Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Cafe Society [2.5/5]

Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να υπάρχει ένα δυαδικό σύστημα στο οποίο ανήκουν οι νέες ταινίες του Woody Allen: μείζονος και ελάσσονος σημασίας. Με αυτό το σκεπτικό, η νέα ταινία του 80χρονου δημιουργού βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτούς του δυο χαρακτηρισμούς. Δεν είναι από τις πολύ καλές δουλειές του, αλλά ούτε και μία που μπορείς να απορρίψεις ως κακή. Μέσα στις δεκάδες ταινίες ενός ανθρώπου ο οποίος έχει γράψει και σκηνοθετήσει τόσα πολλά, το «Cafe Society» είναι ό,τι είναι και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή, αστεία, ελαφριά και τόσο δα συγκινητική ταινία.

Εμπλουτισμένη με στυλ, γκλάμουρ και δυο-τρεις γκάνγκστερ, η υπόθεση εξελίσσεται μέσα στον μαγικό κόσμο της κινηματογραφικής βιομηχανίας και έχει στον πυρήνα της ένα ερωτικό τρίγωνο. Τίποτα δεν είναι ιδιαίτερα σκοτεινό στην ιστορία του Bobby Dorfman, ο οποίος φτάνει στο Χόλιγουντ τη χρυσή δεκαετία του 1930 για να δουλέψει στο γραφείου του θείου του και μάνατζερ των αστέρων της εποχής. Εκεί συναντά τη γραμματέα του, Vonnie, και ξεκινάει αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς ως μια ανάλαφρη ρομαντική κωμωδία με κάποια πιο στοχαστικά στοιχεία. Είναι τρομερά πρωτότυπη; Όχι, όμως θα πιάσετε τον εαυτό σας να γελάει με το στακάτο και αιχμηρό χιούμορ που διαθέτει, θα την παρακολουθείτε με ευχαρίστηση καθώς δεν θα κουραστείτε ούτε λεπτό, και φυσικά, χάρη στον Allen, θα δείτε μια ελαφρώς πιο ώριμη ματιά αναφορικά με το τι έχουν να προσφέρουν οι σχέσεις στους ανθρώπους, αλλά και με το τι είναι αρκετό να κάνει τους ανθρώπους να συμβιβαστούν.

Σε όλα τα παραπάνω προσθέτει πόντους η υψηλής αξίας κινηματογραφία του Vittorio Storaro, ο εξαιρετικός σχεδιασμός παραγωγής του Santo Loquasto και οι ηθοποιοί. Αν και υπέροχοι ηθοποιοί όπως η Parker Posey κι ο Paul Schneider σπαταλούνται ως το κοσμικό ζευγάρι που μπαινοβγαίνει στη ζωή των πρωταγωνιστών, οι περισσότεροι έχουν την ευκαιρία να λάμψουν. Λάτρεψα την επανεμφάνιση της Jeannie Berlin που έχουμε να δούμε σε μεγάλο ρόλο από την υποψήφια για Όσκαρ ερμηνείας της στο «Παράξενο Ταξίδι του Μέλιτος» του 1972. H Anna Camp έχει μια σκηνή, αλλά δίνει τον καλύτερο εαυτό της, ο Corey Stoll είναι για ακόμα μία φορά εξαιρετικός. Η Blake Lively είναι πανέμορφη, και θυμηθείτε με θα εξελιχθεί σε μεγάλο αστέρι. Η ταινία όμως ανήκει στην Kristen Stewart, η οποία τον τελευταίο καιρό κατ` επανάληψη μας αποδεικνύει ότι δεν έχει καμία σχέση με τον νευρόσπαστο χαρακτήρα που υποδυόταν στα «Twilight». Πιο όμορφη από ποτέ, αναδίδει μια ζεστασιά και αρκετή ψυχή που σε κάνει να κολλάς πάνω της κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη.

Σε γενικές γραμμές, βγαίνοντας από την αίθουσα αυτό που συνειδητοποιείς είναι ότι o Allen δεν έχει βρει απόλυτα τη φόρμα του, αν και σε αυτό το σημείο ποια είναι η φόρμα στην οποία πρέπει να επιστρέψει; H ταινία, χάρη στην ελαφρότητα που τη διέπει, βλέπεται άνετα και με ευχαρίστηση. Και μια και μιλάμε για την 47η ταινία του, αυτό νομίζω πως, προς το παρόν, αρκεί.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...