσταση αναταραχής. Πριν ο Φόσετ βρει την αληθινή του μοίρα, ο Γκρέι, ως προσεκτικός χρονικογράφος, επιλέγει να διηγηθεί μια δική του εκδοχή του μύθου, ασχολούμενος τόσο με το ανθρώπινο, ον όσο και με τη κοινωνική δομή μέσα στην οποία κινούνται. Από το πρώτο κιόλας λεπτό, σαν θεατής είσαι σίγουρος ότι αυτό το ταξίδι θα είναι γεμάτο περιπέτεια κι εξερευνητικό πνεύμα. Δυστυχώς, όμως, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι…

Το λάθος του Γκρέι που στερεί πόντους στο τόλμημα του είναι ότι από ένα σημείο και μετά αρχίζει να ασχολείται με την εμμονή ενός ανθρώπου, χωρίς όμως να την μπερδεύει καταλλήλως με το κοινωνικό περιβάλλον ή το ιστορικό υπόβαθρο της πλοκής. Παραμένοντας πάντα στην πλευρά του υποτιθέμενου ήρωα, ο σκηνοθέτης μοιάζει να χάνει τον στόχο του και δεν αφήνει την ταινία του να ανασάνει. Απεικονίζοντας την ηρωική αναζήτηση ενός χαμένου πολιτισμού από απόσταση, φορτώνει την ταινία με σκηνές οι οποίες είναι πιθανώς πραγματικά περίπλοκες και θεαματικές, αλλά δεν έχουν σημασία για την πραγματική δράση ούτε για την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Αυτό συμβαίνει γιατί ο λόγος που ο Φόσετ ξεκινά το ταξίδι του δεν έχει αναπτυχθεί σωστά. Δεν πηγάζει από ένα υπερβολικά ισχυρό όραμα, του οποίου η εξουσία καθορίζει εντελώς τη δράση του πρωταγωνιστή. Πηγάζει από την ελπίδα ότι κάποια στιγμή η αναζήτηση θα δημιουργήσει ένα τέτοιο όραμα. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον και τα συναισθήματα για τα όσα διαδραματίζονται στη οθόνη αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό στο μυαλό του θεατή.

Ακόμα και έτσι, το «Η Χαμένη Πόλη του Ζ» δεν χαρακτηρίζεται ως μια αποτυχημένη ταινία, αφού είναι πλούσια σε ομορφιά, νοήματα και αξιόλογες ερμηνείες. Ο Τσάρλι Χάναμ, κάλος ως Φόσετ, φαίνεται ξεκάθαρα ότι έχει χτίσει τον χαρακτήρα του από την αρχή μέχρι το τέλος, υποδύοντας τον όχι μόνο ως ένα δυναμικό εξερευνητή αλλά κι ως έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ξεφύγει από τις εμμονές του. Σε δυο καθαρά υποστηρικτικούς ρόλους, η Σιένα Μίλερ και ο νέος Spiderman Τομ Χόλαντ κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν εκμεταλλευόμενοι όλες τις συνθήκες που τους παρέχει το σενάριο. Ενώ ο Ρόμπερτ Πάτινσον, καλύτερος από όλους, προσφέρει μια εκπληκτικά ωραία και συγκρατημένη ερμηνεία ως ο πιστός και συμπαθητικός σύντροφος του Φόσετ. Όλα τα προαναφερόμενα στο σύνολό τους φτιάχνουν μια όμορφα δημιουργημένη ταινία που ίσως αξίζει να δει κάποιος για την υπέροχη κατασκευή της, αλλά η ιστορία της δεν συγχωνεύεται ποτέ σε κάτι το μοναδικό ή εντελώς πρωτότυπο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...