Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Hail, Caesar! [2/5]

Το «Χαίρε, Καίσαρ!» αποτελεί τη δέκατη έβδομη ταινία των αδερφών Κοέν, δυο ιδιαίτερων φυσιογνωμιών του κινηματογραφικού κόσμου. Μέσα από ταινίες όπως τα «Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», «Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι» και «Fargo», έχουν καταφέρει να καθιερωθούν τόσο στη συνείδηση του κοινού, όσο και στις προσδοκίες των κριτικών, ως δυο από τους καλύτερους σκηνοθέτες και σεναριογράφους της εποχής μας. Δυστυχώς, όμως, το συγκεκριμένο φιλμ ίσως αποτελεί την πρώτη ουσιαστική αποτυχία στη φιλμογραφία τους.

Τρία χρόνια μετά το συγκινητικό «Inside Llewyn Davis», επιστρέφουν με μια καυστική κωμωδία, η οποία δείχνει τον θαυμασμό και την περιφρόνησή τους για το Χόλιγουντ, εμπνευσμένη από τα πραγματικά κατορθώματα της ζωής του αντιπρόεδρου της MGM, Έντι Μάνιξ. Από την ίδρυση της MGM μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο Mannix πλήρωσε πολλά χρήματα για να καθαρίσει τη δημόσια εικόνα πολλών σταρ που ήταν επιρρεπείς σε σκάνδαλα, όπως Κλαρκ Γκέιμπλ, ο Σπένσερ Τρέισι και η Άβα Γκάρντνερ. Φτιαγμένο ως ένας φόρος τιμής και μια σάτιρα της εποχής, το έργο είναι μια νοσταλγική και διαβρωτική ματιά στις ταινίες του παρελθόντος. Παρόλο που μιλάμε για ένα καλογραμμένο σε γενικά πλαίσια φιλμ, πάρα το πικάντικο θέμα του, μοιάζει να μην ξέρει πού να εστιάσει κι εντέλει εκτροχιάζεται από το βασικό του θέμα. Διαθέτοντας έναν παντογνώστη και πανταχού παρών αφηγητή, η πλοκή υποτίθεται ότι περιγράφει την ιστορία ενός κοινού ανθρώπου. Αυτή η φωνή όμως είναι το μοναδικό τέχνασμα που διατηρεί ένα είδος συνάφειας και μια δομή. Μέχρι το τέλος της ταινίας, είναι δύσκολο να νοιάζεσαι είτε για τη φωνή ή για τον χαρακτήρα που παρουσιάζει.

Παραγεμισμένο με σκηνικά και κοστούμια που παραπέμπουν σε παλιό Χόλιγουντ, απλά και μόνο για εντυπωσιασμό, η κύρια πλοκή του έργου αλλά και οι παράλληλες ιστορίες είναι σαν μια συρραφή σκηνών και καταστάσεων που έχουν ενωθεί προκειμένου να συνθέσουν μια 106 λεπτών διάρκειας ταινία. Ως αποτέλεσμα, αφού δεν υπάρχει χρόνος να αναπτυχθούν, πολλοί από τους χαρακτήρες εμφανίζονται για να αρθρώσουν μερικές λέξεις και στη συνέχεια να περιπλανηθούν στο παρασκήνιο ή να εξαφανιστούν εντελώς -η ελάχιστη χρήση του χαρακτήρα που υποδύεται η Scarlett Johansson, για παράδειγμα, είναι ιδιαίτερα κραυγαλέα. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντάξει αν το απαιτούσε ο κεντρικός σεναριακός πυρήνας του έργου, αλλά δεν το κάνει. Ο χαρακτήρας του Μάνιξ δεν είναι από μόνος του βασικός, αφού σαν ρόλος συμμετέχει μόνο στις γελοιότητες των άλλων και ως εκ τούτου δεν έχει ουσιαστική ύπαρξη.

Επιπρόσθετα, στην προσπάθεια τους να συνθέσουν την όποια πολυπλοκότητα του έργου μέσω του παραλογισμού και του ακραίου, τα αδέλφια Κοέν δυσχεραίνουν πολύ την κατάσταση κάνοντας πολλά περισσότερα από ό,τι χρειάζεται προκειμένου να κρατήσουν το κοινό τους. Μοιάζοντας να μην έχουν για πρώτη φορά πλήρη γνώση των κινηματογραφικών μέσων, το «Χαίρε, Καίσαρ!» μοιάζει να συγκρατείται από τη νοοτροπία της εποχής που περιγράφει, είτε πρόκειται για αποτυχημένα υπονοούμενα ή ατριμάριστο σεναριακό λίπος, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται λίγα μέσα στον χαμό που να αφορούν τον θεατή. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ρυθμός του έργου είναι αλλοπρόσαλλος (το έργο ξεκινά προσπαθώντας να είναι μια σοβαρή ταινία με φιλμ νουάρ ύφος, συνεχίζει με λίγο μιούζικαλ για να καταλήξει να προσπαθεί να είναι κωμωδία καταστάσεων), έχει σαν επακόλουθο η θέαση του έργου να καταντά μια άκρως βαρετή και κουραστική εμπειρία.

Όλα τα παραπάνω μάς κάνουν να μιλάμε για τους αδελφούς Κοέν στο πιο αδύναμο σημείο τους, ακόμα κι αν είναι ξεκάθαρο ότι προσπαθούν. Χρειαζόταν περισσότερη ξεκάθαρη ίντριγκα, περισσότερες ανατροπές και καλύτερη πλοκή. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν είναι συναρπαστικό αρκετά για να αξίζει ούτε το θαυμαστικό στον τίτλο του.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Southside with You [2.5/5]

Ανεξάρτητα από τη λογική και το κατά πόσο η ύπαρξη της ταινίας μπορεί να διαθέτει κάποιο νόημα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι υπάρχει πάντα μια αναντιστοιχία μεταξύ προσωπικοτήτων με επιρροή και της ιδέας πως κάποτε ήταν απλοί άνθρωποι, με κανονικές ζωές. Σε αυτό το κομμάτι, το «Πρώτο Ραντεβού» καταφέρνει και παρουσιάζει αξιόλογα δύο ανθρώπους που μοιάζουν πολύ στα πρόσωπα που υποδύονται, χωρίς ποτέ όμως να ασχολείται με το ποιοι θα γίνουν: ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ και η πρώτη κυρία, ο Μπαράκ και η Μισέλ Ομπάμα. Αντ` αυτού, το έργο είναι για το ποιοι ήταν αυτοί το 1989, δυο έξυπνοι δικηγόροι που αρέσει ο ένας στον άλλον, αλλά που, σύμφωνα με τη Μισέλ, δεν επιτρέπεται να βγουν ραντεβού. Όταν ο Ομπάμα αποκαλύπτει ότι σκόπιμα της είπε λάθος ώρα έναρξης της κοινοτικής συνάντησης που θα παρακολουθούσαν από κοινού, το περπάτημα και οι συζητήσεις αρχίζουν με σκοπό να γεμίσουν οι ώρες ενώ περιμένουν. Δομικά δεν είναι δύσκολο να επισημάνεις και να αντιληφθείς ότι η κλασική αισθηματική τριλο...