Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The Avengers: Age of Ultron [3.5/5]

Ανταποκρινόμενος στις αντιδράσεις του κοινού για τον βραδύ ρυθμό της εναρκτήριας σεκάνς στην προηγουμένη ταινία, ο Whedon γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει το κοινό και δεν σπαταλά καθόλου χρόνο στο να του το δώσει. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, γνωρίζεις ότι η δράση και τα ειδικά εφέ θα είναι σε αφθονία στο «Εκδικητές: Η Εποχή του Ultron» και πως οι ήρωες της Marvel είναι έτοιμοι, πρόθυμοι και για ακόμα μία φορά ικανοί να σώσουν τον κόσμο. Πατώντας φουλ γκάζι σε όλη τη διαδρομή, τα ισοπεδώνουν όλα και δεν αφήνουν αρκετό χρόνο για να εμπλακούμε σε κάτι άλλο πέρα από το οπτικό υπερθέαμα. Όχι ότι έχει σημασία, ούτω ή άλλως είναι δύσκολο να είναι κάποιος πάρα πολύ επικριτικός για τη συγκεκριμένη ταινία, αφού με κάθε τρόπο επιτυγχάνει αυτό που είχε βάλει ως στόχο: να είναι μια μεγαλύτερη σε κλίμακα και διασκεδαστικότερη εκδοχή του προκατόχου του.

Με τους «Εκδικητές» να έχουν εδραιώσει την ομάδα των ηρώων καθώς και την πρώτη τους συνάντηση, η «Εποχή του Ultron» μπορεί να επικεντρωθεί στην περιπέτεια, τη δυναμική μεταξύ τους και την αφηγηματική εξέλιξη. Οι δραστηριότητες και οι σχέσεις μέσα στην ομάδα είναι κεντρικής σημασίας για το έργο. Από τη μία πλευρά, αυτό παρέχει ένα μεγάλο μέρος της κωμικής ανακούφισης (η οικειότητα γεννά φιλικές νευρώσεις). Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια διάσταση της τριβής, ιδίως όσον αφορά την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πρωταγωνιστές μεταξύ τους. Όπως και οι περισσότερες ταινίες με υπερήρωες, η πλοκή εξασφαλίζει ότι υπάρχει αφθονία σε κίνδυνο όχι μόνο για τους πρωταγωνιστές, αλλά και για τον κόσμο γενικότερα. Δοσμένη σε μια υπερβολική κλίμακα, η απειλή που οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι φοβερά κακή και λειτουργεί με έναν τέρμα κακοήθη τρόπο. Ιδιωτική ζωή, υπολείμματα του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και οι κίνδυνοι της τεχνολογίας είναι καλά πακεταρισμένα στον ανταγωνιστή της ταινίας, κάτι που κάνει το διακύβευμα ακόμα πιο εύληπτο σε εμάς.

Το όραμα του Whedon και όλα όσα καταφέρνει εδώ, είναι πραγματικά μοναδικά. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο ίδιος και λαμπρός σκηνοθέτης είναι αυτός που εξακολουθεί να κρατάει ψηλά τους παλμούς και να δίνει στο κοινό αυτό που θέλει. Όμως, ενώ όλα αυτά και ευπρόσδεκτα είναι και άξια, από την ταινία μοιάζει να λείπει μια πρωτότυπη αλλά και συνεκτική ιστορία. Προσπαθώντας να μιμηθεί τον συμπιεσμένο τρόπο αφήγησης ενός κόμικ, ο Whedon μεταπηδά σεναριακά από τη μια σκηνή στην άλλη παλεύοντας να δέσει όσα περισσότερα νήματα είναι δυνατόν. Αυτό λειτουργεί άψογα μέχρι να σταματήσει κάποιος και να προσπαθήσει να συναρμολογήσει μερικές από τις διαφορετικές σκηνές. Θα αντιληφθεί ότι αντί για την ανάπτυξη μιας πληρέστερης αφήγησης, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια σειρά από συντομεύσεις. Επιπρόσθετα, η πληθώρα των ιστοριών των πρωταγωνιστών -για να μην αναφέρουμε την εισαγωγή πολλών νέων χαρακτήρων- δημιουργεί μια δυσκολία στο να συμβαδίσεις με το τι συμβαίνει, αναλογιζόμενος και τις προηγούμενες ταινίες/σειρές.

Και μια και αναφερθήκαμε στις προηγούμενες ταινίες, όσο καλός κι αν είναι ο Whedon, δυστυχώς παίζει μόνος του. Και τι εννοώ. Υπάρχουν πολλά στοιχεία με τα οποία διαφωνεί με τις προηγούμενες ταινίες και τα οποία απορρίπτει χωρίς δεύτερη σκέψη. Όπως, παραδείγματος χάρη, η απόφαση που παίρνει ο Tony Stark στο τέλος του «Iron Man 3», αγνοείται για χάρη νέων gadget. Ή, ακόμα χειρότερα, οποιαδήποτε ουσία για τη σχέση του Captain America και της Black Widow στο «Captain America 2: Ο Στρατιώτης του Χειμώνα» απορρίπτεται με μία μόνο ατάκα. Σε κάθε περίπτωση είναι ανέφικτο η ταινία να επιτύχει τον ίδιο ενθουσιασμό με την πρώτη. Και οι όποιες μικρές λεπτομέρειες στερούν βαθμούς από την ταινία, δύσκολα αφαιρούν πόντους από τη συνολική επίδραση. Αυτό εδώ το blockbuster θα σας παρέχει την ανώτατη απόλαυση στο σινεμά και θα σας βάλει στο τρυπάκι να φωνάξετε: Marvel phase 3, begin!

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Δεσμά Αίματος [0/5]

Η πρώτη ψηφιακή ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου ανήκει στην κατηγορία των ταινιών που δεν μπορεί να περιγραφτεί. Θα πρέπει κάποιος να την δει για να καταλάβει το πόσο κακή είναι. Και είναι μεγάλο κρίμα γιατί από τον σκηνοθέτη του Αυτή η Νύχτα Μένει περιμένεις πολλά περισσότερα. Αναλογιζόμενος τώρα και την προηγούμενη συμμετοχή του, το Απ’ τά Κόκαλα Βγαλμένα, μια ομολογουμένως αξιοπρεπέστατη ταινία, σε κάνει άπλα να αναρωτιέσαι γιατί γύρισε το «Δεσμά Αίματος». Πραγματικά, δεν μπορώ να καταλάβω τι είχε στο μυαλό του όταν τη γύριζε και τι προσπαθούσε να πει με αυτή του τη ταινία. Δυστυχώς, το έργο είναι ανούσιο και δεν πετυχαίνει ούτε μια στιγμή να τραβήξει το ενδιαφέρον του θεατή ή να επιτύχει τον όποιο στόχο της. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Από άποψη παράγωγης, η ταινία είναι μια κλίμακα κάτω από την κατηγορία «ερασιτεχνική». Κάτι που δεν ταιριάζει όταν διαβάζεις τους συντελεστές, αλλά που πιστέψτε με ισχύει. Η σκηνοθεσία είναι κυριολεκτικά ανύπαρκτη με τα κλασσικά α...

Independence Day: Resurgence [0.5/5]

Η «Ημέρας Ανεξαρτησίας» παραμένει ακόμα και σήμερα μία από τις ταινίες ορόσημο της δεκαετίας του 1990. Ένα μεγαλειώδες, σχεδόν ασύλληπτων διαστάσεων, sci-fi μπλοκ-μπάστερ που εδραίωσε τη «φόρμουλα» των συγκεκριμένων ταινιών, βρίσκοντας τη σωστή ισορροπία μεταξύ θεάματος και ευφυΐας. Είκοσι χρόνια μετά, οι εξωγήινοι επιστρέφουν στην οθόνη στο πολυσυζητημένο σίκουελ της ταινίας του Ρόλαντ Έμεριχ, με τον ευφάνταστο τίτλο «Ημέρα Ανεξαρτησίας: Νέα Απειλή». Και δυστυχώς για όλους τους φαν, τόσο της ταινίας του 1996 όσο και των ταινιών μπλοκ-μπάστερ, απογοητεύει πέρα για πέρα, φτάνοντας πάτο. Όπως όλα τα τελευταία έργα του Έμεριχ («Λευκός Οίκος: Η Πτώση», «2012», «10.000 π.Χ.»), έτσι κι αυτό είναι κατά κύριο λόγο ένα 165 εκατομμύριων παιχνίδι, που μοναδική αποστολή του είναι το πόσα λεφτά θα βγάλει. Ως εκ τούτου, οι λίγες απλές απολαύσεις της αρχικής ταινίας έχουν παραμεριστεί, με τους συντελεστές της να ξεχνούν ότι «δημιουργούν» ένα φιλμ για το σύγχρονο κοινό χρησιμοποιώντας μοτίβα και δι...

Genius [2/5]

Τα τελευταία χρόνια, οι ταινίες που απεικονίζουν πραγματικές, αξιοσημείωτες ιστορικά, προσωπικότητες, προσεγγίζουν το θέμα τους με δυο τρόπους. Είτε επιλέγουν μια πιο λεπτή προσέγγιση εστιάζοντας σε μια σύντομη περίοδο της ζωής του ατόμου (πχ «Selma») ή διηγούνται όλη την ιστορία. Η επιλογή της δεύτερης προσέγγισης διαθέτει κάποιους κινδύνους, καθώς πολλές φορές οι αντικρουόμενες επιδιώξεις των συντελεστών να εξυπηρετήσουν παράλληλα το υλικό που έχουν στα χέρια τους αλλά και τις απαιτήσεις του θεατή, οδηγεί το αποτέλεσμα στη σφαίρα της καρικατούρας αγγίζοντας τα όρια της υπερβολής. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Grandages δυστυχώς εμπίπτει στη δεύτερη επιλογή και, ενώ είναι μια ολοκληρωμένη ταινία, της λείπει οποιαδήποτε αίσθηση λεπτότητας κι ευαισθησίας. Καθώς υπάρχουν λίγα που δεν έχουμε ξαναδεί, κάποιος πρέπει να αποδομήσει την ταινία και να σταθεί στις λεπτομέρειες προκειμένου να την κριτικάρει. Πρώτο θετικό στοιχείο, το θέμα της. Το «Genius» εξιστορεί την ιστορία της δημο...